Σάββατο 20 Οκτωβρίου 2018

Το Ανθρώπινο Πρόσωπο - Τομή στην ατομοκεντρική κοινωνία.

Όλγα Στασινοπούλου
ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ- ΠΗΓΗ
Διανύουμε μία περίοδο επικράτησης του ατομικισμού, του «εγώ» έναντι του «εμείς». Μία εποχή ειδωλολατρική με έκδηλο «φετιχισμό» όπου στα πράγματα αποδίδονται φανταστικές ιδιότητες κοινωνικών σχέσεων, ενώ οι ανθρώπινες σχέσεις «πραγμοποιούνται». 1
Η πολυσυζητημένη πλέον παγκοσμιοποίηση προσεγγίζεται μέσα από το πρίσμα της οικονομίας, όχι ως μορφή κοινωνικών σχέσεων, αλλά ως αυτονομημένη δύναμη, ως πράγματα και καταστάσεις που μας επιβάλλονται και καλούμαστε να διαχειριστούμε. Το δικαίωμα στην ευημερία προβάλλεται κυρίως ως δικαίωμα στην ελευθερία επιλογής του ατόμου στα πλαίσια ενός κυρίαρχου καταναλωτικού προτύπου Βιώνουμε την αποθέωση και συνάμα την αποστέωση του ατόμου και αυτό σηματοδοτεί ένα από τα πιο σοβαρά αδιέξοδα στα οποία έχει οδηγηθεί ο σύγχρονος Δυτικός κόσμος με την αλαζονεία της τεχνολογικά εξοπλισμένης δύναμης άκρως εκκοσμικευμένων κοινωνιών των οποίων η άλλη όψη είναι η φυσική και ηθική εξαθλίωση μεγάλου μέρους του πληθυσμού του πλανήτη.
Οι επιπτώσεις είναι ήδη ορατές: Καταστροφή του περιβάλλοντος και της οικολογικής ισορροπίας με τα συνακόλουθα «ακραία» φυσικά φαινόμενα, νέες μορφές πολέμου και κατάφωρη καταπάτηση ανθρωπίνων και κοινωνικών δικαιωμάτων, ουσιαστική κατάργηση του ατόμου ως υπαρκτής οντότητας, στο μεσουράνημα του ως γενικής και αφηρημένης κατηγορίας χρήσιμης για στατιστικές μελέτες και οικονομικά μεγέθη.
Η κοινωνική πολιτική καλείται να συμβάλλει στη διαχείριση αυτών των προβλημάτων, σε συνθήκες αποδόμησης του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου, με συρρίκνωση της κρατικής παροχής και αποδυνάμωση των ανεπίσημων δικτύων-ροντίδας στον οικιακό χώρο και την τοπική κοινότητα.
Ωστόσο, ενάντια στην ζοφερή αυτή εικόνα υπάρχει ο αντί - λόγος, η αντί - στάση. Πηγάζει κυρίως από κάτω, από κοινωνικά κινήματα και πρωτοβουλίες πολιτών, αλλά, επίσης, προσωπικούς, άγνωστους αγώνες της καθημερινής ζωής.
Η καταναλωτική αντίληψη, ιδιαίτερα με αναφορά στη έκφραση, αναγνώριση και κάλυψη αναγκών και η καλλιέργεια παθητικών αντικειμένων των επιδοματικών πολιτικών αμφισβητούνται έντονα. Αντίστοιχα, πληθαίνουν οι φωνές για την ανάδειξη ενεργών υποκειμένων, για την αλλαγή των κοινωνικών σχέσεων εκείνων οι οποίοι παρέχουν φροντίδα και των αποδεκτών της, αλλά και των εξυπηρετούμενων καθώς ανταγωνίζονται ο ένας τον άλλο, αντί να στέκονται αλληλέγγυοι στην αντιμετώπιση κοινών προβλημάτων.
Όταν φθάνουμε να διεκδικούμε την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, αντί να την θεωρούμε αδιαπραγμάτευτο δεδομένο, είναι φανερό ότι το δυτικό Ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο αποκαλύπτει τα όριά του. Το ζητούμενο είναι πλέον όχι ένας εκσυγχρονισμός - ότι και αν σημαίνει αυτό-, αλλά η υπέρβαση της εδραιωμένης αντίληψης στην κοινωνική πολιτική στη βάση των κλασσικών αντιθετικών δίπολων: - ατομικό ή συλλογικό, ιδιωτικό ή δημόσιο.
Προφανώς κάτι τέτοιο δεν μπορεί να περιορίζεται σε ένα γεφύρωμα. Δεν βρίσκεται στην αντίπερα όχθη το άτομο από την συλλογικότητα ώστε να αναζητούμε τρόπους επανασύνδεσής τους. 2 Ήλθε ο καιρός να συζητήσουμε εκ νέου θεμελιώδεις έννοιες, να αναδείξουμε την αλήθεια της ανθρώπινης κοινωνίας, - την αλήθεια, δηλαδή την άρση της λήθης, την ανάδυση στο φως αυτού που πραγματικά είναι. Να αφαιρέσουμε το προσωπείο, το ψέμα της δήθεν παντοδύναμης, μαζικής και γι' αυτό απρόσωπης ατομικότητας και να αναδείξουμε το ανθρώπινο πρόσωπο σε όλη του την πληρότητα και την ομορφιά.
Πως κατανοούμε όμως το ανθρώπινο πρόσωπο και σε τι διαφέρει από το άτομο;
Η Πατερική γραμματεία, ιδιαίτερα οι Καππαδόκες Πατέρες και ο 'Αγ. Ιωάννης Δαμασκηνός 3 αντλώντας από την αρχαία Ελληνική φιλοσοφία, αλλά μέσα από την υπέρβαση που κάνει η ορθόδοξη θεολογία, ανέπτυξαν τα περί ανθρωπίνου προσώπου. Αφετηρία τους ήταν η προσέγγιση του Τριαδικού Θεού ως μιας ουσίας με τρεις υποστάσεις-πρόσωπα σε σχέση αγάπης. Ο μεταπτωτικός άνθρωπος, ο οποίος χάνει το καθ'ομοίωσιν αλλά παραμένει εικόνα Θεού, (έστω και αμαυρωμένη) δεν γεννιέται πρόσωπο αλλά μπορεί να γίνει, με ασκητικό φρόνημα. Αυτή τη δυνατότητα ουσιαστικά προς τη Θέωση, μας χάρισε ο εσταυρωμένος Χριστός. Γι' αυτό το πρόσωπο βιώνεται δυναμικά, ως πορεία από το κατ' εικόνα στο καθ'ομοίωσιν και οι 'Αγιοι είναι ζωντανά παραδείγματα προσώπων. Βεβαίως η διαφορά μεταξύ θείας και ανθρώπινης υποστάσεως είναι τεράστια, όπως είναι η διαφορά μεταξύ ακτίστου και κτιστής φύσης. 4 Στα πλαίσια της θεολογικής προσέγγισης, οι πατέρες θέτουν τα θεμέλια μιας οντολογίας του ανθρωπίνου προσώπου και ορθόδοξης ανθρωπολογίας που μας προσφέρει, ιδιαίτερα σήμερα, τα ερείσματα για την ποθούμενη υπέρβαση από τον ατομοκεντρισμό στη συλλογικότητα, χωρίς να χάνεται η αξία της ανθρώπινης μοναδικότητας.
Μία ολοκληρωμένη και βαθύτερη προσέγγιση προϋποθέτει πληρέστερη παρουσίαση της θεολογικής σκέψης περί προσώπου, κάτι το οποίο υπερβαίνει τις δυνατότητες της γράφουσας. Η παρούσα συμβολή αποτελεί ψηλάφισμα μιας άλλης αφετηρίας σκέψης η οποία μπορεί να συμβάλλει σε αναγκαίες υπερβάσεις στείρων και ξεπερασμένων αντιθέσεων στην κοινωνική πολιτική, με στόχο την αλληλεγγύη στην πράξη - όχι ως ηθική επιταγή ή κοινωνική αναγκαιότητα, αλλά ως συγκροτησιακό στοιχείο δρώντων υποκειμένων, ως γενεσιουργό σχέση της κοινωνικής συνοχής.
Σύγχρονοι μελετητές όπως ο Μητροπολίτης Περγάμου και πρώην Πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών Ιωάννης Ζηζιούλας, ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγ. Βλασίου Ιερόθεος, οι καθηγητές Χρήστος Γιανναράς, και Στέλιος Ράμφος ο Βασίλειος Γιούλτσης, αναφέρουν τα κύρια γνωρίσματα του ανθρωπίνου προσώπου και την ειδοποιό διαφορά του από το άτομο.
  • Με τη λέξη πρόσωπο προσδιορίζουμε μία αναφορά και σχέση.
Δηλαδή το πρόσωπο δεν μπορεί να υπάρξει έξω από την σχέση με τους άλλους, δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως μία αποκομμένη ατομικότητα.
( προς - ώψ = ωπός, δηλ. όμμα, οφθαλμός, όψη. Έχω την όψη στραμμένη προς κάποιον ή σε κάτι). 5
Αυτή λοιπόν είναι κατ' αρχήν η ειδοποιός διαφορά του προσώπου από το άτομο: δεν μπορεί να υπάρξει έξω από την σχέση - σχέση με το Δημιουργό του και με τους άλλους ανθρώπους, «κοινωνία αγάπης», μέσα από την οποία αποκτά αυτογνωσία και συνείδηση, που είναι μία καθαρά προσωπική ιδιότητα: Η ανώνυμη, ανθρώπινη, βιολογική ύπαρξη μεταμορφώνεται σε επώνυμη υπόσταση και γίνεται «πρόσωπο». Ο όρος νοείται πάντοτε στο πλαίσιο της «κατ'εικόνα Θεού» δημιουργίας και εκφράζει την οντολογική ανακαίνιση «εν Χριστώ δια του βαπτίσματος» του αναγεννηθέντος πιστού. ... Η ορθόδοξη θεολογική σκέψη, με αφετηρία τη διάκριση των προσώπων της Τριαδικής Θεότητας, προσδιόρισε ως ανθρώπινο πρόσωπο την ξεχωριστή και επώνυμη υπόσταση, αντίθετα από το ανώνυμο φυσικό άτομο. 6
Το άτομο είναι η βιολογική ύπαρξη, υποταγμένο στην απρόσωπη συλλογική αναγκαιότητα του είδους. Αντίθετα, κάθε πρόσωπο είναι μοναδικό, με τα ιδιαίτερα φυσικά και πνευματικά χαρακτηριστικά του, και γι' αυτό μία απόλυτη ετερότητα, αλλά και ένας τέλειος μικρόκοσμος, μια πληρότητα. Κάθε πρόσωπο, με τα δικά του ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, αποτελεί μία ανεπανάληπτη συγκεκριμένη ψυχοσωματική και πνευματική οντότητα.
•  Αυτή η ετερότητα, το ιδιάζον και ανεπανάληπτο του κάθε προσώπου δεν μπορεί να προσδιοριστεί με τρόπο αφηρημένο ως θεωρητική έννοια, αλλά μόνο να βιωθεί ως σχέση. Γνωρίζουμε τον άλλο στην ιδιαιτερότητά του μέσα από τη σχέση που βιώνουμε μαζί του (όπως και η πίστη εκφράζει πρωτίστως σχέση με το Δημιουργό μας).
Το πρόσωπο, ως σχέση και ως ετερότητα, βιώνει την ελευθερία η οποία ουσιαστικά πραγματώνεται στην αγάπη που είναι ο τρόπος άσκησης της ελευθερίας. Η κοινωνία των προσώπων είναι η βίωση όχι του περιορισμού, αλλά της ελευθερίας.
Υπάρχει επομένως σημαντική διαφορά ανάμεσα στο άτομο και το πρόσωπο, στην συλλογικότητα ως άθροισμα ατόμων και ως κοινωνία προσώπων. Γιατί το «κοινωνείν» είναι σχέση ανθρώπων με αυτογνωσία, σεβασμό, αναγνώριση της ετερότητας και άσκηση ελευθερίας μέσα από την αγάπη - ελευθερίας η οποία μπορεί να φθάσει μέχρι την υπέρβαση φυσικών περιορισμών και καταναγκασμών.
Ο Αβάς Δωρόθεος περιγράφει σε μία καταπληκτική στην απλότητα της σύλληψής της εικόνα, τη σχέση αγάπης των ανθρώπων μεταξύ τους και με το Θεό:
«Ας υποθέσουμε ότι ο κόσμος είναι ένας κύκλος, σαν χάραγμα γινωμένο με διαβήτη. Το κεντρικό σημείο του κύκλου είναι ο Θεός, οι δε ευθείες γραμμές που ξεκινούν από την περιφέρεια του κύκλου προς το κέντρο οι δρόμοι, δηλαδή οι τρόποι ζωής των ανθρώπων. Όσο προχωρούν οι άνθρωποι προς το κέντρο, προς τον Θεό, πλησιάζονται μεταξύ τους, και όσο πλησιάζονται, πλησιάζουν τον Θεό. Κατά τον ίδιο τρόπο εννοήστε και το χωρισμό. Όταν απομακρύνονται από το Θεό και βγαίνουν προς τα έξω, τόσο απομακρύνονται και μεταξύ τους, και όσο απομακρύνονται μεταξύ τους, τόσο απομακρύνονται από τον Θεό. Αυτή λοιπόν είναι η φύση της αγάπης.» 7
Η σχέση με το Θεό και η σχέση με τον συνάνθρωπο είναι άρρηκτα δεμένες στην πορεία προς το πρόσωπο. Τι θέση μπορεί να έχει μία τέτοια προσέγγιση στην εκκοσμικευμένη έννοια μιας κοινωνικής πολιτικής θεμελιωμένης στις αρχές του Ευρωπαϊκού διαφωτισμού; Ας το θέσουμε αλλιώς:
Μπορούμε να αξιοποιήσουμε την πατερική σκέψη περί ανθρωπίνου προσώπου για την υπέρβαση κλασσικών διλημμάτων στην άσκηση κοινωνικής πολιτικής και αντιπαραθέσεων στο αξιακό της πλαίσιο, έξω από τη θεολογική οπτική;
Αν απαντήσουμε αρνητικά, τότε το όλο εγχείρημα σταματά εδώ, καθώς δηλώνουμε ότι μόνο μέσω της θεολογίας μπορούμε να αναζητήσουμε την αξία του προσώπου για την κοινωνική πολιτική. Αν απαντήσουμε θετικά, τότε απλά προσθέτουμε άλλη μια όψη του θέματος στις ήδη υπάρχουσες, οπότε εύλογα τίθεται το ερώτημα: αυτό συγκροτεί υπέρβαση;
Πιστεύουμε ότι η πατερική διδασκαλία περί ανθρωπίνου προσώπου μπορεί να συμβάλλει στις νέες αναζητήσεις, με την οικουμενικότητα και τη ρηξικέλευθη προσέγγισή της στην έννοια του «κοινωνικού». Η αξιοποίησή της δεν προϋποθέτει πίστη από την πλευρά του επιστήμονα, αλλά ούτε είναι δόκιμο να παραγκωνισθεί η θεολογική οπτική, καταλήγοντας έτσι σε μία λειψή, «κοινωνιολογίζουσα» κατασκευή. Το ζητούμενο είναι να γίνει με σεβασμό στα συγκεκριμένα γνωσιολογικά πλαίσια. 8
Σαν ένα πρώτο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση θέτουμε ερωτήματα σχετικά με τη συμβολή της πατερικής οπτικής περί ανθρωπίνου προσώπου στην υπέρβαση κυρίαρχων (ψευτο)διλημμάτων της νεωτερικής κοινωνικής πολιτικής.
 
Τα αντιθετικά «δίπολα» της νεωτερικής κοινωνικής πολιτικής.
Η κοινωνική πολιτική - τόσο ως εφαρμοζόμενη πολιτική όσο και ως αντικείμενο επιστημονικής μελέτης και ανάλυσης, προσεγγίζεται από διαφορετικές θεωρητικές και ιδεολογικές οπτικές. Κάποιες από αυτές κατέχουν κυρίαρχη θέση στη δημόσια συζήτηση, στις διαμάχες και τελικά στη χάραξη των επί μέρους πολιτικών. Η σοσιαλδημοκρατία και ο νεοφιλελευθερισμός, ως κύριοι μονομάχοι φαίνεται να θέτουν τους κανόνες του παιχνιδιού, αλλά η κριτική που έχει ασκηθεί από την αριστερά και τα κοινωνικά κινήματα - ιδίως το φεμινιστικό και το αντιρατσιστικό - έχει συμβάλλει ουσιαστικά στην ανάπτυξη και μεταρρύθμιση του ευρωπαϊκού μοντέλου. Ωστόσο, στη βάση των διαφορετικών επιχειρημάτων και τοποθετήσεων βρίσκεται ο προβληματισμός για το «ιδιωτικό» και το «δημόσιο», το «ατομικό» και το «συλλογικό».
Πως εννοιολογούνται και πώς οριοθετούνται; Ποιοι θεσμοί εντάσσονται σε αυτές τις σφαίρες; Με ποιες μορφές; Ποια είναι η σχέση μεταξύ τους; Διαχωρίζονται ή διαπλέκονται; Πως διαμορφώνεται η σχέση τους στα πλαίσια ενός σύγχρονου πλουραλισμού; Η κλασσική διαμάχη μεταξύ σοσιαλιστών και φιλελεύθερων αφορά τη σχέση κράτους και αγοράς, όπου το κράτος ταυτίζεται με τη δημόσια σφαίρα και τη συλλογική μορφή οργάνωσης, ενώ η αγορά με την ιδιωτική σφαίρα και την ατομική δράση.
Η κριτική που ασκεί η φεμινιστική σκέψη φωτίζει σε σημαντικό βαθμό τον έμφυλο τρόπο με τον οποίο ορίζεται και οριοθετείται η σφαίρα του ιδιωτικού διαχωρισμένη από το δημόσιο, αναδεικνύοντας την ποικίλη και ουσιαστική τους διαπλοκή. Ο οικιακός χώρος θεωρείται ο κατεξοχήν ιδιωτικός χώρος, αποκρύπτοντας τον χαρακτήρα του ως μορφή συλλογικής οργάνωσης, ενώ η εργασία η οποία επιτελείται μέσα σε αυτόν παραμένει αθέατη. Ωστόσο, η ταύτιση των γυναικών με τη φροντίδα την οποία παρέχουν στα πλαίσια της οικογένειας έχει σημαντικές επιπτώσεις για τα επαγγέλματα της φροντίδας στην αγορά και το δημόσιο τομέα 9, αλλά και για την έλλειψη κοινωνικής αναγνώρισης και επίσημης στήριξης των ανδρών ως φορέων ανεπίσημης φροντίδας.
Για τους νεοφιλελεύθερους, αλλά και για πολλούς υποστηρικτές του σοσιαλδημοκρατικού κοινωνικού μοντέλου το ιδιωτικό και το δημόσιο αποτελούν διακριτές σφαίρες παρέμβασης, ενώ το ατομικό και το συλλογικό διαφορετικές μορφές οργάνωσης και ευθύνης για την κάλυψη των αναγκών.
Το ζητούμενο και στις δύο περιπτώσεις είναι η σχέση τους, (π.χ. σχέση κράτους οικογένειας) ή το πέρασμα από το ένα στο άλλο (π.χ από το κράτος στην αγορά ) ή αντίστοιχα η συλλογική ρύθμιση με εξειδίκευση στο χρήστη, η ανάπτυξη συλλογικών μορφών παρέμβασης με σεβασμό στην ατομική ιδιαιτερότητα. Οι όροι «ιδιωτικοποίηση» και «αλληλεγγύη» αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της δυναμικής. Στην πρώτη περίπτωση αναφερόμαστε στη μετάθεση (με διάφορους τρόπους) κοινωνικών υπηρεσιών από την δημόσια-κρατική στην αγοραία μορφή, ή στην ανεπίσημη μορφή της κατ' οίκον φροντίδας από τους οικείους, ενώ στη δεύτερη επικαλούμαστε την επικράτηση της συλλογικής συνείδησης και αλληλοβοήθειας, έναντι της εγωιστικής και ανταγωνιστικής επιδίωξης του ατομικού συμφέροντος, αναζητώντας το γεφύρωμα του χάσματος ανάμεσα στο εγώ και το εμείς.
Το πραγματικό ζητούμενο όμως δε βρίσκεται τελικά στην αναζήτηση των διαπλοκών και των γεφυρωμάτων, αλλά στην υπέρβαση των δίπολων ως αντίθεσης, στην άρνηση του χαρακτήρα τους ως διλημμάτων. Εδώ ακριβώς τοποθετούμε ως εναλλακτική θεώρηση την πορεία από το άτομο στο πρόσωπο, από το «κοινόν» στην «κοινωνία προσώπων». Δεν πρόκειται για άλλη μία άσκηση επί χάρτου δημιουργίας αφηρημένων θεωρητικών κατασκευών, αλλά για ένα αληθινό οδοιπορικό, όπου συναντούμε τις κοινότητες των Ελλήνων, τους αγίους και τους ήρωες, επώνυμους αλλά και καθημερινούς, ανώνυμους ανθρώπους, οργανωμένες μορφές αλληλεγγύης και προσωπική προσφορά φροντίδας. Συγχρόνως, πέρα από τα σύνορα, η οικουμενικότητα αυτής της προσέγγισης μας επιτρέπει να αφουγκραζόμαστε την αγωνία και την ελπίδα ενός ολόκληρου κόσμου. Είναι αυτή η αγωνία και η ελπίδα που μετατρέπει το ζητούμενο μιας αποτελεσματικής κοινωνικής πολιτικής από γραφειοκρατική δεξιότητα, στάθμιση κόστους-ωφέλους και αναμέτρηση συμφερόντων σε θεμελίωση της κοινωνικής συνοχής επάνω στην αναγνώριση και το σεβασμό και στο «ευ - ζην» ως ανθρώπινη κατάσταση που πρέπει να ανασύρουμε από τη λήθη. Σε αυτό το οδοιπορικό το ανθρώπινο πρόσωπο συναντά την «άλλη» κοινωνική πολιτική.

Από τη δομή στη σχέση - Αναζητήσεις μιας «άλλης» κοινωνικής πολιτικής.
Η σύγχρονη κοινωνική πολιτική εστιάζεται κατά κύριο λόγο σε αλλαγές στην οργάνωση, τη δομή και τη λειτουργία του κράτους πρόνοιας, σε συνάρτηση - ή αντιπαράθεση με την αγορά. Παρόλη την έμφαση η οποία έχει κατά καιρούς δοθεί σε μία σύγχρονη πλουραλιστική προσέγγιση, το κέντρο βάρους των καθιερωμένων προσεγγίσεων δεν έχει σημαντικά μετατοπισθεί από το κράτος ως κυρίαρχο φορέα. Αν και έχει μελετηθεί η συμβολή της οικογένειας και του εθελοντικού χώρου στην κάλυψη ιδίως με αναφορά σε μικτές μορφές παροχής κοινωνικής φροντίδας, το κύριο ζητούμενο εξακολουθεί να είναι η σχέση ιδιωτικού - δημόσιου, όπου το ιδιωτικό ταυτίζεται με την αγορά και το δημόσιο με το κράτος. 10
Η δομική οπτική επικρατεί και εκφράζεται με όρους κατά κύριο λόγο οικονομικούς, στη βάση της αυτονόμησης της οικονομίας από την πολιτική.
Ήδη από τη δεκαετία του 1980 κυριαρχεί ο προβληματισμός για τη συγκράτηση των δαπανών, την αναδιάρθρωση των προσφερόμενων κοινωνικών υπηρεσιών μέσα από μία μετατόπιση προς τον ιδιωτικό τομέα και την αναγκαιότητα υιοθέτησης κατάλληλων τεχνικών μάνατζμεντ στον κοινωνικό τομέα.
Η αποδυνάμωση της κοινωνικής συνοχής και οι διάφορες όψεις του κοινωνικού αποκλεισμού ξορκίζονται ως καινοφανείς δαίμονες με την επίκληση της αλληλεγγύης 11 - μιας έννοιας που χρησιμοποιείται ευρέως αβασάνιστα. Παρ΄ όλο που κανείς δεν φαίνεται να αμφισβητεί την αξία της, οι προϋποθέσεις επίτευξής της στην πράξη δεν έχουν μέχρι τώρα αποτελέσει σοβαρό αντικείμενο επιστημονικής ανάλυσης και έρευνας. Συγχρόνως, βλέπουμε ότι ο κυρίαρχος λόγος στην κοινωνική πολιτική, είναι έντονα επηρεασμένος από τη γλώσσα και τις αγοραίες σχέσεις. Μιλούμε για «πελάτες»των κοινωνικών υπηρεσιών, για τη σημασία του «κοινωνικού κεφαλαίου» στην προώθηση της «κοινωνικής οικονομίας», ως συνδυασμού της ανταγωνιστικότητας της αγοράς με τους κοινωνικούς στόχους του τρίτου τομέα.
Όλα αυτά διαμορφώνουν σε ένα πρώτο επίπεδο άμεσης και καθημερινής εμπειρίας την αντίληψή μας για την κοινωνική πολιτική. Εκείνη που βιώνουμε, εκείνη που ο δημόσιος λόγος συνδέει με τα δεδομένα οικονομικά και πολιτικά πλαίσια της επιβαλλόμενης εκδοχής της παγκοσμιοποίησης, των αλλαγών στις χωροχρονικές σταθερές του μέχρι τώρα βίου μας, και μιας σιωπηλής «εκ των έσω» εκτόπισης του προβληματισμού για ζητήματα αξιών και στόχων. Το εφικτό και όχι το δέον φαίνεται να καθοδηγεί τις επιλογές μας.
Πράγματι, σε σχέση με την κοινωνική πολιτική γίνεται πολύ κουβέντα, σε ημερίδες και συνέδρια, σε παρουσιάσεις στα ΜΜΕ και στον τύπο, σε γραπτά επιστημονικά έργα, για τα προβλήματα που πρέπει να διαχειριστούμε, για τους νέους τρόπους αντιμετώπισής τους με λιγότερο κόστος, για την ανάγκη ορθολογικού και επιστημονικά ενημερωμένου σχεδιασμού των αναπόφευκτων αλλαγών σε νευραλγικούς τομείς όπως είναι η κοινωνική ασφάλιση και η υγεία.
Εκείνο που δεν τίθεται πλέον επί τάπητος είναι το πλαίσιο αξιών μέσα στο οποίο διεξάγεται η συζήτηση για την αναδιάρθρωση της κοινωνικής πολιτικής. Το φαινομενικά απλό ερώτημα: «Ποιοι πρέπει να είναι οι στόχοι μιας σύγχρονης κοινωνικής πολιτική»; Θα ξάφνιαζε πολλούς από εμάς - ειδικούς και μη. Θεωρούμε ότι η απάντηση έχει ήδη δοθεί και αποφασισθεί; Πόσο μάλλον πιο σύνθετα ερωτήματα του τύπου: Στη βάση ποιων αρχών, ποιας ιεράρχησης αναγκών σχεδιάζουμε και αποφασίζουμε το ένα μέτρο και όχι το άλλο; Για ποια κοινωνία, από ποιους και για ποιους θεσπίζονται οι επί μέρους πολιτικές οι οποίες συγκροτούν την κοινωνική πολιτική; Πως κατανοούμε την πολυπολιτισμικότητα σε συνάρτηση με την εξειδίκευση των κοινωνικών υπηρεσιών στο χρήστη όταν την ίδια στιγμή ομογενοποιούμε πληθυσμούς σε απρόσωπες κατηγορίες για τους σκοπούς της εφαρμογής πολιτικών;
Τα παραπάνω ερωτήματα μας εισάγουν σε μία άλλη διάσταση από εκείνη της δομικής οπτικής: Στις κοινωνικές σχέσεις της κοινωνικής πολιτικής - τις σχέσεις κοινωνικής κατανομής και επιβολής ισχύος, αλλά, επίσης, σεβασμού, αλληλεξάρτησης και αναγνώρισης.
Υπάρχει ένας άλλος κόσμος της κοινωνικής πολιτικής, πέρα από τους υπολογισμούς κόστους-οφέλους, τις τεχνοκρατικές προσεγγίσεις του μάνατζμεντ και της παροχής υπηρεσιών. Υπάρχει μία άλλη οπτική, η οποία αν και δεν κυριαρχεί, δηλώνει παρούσα με αύξουσα συχνότητα, αρθρώνοντας συγχρόνως έναν άλλο λόγο, για τις ανθρώπινες ανάγκες, τους τρόπους και τη φιλοσοφία ικανοποίησής τους. Αυτός ο λόγος εκφέρεται από τα νέα κοινωνικά κινήματα των χρηστών των υπηρεσιών, με ενεργή παρουσία από το χώρο της αναπηρίας, της ψυχικής υγείας, των αστέγων, των προσφύγων και των μεταναστών. Τον αφουγκράζεται ένα κομμάτι της διανόησης, σε όλο το φάσμα πολιτικών ιδεολογιών, μεταγγίζοντας έτσι τις κλασσικές, καθιερωμένες συζητήσεις περί κοινωνικής πολιτικής με νέο αίμα, σε αναζήτηση υπερβάσεων των κλασσικών και φθαρμένων πια (ψευτο)διλημμάτων που κυριάρχησαν για δεκαετίες στην ευρωπαϊκή, δυτικότροπη οπτική της.
Η Fiona Williams συμπυκνώνει αυτές τις αναζητήσεις σε ένα σύνολο «αρχών αναγνώρισης και σεβασμού». Θέματα αιχμής, όπως η εξάρτηση από τις προνοιακές παροχές, ή τους ανεπίσημους φορείς φροντίδας, η συγκρότηση ιδιαίτερης κοινωνικής ταυτότητας, η ανάγκη άσκησης κοινωνικής πολιτικής πέρα από τα εθνικά σύνορα και η έλλειψη δυνατότητας να ακουστούν οι άνθρωποι, να αναγνωριστούν ανάγκες σε ατομική και συλλογική βάση, εμπνέουν τις νέες αυτές αρχές. Για πρώτη φορά ο σεβασμός και η ακεραιότητα του σώματος, τα συναισθήματα, αλλά και ο χρόνος ανάγονται σε κύριες συνιστώσες της κοινωνικής πολιτικής. Στη θέση της συζήτησης περί εξάρτησης ή ανεξαρτησίας από ένα κράτος πρόνοιας, τίθεται η αποδοχή της αλληλεξάρτησης ως καθολική πραγματικότητα και της φροντίδας ως γενικευμένη σχέση και εμπειρία στη διάρκεια του βίου όλων των ανθρώπων. 12
Πληθυσμοί με διαφορετικές ιστορικές, πολιτισμικές καταβολές όπως οι Ευρωπαίοι κοινωνικά αποκλεισμένοι, οι Ζαπατίστας του Μεξικού 13, οι Ιρακινοί και Λιβανέζοι, αλλά και το ανώνυμο πλήθος των σύγχρονων μεγαλουπόλεων που δεν συγκροτεί «κοινωνική ευπάθεια» εγείρουν ως καθολικό αίτημα το σεβασμό στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Παράλληλα, έννοιες οι οποίες συνδέθηκαν αδιάσπαστα με την κυρίαρχη οπτική του ευρωπαϊκού διαφωτισμού, κατανοούνται ως συγκεκριμένες - ιστορικά και πολιτισμικά - κοινωνικές κατασκευές. Ένα ενδιαφέρον παράδειγμα αποτελεί η κοινωνία των πολιτών. Σε χώρες με ισλαμική παράδοση συγκροτείται ως χώρος αντίστασης ενάντια σε ένα κράτος που ζητά να επιβάλλει την εκκοσμίκευση.
Στην Ιαπωνία και την Κορέα κοινωνικοί ανθρωπολόγοι αναζητούν το δόκιμο όρο που θα αποδίδει στη γλώσσα τους την έννοια της κοινωνίας των πολιτών, προσαρμοσμένη στη δική τους συγκεκριμένη πολιτισμική πραγματικότητα. 14
Και στις δύο περιπτώσεις το μήνυμα είναι σαφές: Η Δύση δεν μπορεί να μονοπωλεί την εννοιολόγηση της κοινωνίας των πολιτών.
Αναμφισβήτητα τέτοιες εξελίξεις απαιτούν ανάλυση και αναστοχασμό, αναδεικνύουν όμως και την οικουμενικότητα των ανθρωπίνων αναγκών, επαναφέροντας στο προσκήνιο οντολογικά ζητήματα, καθώς και την ανάγκη κατανόησης της αλληλεπίδρασης πίστης και κοινωνικής πολιτικής. Όσοι έχουμε προσεγγίσει πληθυσμούς με διαφορετικές πολιτισμικές καταβολές και πίστη, είτε ως ερευνητές είτε ως επαγγελματίες, γνωρίζουμε ότι η πίστη, και η θρησκεία επηρεάζουν σε σημαντικό βαθμό το εύρος και τα όρια των παρεμβάσεων σε τομείς όπως η υγεία, η κοινωνική προστασία, η εργασία, η παιδεία. Είναι φυσικό λοιπόν να απορεί κανείς για την περιορισμένη επιστημονική ενασχόληση με αυτό το θέμα, ή την επικέντρωσή της - όπου υπάρχει - σε πρακτικές παροχής υπηρεσιών, παραγκωνίζοντας ζητήματα αξιών και οντολογικού πλαισίου. Η διερεύνηση της κοινωνικής πολιτικής σε κοινωνίες πέρα από τις Δυτικο-ευρωπαϊκές ανεπτυγμένες χώρες ανασύρει από τη λήθη άλλες εικόνες, και θεσμούς, που είχαν δει να διαγράφονται με ιδεολογική μονομέρεια, ή να σπρώχνονται στη σκιά μαζί με πτυχές της ιστορίας και του πολιτισμού τους.
Στην κοινωνική πολιτική της χώρας μας τέτοια ζητήματα δεν είχαν μέχρι πρόσφατα προσελκύσει το ερευνητικό ενδιαφέρον της πολιτείας αλλά και της εκκλησίας. Παρ' όλο που η Ορθόδοξη άποψη για τη σχέση επιστημονικού και θεολογικού λόγου δεν εμποδίζει εκ προοιμίου την προώθηση μιας γόνιμης συνύπαρξης, η ευρύτερη αξιοποίηση της Πατερικής γραμματείας παραμένει ένα ζητούμενο. Το ίδιο ισχύει για την προοπτική σύμπραξης σε κοινή έρευνα θεολόγων και κοινωνικών επιστημόνων.
Ο σύγχρονος ελληνικός λόγος για την κοινωνική πολιτική εκφέρεται ουσιαστικά από τη δεκαετία του ‘90 με έμφαση στη δομική συγκρότησή της σε ορισμένους τομείς, όπως η κοινωνική ασφάλιση, η υγεία και η πρόνοια. Μέσα από αξιόλογα έργα μελετώνται περισσότερο οι πολιτικές του οριακού Ελληνικού Κράτους Πρόνοιας, στο φως μάλιστα της επιρροής διεθνών οργανισμών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης και λιγότερο το αξιακό - ιδεολογικό πλαίσιο. Υπάρχει επίσης κενό αναφορικά με θεσμούς που έχουν παίξει (και εξακολουθούν να παίζουν) καταλυτικό ρόλο στη διαμόρφωση και την εφαρμογή της Ελληνικής κοινωνικής πολιτικής, όπως η Ορθόδοξη Εκκλησία και οι εθελοντικοί φορείς.
Εξαιρέσεις βέβαια υπάρχουν, σε ιστορικές μελέτες που αναδεικνύουν όψεις της ελληνικής κοινωνικής πολιτικής με νέους προβληματισμούς. 15 Ένα παράδειγμα ολοκληρωμένης προσέγγισης αποτελεί το έργο της κοινωνιολόγου Λουκίας Μουσούρου για την οικογένεια και την οικογενειακή πολιτική, στο οποίο συναρτά την «κρίση της οικογένειας» με την «κρίση του προσώπου». Στην πορεία από το άτομο στο πρόσωπο το ζητούμενο είναι η διαρκής ενδυνάμωση και επιβεβαίωση αρετών απαραίτητων προκειμένου να εξασφαλιστεί η λεπτή ισορροπία μεταξύ κοινωνικών και προσωπικών σχέσεων. Αρετές, οι οποίες αποκτώνται με κόπο, όπως η ανοχή, η ειλικρίνεια, η γενναιοδωρία, η υπομονή, η σταθερότητα, η αλληλεγγύη και η πρόθυμη συμπαράσταση. Η αποτυχία αυτής της διαρκούς προσπάθειας συγκροτεί την κρίση του προσώπου, με σοβαρές επιπτώσεις για την οικογένεια και την ευρύτερη κοινωνία. 16 Θεωρούμε ότι μία οικογενειακή πολιτική η οποία προσεγγίζει την οικογένεια ως «κοινωνία προσώπων» οφείλει να στοχεύει στη στήριξη αυτής της προσπάθειας.
Συνοψίζοντας, το παρόν κείμενο θέτει προς διερεύνηση την άποψη ότι η Πατερική οπτική του ανθρωπίνου προσώπου προσφέρει τη δυνατότητα υπέρβασης κλασσικών διλημμάτων που χαρακτηρίζουν την κρατούσα άποψη για την κοινωνική πολιτική. Τα διλήμματα αυτά έχουν λειτουργήσει φετιχιστικά ως αντιθετικά δίπολα: ιδιωτικό ή δημόσιο; Ατομικό ή συλλογικό; Αποκρύπτεται έτσι η ουσία της ανθρώπινης αγωνίας για την υπέρβαση των διαχωρισμών, ιδιαίτερα όσων βιώνουν την κοινωνική πολιτική ως εξουσιαστική επιβολή στο σώμα και την ψυχή τους, σε ένα σπαρασσόμενο κόσμο κοινωνιών άλλων με Θεό και άλλων άκρως εκκοσμικευμένων.
Αυτός ο κόσμος αναζητά σήμερα μίαν άλλη κοινωνική πολιτική, εκφράζοντας σε επίπεδο καθημερινών βιωμάτων φόβους και ελπίδες, τις οποίες συχνά εκείνοι (και εκείνες) που μονοπωλούν τη δύναμη λήψης αποφάσεων καπηλεύονται, προς όφελος δικό τους ή της ομάδας στην οποία δηλώνουν υποταγή. Ωστόσο, το καθολικό αίτημα είναι η δυνατότητα έκφρασης αναγκών και η αναζήτηση τρόπων ικανοποίησής τους όχι μίζερα, ευκαιριακά και αποσπασματικά, αλλά ολοκληρωμένα, σε μια ανοδική πορεία ουσιαστικής απελευθέρωσης του ανθρώπου ως πρόσωπο. 17

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1 Η έννοια του φετιχισμού κατέχει κεντρική θέση στην κριτική της καπιταλιστικής κοινωνίας από τον Μάρξ. Όπως εξηγεί ο John Holloway : Η θεματική της «απανθρωποποίησης» επανέρχεται διαρκώς στις μαρξικές αναλύσεις στο Κεφάλαιο και αλλού. Στον καπιταλισμό λαμβάνει χώρα μια αντιστροφή της σχέσης μεταξύ ανθρώπων και πραγμάτων, μεταξύ υποκειμένου και αντικειμένου.....Τα πράγματα (χρήμα, κεφάλαιο, μηχανές) γίνονται τα υποκείμενα της κοινωνίας ενώ οι άνθρωποι (εργάτες) γίνονται τα αντικείμενα. Οι κοινωνικές σχέσεις δεν είναι μόνο φαινομενικά αλλά και πραγματικά, σχέσεις μεταξύ πραγμάτων(μεταξύ του χρήματος και του κράτους, μεταξύ των δικών σου χρημάτων και των δικών μου), ενώ οι άνθρωποι στερούνται την κοινωνικότητά τους, μετασχηματίζονται σε «άτομα», το αναγκαίο συμπλήρωμα της εμπορευματικής συναλλαγής. (J. Holloway (2006) Ας αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να καταλάβουμε την εξουσία - το νόημα της επανάστασης σήμερα. Εκδόσεις Σαββάλας, Αθήνα, σ.116)
2 Στην κλασσική κοινωνιολογία το πρόβλημα περάσματος από την άπειρη ποικιλομορφία των ατόμων στο κοινωνικό σύνολο και η αναζήτηση νόμων που διέπουν την κοινωνία χωρίς αυτό να καταλύει την ελευθερία βούλησης των μελών της αντιμετωπίσθηκε με την υιοθέτηση του νόμου των πιθανοτήτων στο κοινωνικό πεδίο και την ανάπτυξη στατιστικών μεθόδων. Βλ. σχετικά
F. Ewald Η Ιστορία του Κράτους Πρόνοιας, Gutenberg, 2003
3 Σημαντική επάνω σε αυτό το θέμα είναι επίσης η θεολογία του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά (ιδιαίτερα στον αγώνα του ενάντια στον Βαρλαάμ), ο οποίος χρησιμοποιεί περισσότερο τον όρο «υπόσταση»\, αντί του όρου «πρόσωπο» Για μία συνοπτική παρουσίαση της περί προσώπου διδασκαλίας κατά τον Αγ. Γρηγόριο τον Παλαμά, βλ. Μητροπολιτου Ναυπάκτου και Αγ. Βλασίου Ιεροθέου Μεταξύ δύο Αιώνων, 2000, Ιερά Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου (Πελαγίας), Λεβαδειά.
4 Βλ. σχετικά αναφορά στον 'Αγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, στο ίδιο βιβλίο, σελ.245
5 Σχετικά με την ετυμηγορία της λέξης πρόσωπο και τη σημασία της σχέσης ως προσδιοριστικού παράγοντα του προσώπου, καθώς και τα άλλα γνωρίσματα, βλ. Χρήστου Γιανναρά Το Πρόσωπο και ο Έρως, 1987 εκδόσεις Δόμος, Αθήνα
6 Βασίλειος Γιούλτσης Η άλλη Θέαση του Κοινωνικού, εκδόσεις «Π. ΠΟΥΡΝΑΡΑ», 2005, Θεσσαλονίκη, σ.23. Στο ίδιο βιβλίο βλ. επίσης για μία συνοπτική συζήτηση των διαφορών μεταξύ ατόμου και προσώπου.
7 Αββά Δωροθέου, Έργα Ασκητικά, Εκδόσεις «ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ», Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου, Καρέας 1993, σ.203
8 Η γράφουσα έχει την εντύπωση ότι τα εμπόδια σε μία τέτοια προοπτική δεν τίθενται από τη φύση και το περιεχόμενο της Πατερικής σκέψης που έχει πλούσια κοινωνική διάσταση, αλλά από τις ιδεολογικές αγκυλώσεις μέρους της σύγχρονης Ελληνικής διανόησης στο χώρο των κοινωνικών επιστημών.
9 σε αυτά τα επαγγέλματα ( νοσηλευτική, κοινωνική εργασία και άλλα στο χώρο των προσωπικών κοινωνικών υπηρεσιών) απασχολούνται κατεξοχήν γυναίκες, (γιατί θεωρούνται πιο κατάλληλες ως «φυσικοί φορείς φροντίδας») με διαφορετικές συνθήκες εργασίας, αμοιβών και προοπτικές επαγγελματικής ανέλιξης. Αν και πρόσφατα αυτή η κατάσταση αρχίσει να διαφοροποιείται, η αποκαλούμενη «γυναικοποίηση» των επαγγελμάτων φροντίδας εξακολουθεί να είναι έκδηλη.
10 Οι μικτές μορφές παρέμβασης αναπτύχθηκαν στα πλαίσια ενός «νέου πλουραλισμού» στην κοινωνική πολιτική. Το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο της Βιέννης ανέπτυξε στα μέσα της δεκαετίας του 1990 την συστημικού χαρακτήρα θεωρία του προνοιακού μίγματος, η οποία έχει έκτοτε υιοθετηθεί ευρέως σε επίπεδο εθνικών κρατών και ευρωπαϊκής ένωσης. Για μία εκτενή κριτική παρουσίαση και βιβλιογραφία επάνω στην πλουραλιστική προσέγγιση βλ. Όλγα Στασινοπούλου (1996) Ζητήματα Σύγχρονης Κοινωνικής Πολιτικής - Από το Κράτος Πρόνοιας στο «Νέο» Προνοιακό Πλουραλισμό, Gutenberg, Αθήνα.
11 Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελεί η υιοθέτηση στη χώρα μας του όρου «αλληλεγγύη» αντί του όρου «πρόνοια» από τα μέσα του 1990, τόσο σε σχετικά νομοθετήματα, όσο και στην ίδια την ονομασία του αρμόδιου Υπουργείου. Επικοινωνιακά ο όρος «αλληλεγγύη» παραπέμπει σε συνειρμούς θετικού χαρακτήρα σε μία χώρα όπου από τον 19 ο αιώνα ο όρος «πρόνοια» έχει συνδεθεί με αρνητικές μνήμες εφαρμογής ενός υπολειμματικού μοντέλου κρατικής αρωγής με συχνό υποβιβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και επιβολή ταξικών προτύπων ηθικολογίας. Γνωρίζουμε βέβαια από τεκμηριωμένες μελέτες ότι αυτή η έννοια της πρόνοιας είναι ξένη προς την ορθόδοξη παράδοση που ίδρυσε μια «Βασιλειάδα» Βλ. σχετικά Πέτρος Σταθόπουλος (1995) Κοινωνική Πρόνοια, εκδόσεις Έλλην, Αθήνα
12F. Williams (2007), Αρχές Αναγνώρισης και Σεβασμού στο G. Lewis.. ( κ.ά) (επιμ.) Κοινωνική Πολιτική, μια 'Αλλη Προσέγγιση. Gutenberg, 2007, σ. 417.
13 οι Ζαπατίστας, μία φυλή γηγενών του Μεξικού, αποφάσισαν να βγουν από την απομόνωσή τους και να δηλώσουν στον κόσμο τις συνθήκες καταρράκωσης και ευτελισμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας στις οποίες είχαν υποβιβαστεί από το καθεστώς εξουσίας. Τα συνθήματά στις πορείες τους και μέσα από το διαδίκτυο, «αξιοπρέπεια» και «περπατάμε ρωτώντας» τα οποία συνδέονται με τις παραδόσεις και την όλη κοσμοαντίληψή τους θεωρούμε ότι ανοίγουν ένα ακόμα παράθυρο στο νέο τοπίο της παγκόσμιας κοινωνικής πολιτικής. Αξίζει να αναφέρουμε ότι οι Έλληνες ήταν από τους πρώτους που επισκέφθηκαν και στήριξαν έμπρακτα αυτούς τους ανθρώπους, μεταξύ άλλων χτίζοντας σχολείο και αναπτύσσοντας αμοιβαίες σχέσεις σεβασμού της ετερότητας.
14 Για μία σφαιρική προσέγγιση στη σύγχρονη έννοια της κοινωνίας των πολιτών, βλ. John Kean, 1998 Civil Society - Old Images, New Visions, Polity Press. Το θέμα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον σήμερα για την κοινωνική πολιτική, διότι μέρος των προτάσεων ανασυγκρότησης του κράτους πρόνοιας σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης δίνουν κεντρικό ρόλο στην κοινωνία των πολιτών, σε εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο, εμπλέκοντας έτσι και όψεις του λεγόμενου «τρίτου τομέα», ιδίως τους ΜΚΥΟ και τα κοινωνικά δίκτυα. Για μία κριτική προσέγγιση των διαφορετικών ορισμών ως εργαλείου πολιτικής στην προώθηση της κοινωνικής οικονομίας βλ. Ο. Στασινοπούλου, Από τον Τρίτο Τομέα στην Παγκόσμια Κοινωνία των Πολιτών - Η σημασία των Ορισμών, στο Α. Φραγκούλη..κ.ά (επιμ.) Οι Κοινωνικές Επιχειρήσεις στην Ψυχική Υγεία. ΠΕΨΑΕΕ, Ινστιτούτο Έρευνας και Εφαρμογής Προγραμμάτων Ψυχικής Υγείας, Χανιά 2006.
15 Ενδεικτικά αναφέρουμε το έργα της Μαρίας Κορασίδου Οι 'Αθλιοι των Αθηνών και οι Θεραπευτές τους, Gutenberg 2005, Αθήνα, για την οργανωμένη φιλανθρωπία στην Αθήνα κατά τον 19 ο αιώνα, και του Πέτρου Σταθόπουλου Κοινωνική Πρόνοια Έλλην 2005, στο οποίο γίνεται εκτενής αναφορά στο ρόλο της Ορθόδοξης Εκκλησίας και στην Πρόνοια στο Βυζάντιο.
16 Λ. Μουσούρου (2005) Οικογένεια και Οικογενειακή Πολιτική, Gutenberg, Αθήνα., σ.σ.191-193.
17 Στο βιβλίο τους για μία σύγχρονη θεωρία αναγκών οι Doyal και Gough θέτουν ως στόχο όχι απλά την ικανοποίηση, αλλά την βελτιστοποίηση των ανθρώπινων αναγκών σε μία ανοδική πορεία ανθρώπινης απελευθέρωσης, με την πολιτική και φιλοσοφική έννοια. L. Doyal, I. Gough, (1991) A Theory of Human Need, MacMillan
***
Βιβλιογραφία
Αναστάσιος (Αρχιεπίσκοπος Τιράνων και πάσης Αλβανίας), (2000) - Παγκοσμιότητα και Ορθοδοξία, Εκδόσεις Ακρίτας, Ν. Σμύρνη.
Ιερόθεος Βλάχος, Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου, (1997) - Το πρόσωπο στην Ορθόδοξη παράδοση, Ιερά Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου, (Γ΄ έκδοση).
Ιερόθεος Βλάχος, Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου (2000) - Μεταξύ δύο Αιώνων, Ιερά Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου (Πελαγία), Λεβαδειά.
Β. Γιούλτσης (2005) - Η άλλη Θέαση του Κοινωνικού Εκδόσεις«Π. ΠΟΥΡΝΑΡΑ», Θεσσαλονίκη.
Χρ. Γιανναράς - Το πρόσωπο και ο έρως εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 1976.
J. Clark, (2003), Worlds Apart - Civil Society and the Battle for Ethical Globalization . Earthscan, London.
L. Doyal & I.Gough, (1991)- A Theory of Human Need, MacMillan London.
Αββά Δωροθέου (1883) - Έργα Ασκητικά, εκδόσεις «Ετοιμασία» Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου Καρέας.
L. Doyal, I. Gough, (1991) - A Theory of Human Need, MacMillan, London.
G. Esping Andersen (2006)- Γιατί Χρειαζόμαστε ένα Νέο Κράτος Πρόνοιας Διόνικος, Αθήνα.
F. Ewald (1995) - Η Ιστορία του Κράτους Πρόνοιας, Gutenberg, Αθήνα.
Ι. Ζηζιούλας Μητροπολίτης Περγάμου (1977) - Από το προσωπείον εις το πρόσωπον, Χαριστήρια εις τιμήν του Μητροπολίτου Γέροντος Χαλκηδόνος Μελίτωνος. Πατριαρχικόν Ίδρυμα Πατερικών Μελετών, Θεσσαλονίκη.
B. Jordan, (2006), - Social Policy in the 21st Century, Polity, Cambridge.
Α. Κατσιάρας, Μάρω Βαμβουνάκη (2003) - Όταν ο Θεός Πεθαίνει - μια συζήτηση. Εκδόσεις Δόμος, Αθήνα.
J. Kean (1998) - Civil Society, Old Images, New Visions, Polity Press, London.
Μ. Κορασίδου (1995) - Οι 'Αθλιοι των Αθηνών και οι Θεραπευτές τους, Gutenberg, Αθήνα.
Αρχιμ. Καλλ. Λυράκης (2004) - Διαπροσωπικές Σχέσεις, Αθήνα
Κ. Μάρξ (1978) - Το Κεφάλαιο, Τόμος Ι, Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα.
T. H. Marshall - T. Bottomore, (1995) - Ιδιότητα του Πολίτη και Κοινωνική Τάξη, Gutenberg, Αθήνα.
Λ. Μουσούρου (2005) - Οικογένεια και Οικογενειακή Πολιτική, Gutenberg, Αθήνα.
Ουλ. Μπέκ (1995) - Τι είναι Παγκοσμιοποίηση Καστανιώτης, Αθήνα.
Ν. Θ. Μπουγάτσος (επιμ.), (1998) - Κοινωνική Διδασκαλία Ελλήνων Πατέρων, τόμος 1ος, Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος.
Στ. Ράμφος - «Ο καημός του ενός», εκδόσεις Αρμός, 2000.
P. Spicker - «Το Κράτος Πρόνοιας - Μια γενική θεώρηση» (Ελληνική μετάφραση) εκδόσεις Διόνικος, 2004.
Π. Σταθόπουλος (1995) - Κοινωνική Πρόνοια, Μια Γενική Θεώρηση, Εκδόσεις Έλλην, Αθήνα.
Ο. Στασινοπούλου (1992) Κράτος Πρόνοιας- Ιστορική Εξέλιξη, Σύγχρονες Θεωρητικές Προσεγγίσεις, Gutenberg, Αθήνα.
Ο. Στασινοπούλου - Ζητήματα σύγχρονης κοινωνικής πολιτικής, Από το Κράτος Πρόνοιας στο «Νέο» Προνοιακό Πλουραλισμό, Gutenberg, 1996.
O. Στασινοπούλου, (2006) - Από τον Τρίτο Τομέα στην Παγκόσμια Κοινωνία των Πολιτών- η Σημασία των Ορισμών, στο Α. Φραγκούλη κ.ά επιμ. Οι Κοινωνικές Επιχειρήσεις στη Ψυχική Υγεία, ΠΕΨΑΕΕ, Χανιά, 2006.
Α. Σταυρόπουλος, (1999) - Ο Φιλοκαλικός 'Ανθρωπος, «Κοινωνία»,έτος ΜΒ΄, τ.2, Απριλίου-Ιουνίου 1999, σσ. 141-151.
Α. Σταυρόπουλος, (1991) - Προσωπικά και Πνευματικά Μέσα για τη Δημιουργική Αντιμετώπιση του Χάους, στο «Αξίες και Πολιτισμός - Αφιέρωμα στον Καθηγητή Ευάγγελο Θεοδώρου. Εκδόσεις Τήνος, Αθήνα.
J. Holloway (2006) - Aς Αλλάξουμε τον Κόσμο Χωρίς να Καταλάβουμε την Εξουσία, Σαββάλας, Αθήνα.
F. Williams (2007) - Αρχές Αναγνώρισης και Σεβασμού στο G. Lewis.. (κ.ά) (επιμ.) Κοινωνική Πολιτική, μια 'Αλλη Προσέγγιση. Gutenberg, 2007, σ. 417.

Ο ΡΩΜΑΝΙΔΗΣ ΤΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΥ ΒΛΑΧΟΥ


         
   Στο περιοδικό «ΘΕΟΛΟΓΙΑ», στο τεύχος 3 του 2011, υπάρχει μία συνοπτική έκθεση του Ιερόθεου Βλάχου, της Ορθοδόξου διδασκαλίας του Ρωμανίδη.

            Καλύτερα να μήν υπήρχε βεβαίως, διότι αν είναι πραγματικά αυτά που αναφέρονται στην θεολογία του, τότε θα πρέπει να λάβουμε τα μέτρα μας και με τον λόγο τού μακαριστού Ρωμανίδη, τον οποίο έχουμε αποδεχθεί πλήρως, σαν το αντίπαλο δέος του Ζηζιούλα και σαν την Φωνή των Πατέρων.
            Μαθητής του Φλωρόφσκι, όπως και ο Ζηζιούλας, έφερε πάνω του την βαρειά κληρονομιά των Ρώσων θεολογούντων της διασποράς. Θεωρείται ο Θεολόγος των ακτίστων ενεργειών και ταυτίστηκε με τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, χωρίς λόγο όπως θα δούμε! Αυτοί οι δύο μαθητές δίχασαν την σύγχρονη ελληνική θεολογία και συνεχίζουν να την συσκοτίζουν. Ο Ζηζιούλας, κατήργησε την θεολογία των ακτίστων ενεργειών του Ρωμανίδη και νομίζει πώς θεολογεί την αλήθεια. Ο Ρωμανίδης όμως ανέδειξε τις άκτιστες ενέργειες σάν την ουσία της Ορθοδόξου δογματικής και έφτασε και αυτός σε τραγικά λάθη. Και όπως ο Ζηζιούλας είναι σήμερα ο προφήτης των μορφωμένων θεολόγων, των διδακτορίσκων, ο Ρωμανίδης είναι των απλών φονταμενταλιστών. Σ’αυτό έπαιξαν ρόλο οι δύο μαθητές του Ρωμανίδη, ο Ιερόθεος Βλάχος και ο Μεταλληνός. Διότι εκτός της δογματικής απερισκεψίας του μακαριστού, απέκρυψαν και το αβυσσαλέο μίσος του εναντίον των Ελλήνων.
            Βασισμένος στην Θεολογία της καθάρσεως-φωτισμού και Θεώσεως, στον υπότιτλο της Φιλοκαλίας, πολέμησε την Θεολογία του προσώπου, ιδιαιτέρως μέσω των οργανωσιακών, οι οποίοι βρήκαν ένα θεμέλιο για να αντιμετωπίσουν τον Γιανναρά, τον μεγάλο τους αντίπαλο. Ο Ορθόδοξος Τύπος, για αρκετά χρόνια, είχε μετατραπεί σε ένα σκοτεινό άντρο συκοφαντίας, με τις πλάτες του Ρωμανίδη και των ακολούθων του.
Ο Ρωμανίδης λοιπόν δίδαξε την ύπαρξη μίας θεοποιού άκτιστης ενέργειας. Απλά, χωρίς Χριστό, χωρίς την οικονομία της Σωτηρίας. Σχεδόν χωρίς Εκκλησία, διότι οι θεωμένοι του δέν ήταν ακριβώς οι Άγιοι μας.
            Εάν αυτή η θεοποιός άκτιστη ενέργεια, η θέωση, υπάρχει σαν κοινή ενέργεια της Αγίας Τριάδος, τότε γιατί ενσαρκώθηκε ο Κύριος; Εάν οι προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, μετείχαν ήδη όλων των δωρεών των Αγίων της Εκκλησίας, τότε τί λόγο έχει η ύπαρξις της Θεοτόκου; Δέν καταντούν τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος απλές γέφυρες, που επιτρέπουν την διέλευση και απόκτηση αυτής της ακτίστου ενέργειας απο τον άνθρωπο; Υποστάσεις οι οποίες επιτρέπουν απλώς την διέλευση μέσω αυτών των ακτίστων ενεργειών;
            Βεβαίως το έργο του Ρωμανίδη έχει τεράστια Ιστορική αξία και σημασία, διότι μας φώτισε την κατάλληλη στιγμή, τις τεράστιες διαφορές της Εκκλησίας μας από τον Παπισμό και τον προτεσταντισμό. Αλλά ο σπόρος του δέν φύτρωσε. Χάθηκε στις επαρχιώτικες διαμάχες της Ελληνικής Θεολογίας, και εξόπλισε χέρια που έπρεπε να μείνουν άδεια. Δέν κατόρθωσε να προστατέψει την κληρονομιά του. Οδήγησε την Θεολογία του στα άκρα και η υπερβολή οδηγεί πάντοτε στο αντίθετό της.
            Ας δούμε μία πτυχή αυτής της καταστροφικής υπερβολής όπως την περιγράφει ο Ιερόθεος Βλάχος στήν σ. 45 του περιοδικού: «Οι προφήτες στην π.Διαθήκη ήταν ναοί του Αγίου Πνεύματος, γιατί μέσα τους ενεργούσε η προσευχή, είχαν αδιάλειπτη νοερά προσευχή και αυτό ήταν απόδειξη ότι το σώμα τους ήταν ναός του Αγίου πνεύματος και μέσα στον χώρο της πνευματικής καρδιάς γινόταν αδιάλειπτη λατρεία».
            Απόλυτη καταστροφή της Οικονομίας της σωτηρίας. Απόλυτος βιασμός της Θεολογίας των Πατέρων. Η κατάργηση τού Κυρίου. Όποιος ενδιαφέρεται αληθινά, μπορεί να μελετήσει την επιστολή πρός Σεραπίωνα του Μεγάλου Αθανασίου, όπου διδάσκεται η διάκριση των πνευμάτων. Μερετάκης, Έργα, τ.4, πρός Σεραπίωνα επιστολή Α.
            Οι υποτιθέμενοι μαθητές του, περίμεναν την Θεολογία του στην αντίθετη όχθη και την χρησιμοποίησαν για προσωπικούς λόγους, και την μείωσαν τυποποιώντας την εμπειρία της Αγιότητος. Όπως η σχολαστική δογματική με την οποία συγκρούστηκε, τυποποίησε την αλήθεια της Σωτηρίας μας, τον Κύριο, και μας άφησε ανάπηρους.
            Εάν κάποτε παρουσιαστεί στην Εκκλησία κατάλληλο έδαφος, ίσως ο σπόρος του καρπίσει, αφήνοντας στην άκρη τις υπερβολές.

Το ευχόμαστε
Αμέθυστος.

ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ & ΠΑΠΙΣΜΟΣ Απόσπασμα από ομιλία του π. Γ. Δ. Μεταλληνού, κοσμήτορα της Θεολ. σχολής του Πανεπ. Αθηνών, στην Εκκλησία του Αγ. Αντύπα, στο Γουδί, στις 09-02-06






Ερώτηση: Ποια είναι η θέση της Ορθόδοξης Εκκλησίας σχετικά με την παραχώρηση ορθοδόξων ναών για τέλεση λατρευτικών πράξεων σε ετεροδόξους; Κι αν επιχειρείται κάτι τέτοιο ποια πρέπει να είναι η θέση του λαού;



Απ.: Εάν δεν γίνεται, αυτό, με προδοτική διάθεση και γίνεται απλώς για να εξυπηρετηθούν. Π.χ.: οι Αρμένιοι δεν είναι Ορθόδοξοι. Είναι αιρετικοί. Είδατε να καβγαδίζουμε ποτέ με τους Αρμενίους, εδώ στην Ελλάδα; Όχι, γιατί είναι αδερφοί μας. Ανθρωπάκια το Θεού είναι κι αυτοί και δεν δημιουργήθηκε πρόβλημα. Δεν θέλουνε να καταλύσουνε την Ορθοδοξία. Οι Εβραίοι, όμως, οι αιρετικοί, οι παπικοί, οι προτεστάντες, θέλουν να χτυπήσουν την Ορθοδοξία. Εάν εγώ, ο δεσπότης, πω στους παπικούς να πάρουν τον ναό, για να δείξω ότι είμαστε όλοι το ίδιο κ.τ.λ., τότε βλασφημώ τη πίστη μου. Εάν όμως, ο άλλος ο άνθρωπος, θέλει κι αυτός να μπει κάπου δεν θα του δώσω την εκκλησία! Θα του δώσω έναν άλλον χώρο, μιαν αίθουσα της εκκλησίας και να κάνουν τη λατρεία τους μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο. Διότι δεν υπάρχει περίπτωση, αυτός ο άνθρωπος, να εκμεταλλεύεται την αγάπη που θα του δείξω.



Πρόσφατα ήμουν στη Στουτγκάρδη... Βέβαια πάω συχνά στην Γερμανία, αρχικά την εγκατέλειψα το ‘75, όπου τελείωσε ο πρώτος κύκλος επαφής μου με τη Γερμανία. Από τότε, λοιπόν, μέχρι σήμερα απέκτησαν (οι ορθόδοξοι) χώρους. Τότε εγώ δεν είχα χώρους. Πού θα λειτουργούσα; Κάτω από μια γέφυρα, με 16 βαθμούς υπό το μηδέν; Πήγαινα λοιπόν, κυρίως σε προτεστάντες (πήγαινα σ’ αυτούς γιατί είναι ρεμπέτ ασκέρ, είναι ακίνδυνοι δηλαδή, ενώ οι παπικοί που είναι ογκόλιθος είναι πραγματικά επικίνδυνοι) και τους έλεγα: «Έχετε καμιά αίθουσα γυμναστηρίου;». Μας δίναν κάποια αίθουσα κι εμείς πηγαίναμε μέσα. Κι αν ποτέ πήρα κάποια εκκλησία δεν λειτουργούσα ποτέ στην Αγία Τράπεζα. Είχα ένα τραπέζι, έβαζα το αντιμήνσιον (είναι φορητή η Αγία Τράπεζα) και επάνω εκεί λειτουργούσα. Διότι έχουμε ανάγκη. Αυτοί τι μου λέγανε βέβαια; «Ελάτε την προσεχή εβδομάδα να συλλειτουργήσουμε». Τους έλεγα, εγώ, ότι δεν έχουμε συλλειτουργίες. Τότε, λέγανε, «να συμπροσευχηθούμε». «Θα έλθει η ένωση και θα συμπροσευχηθούμε», έλεγα. Και τότε μας έλεγαν ότι «η αίθουσα μας χρειάζεται» ή «ο ναός μας χρειάζεται». Εγώ, τα έζησα όλα αυτά!



Το ίδιο είχε γίνει στη σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας το 1438. Έλεγε ο πάπας στους δικούς μας «Ξέρετε, ζητούσαμε ναό για να λειτουργήσουμε». Και τότε ο Μάρκος ο Ευγενικός ζητούσε ναό, να βάλει ένα τραπέζι για να λειτουργήσει. Το χώρο ζητούσε. Και ξέρετε, αν το δούμε ορθόδοξα, δεν υπάρχει μεγαλύτερη ευλογία μέσα σε παπικό ναό να κηρύττεις κατά του παπισμού! Μη το πάτε φανατικά. Πας τόπος είναι αγιασμένος! Άμα βάλεις το αντιμήνσιον που είναι Αγία Τράπεζα, γίνεται του Χριστού. Προσέξτε όμως: οι παπικοί τους λέγανε «Οι μεγάλες εκκλησίες είναι πολύ μεγάλες και δεν σας κάνουν. Οι μικρές εκκλησίες είναι πολύ στενές και δεν σας κάνουν. Δεν μπορούμε, λοιπόν, να σας δώσουμε ναό». Έτσι τους λέγανε. Τα ζήσαμε κι εμείς στη Δύση. Όταν εδώ όμως, ένας Δεσπότης μας που γνωρίζετε, που λέει ότι δεν είναι αίρεση και είναι σχίσμα ο Παπισμός, από ’κει φαίνεται ότι είναι αιρετικός αυτός ο Δεσπότης. Δεν ξέρει τι του γίνεται, ή μάλλον, ξέρει και τα καταπατεί. Κι ο Θεός να τον συγχωρήσει και να τον φωτίσει! Όταν ο Δεσπότης θέλει να δώσει τον ναό για να φανεί ότι είμαστε μία εκκλησία, τότε είναι του διαβόλου, βέβαια. Αλλά όταν ο άλλος το έχει ανάγκη και σου το ζητάει ειλικρινά να του δώσεις ένα χώρο; Πρώτα απ’ όλα δεν είναι σατανιστική ομάδα για να πω ότι είναι σατανισμός για να μη το δώσω σε σατανιστές. Αλλά αν είναι ένας, όπως οι Αρμένιοι που δεν έχουν που να πάνε και ζητήσουν να λειτουργήσουν εδώ, θα τους πω «Εδώ μπορείτε να λειτουργήσετε αλλά όχι στην Αγία Τράπεζα». Και η Χάρις του Θεού να τους φωτίσει. Αλλά εκείνο γίνεται με σκοπιμότητα! Άλλο η σκοπιμότητα και άλλο η ανάγκη και η εξυπηρέτηση των ανθρώπων. Και μη πάμε σε φανατισμούς, είτε προς τη μία πλευρά είτε προς την άλλη.



Ερ.: Μήπως αυτό είναι απαρχή υποχωρήσεων σε όλα τα επίπεδα;



Απ.: Ο ποιμένας καταλαβαίνει με τη Χάρη του Θεού την τάση του άλλου. Όταν καταλάβουμε ότι έρχονται με πονηρία τότε δεν έχουμε να τους δώσουμε τίποτα. Αλλά μόνο αν υπάρχει ανάγκη εξυπηρετήσεως, μέχρι ένα διάστημα. Και δεν σας είπα να καλέσουμε μουσουλμάνους! Μιλάμε για παπικούς και προτεστάντες. Οι παπικοί και οι προτεστάντες έχουν κάτι από το Χριστιανισμό. Μπορεί να είναι στραβό το ξύλο αλλά το ξύλο είναι χριστιανικό.



Αν όμως ο Δεσπότης το κάνει για να ανοίξει το δρόμο στην ένωση τότε ενεργεί ως διάβολος και όχι ως Επίσκοπος.



Ερ.: Επιτρέπεται η μνημόνευση ετεροδόξων στη θεία λατρεία;



Απ.: Όχι. Λέμε «υπέρ των ευσεβών και ορθοδόξων χριστιανών». Οι Οικουμενιστές το έχουν βγάλει αυτό και στις φυλλάδες, τα βιβλία, που τυπώθησαν από την Αποστολική Διακονία στα τελευταία χρόνια, δεν το έχουν. Και έρχεται ένας λειτουργιολόγος, που είναι σπουδαίος, από τη Θεσσαλονίκη και λέει ότι «στα αρχαία δεν υπήρχε αυτό». Μα στα αρχαία δεν υπήρχε πρόβλημα! Σήμερα είναι ανάγκη να το βάλουμε. Τώρα αν έρχεται ένας ικανότατος επιστήμονας και λέει αυτή τη βλακεία τι να τον κάνω...; Τον αγαπώ ως άνθρωπο αλλά λέει μπούρδες, λέει βλακείες. Και θέλατε στα αποστολικά χρόνια να λέει «υπέρ των ευσεβών και ορθοδόξων χριστιανών» που δεν υπήρχε το πρόβλημα; Το έχουνε βγάλει, λοιπόν, αυτό για να μη θίγονται. Το μυστήριο (κι όλα τα μυστήρια), γίνεται για τους ορθοδόξους. Ευχόμεθα, όμως, «υπέρ σύμπαντος κόσμου... υπέρ ευκρασίας αέρων... ευφορίας...» δηλαδή και οι άλλοι να ζήσουν για να βρουν το δρόμο της Σωτηρίας. Η λατρεία και μάλιστα η Θεία Ευχαριστία, είναι εσωτερική υπόθεση. Θέλουμε να γίνουν ορθόδοξοι; Θα γίνουν αυτά, έρχονται. Δόξα τω Θεώ. Μας αναγκάζουν να τρέξουμε. Γι’ αυτό κάποιοι παλαιοημερολογίτες ηλιθίων, που λένε «Αιρετικοί οι νεοημερολογίτες» κ.τ.λ., δεν είναι χριστιανοί. Όπως και οι δικοί μας όταν λένε αιρετικά τα μυστήρια των παλαιοημερολογιτών. Αναγνωρίζουμε τον Παπισμό ως σχίσμα και κατηγορούμε και απορρίπτουμε ως αίρεση τους παλαιοημερολογίτες! Μια σχισματική στάση υπάρχει αλλά εμείς φταίμε και όχι εκείνοι. Άλλο το που κατάντησαν, μετά, εκείνοι. Σήμερα είναι 12 Αρχιεπίσκοποι και 12 σώματα παλαιοημερολογιτών.



Αυτά είναι αμαρτίες. Θα πρέπει, λοιπόν, εν αγάπη να βλέπουμε οι μεν προς τους δε διότι πλησιάζουμε στην ορθή τοποθέτηση απέναντι στα πράγματα. Κι όταν, λοιπόν, έρθει αυτή η μέρα, που θα έρθει (δε ξέρω αν θα έρθει στις ημέρες μου) και ξέρετε, τότε; Η λειτουργία θα γίνει όπως ήταν τότε, στους πρώτους αιώνες, μέχρι τον 8ο, 9ο, 10ο αιώνα που λέγαμε «τας θύρας τας θύρας εν σοφία πρόσχωμεν». Και θα κοιτάζει ο ένας τον άλλον, αν είναι ορθόδοξος, να τον παίρνει και να του λέει «Σας παρακαλώ πολύ, βγέστε τώρα έξω (οι κατηχούμενοι, οι μετανοούντες) για να κάνουμε το μυστήριον της Θείας Ευχαριστίας». Και θα κοινωνούμε όλοι, θα εξομολογούμεθα όλοι, κ.τ.λ.. Έχουμε ένα δρόμο ακόμα, λοιπόν. Κάποιοι, η «μαγιά» που λέει ο Μακρυγιάννης, θα μείνουν και θα φτάσει σ’ αυτό το σημείο. Άρα, χωρίς φανατισμούς και χωρίς απολυτότητες.



Δε λέω για σας. Αλλά, ξέρετε, όταν αυτό που κυριαρχεί μέσα μας λόγω αγανακτήσεως, πολλές φορές, η έκρηξη οργής, κ.τ.λ., αντί να οργιζόμεθα ας προσευχηθούμε. Ποιος προσεύχεται; Οι φωνές ακούγονται, η προσευχή δεν ακούγεται! Ακούγεται από το Θεό. Ποιος τη λαμβάνει υπ’ όψη την προσευχή; Να κάτσετε εκεί και να λέτε «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησε τον παπα-Γώργη...». Τότε θα με βοηθήσετε. Αν έρθετε επειδή κάνω κάτι για να με πείτε «μασκαρά», «απατεώνα», «τι κάνεις εκεί», θα με κάνετε χειρότερο. Και το έγκλημα θα είναι δικό σας. Αφήστε τα, λοιπόν, στο Θεό να τα ακούσει για να μου ρίξει κεραυνούς αγάπης, κεραυνούς Χάριτος! Όχι σαν το Δία να με καταστρέψει. Να μου ρίξει ατομική βόμβα της αγάπης Του! Να μπω μέσα στην αγάπη, να κολυμπήσω και να νοιώσω αναγεννημένος. Δεν είναι εικόνες αυτές, είναι πραγματικότητα.



Σ’ αυτό τον Δεσπότη, λοιπόν, που ενεργεί με πονηρό τρόπο, θα του λέμε πρώτον «ουκ έξεστί σοι» (Μάρκ. ς΄/6, 18), «δεν έχεις δίκιο» και από την άλλη θα λέμε «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον τον δούλο σου», τον Επίσκοπο. Είναι θέμα Θεού, λοιπόν. Όχι δικό μας. Κι αν έχουμε και Σύνοδο είναι θέμα Συνόδου.



Ετοιμάζεται ο Μακαριώτατος να πάει στον Πάπα. Θέλει αναγνώριση από τον Πάπα! Μα δεν καταλαβαίνουμε; Ο Πάπας είναι κράτος, το συμφέρον του ζητά. Δίνει ένα ποτήρι νερό για να πάρει αίμα, αυτό το ξαναλέω. Και τι κάνουν τώρα; Αυτό το έζησα γιατί ο Θεός αγαπάει τον κλέφτη, κ.τ.λ.. Με πήρε ένας ευσεβέστατος κληρικός από την Κρήτη (Κρητικός με τα όλα του αλλά ορθόδοξος, γιατί πολλοί Κρητικοί δεν είναι ορθόδοξοι) και μου λέει «Παπα-Γιώργη, έχω ένα πνευματικό παιδί, που καμιά φορά έρχεται και στον Άγιο Αντύπα (δεν το γνωρίζω το παιδί). Στο οικοτροφείο της Αποστολικής Διακονίας τους είπε ο διευθυντής ότι όλοι μαζί θα πάνε εκδρομή στη Ρώμη και στο Βατικανό. Και τους δίδασκε, πώς θα γονατίσουν για να φιλήσουν το χέρι του Πάπα, για να τον αναγνωρίσουν, δηλαδή, ως Επίσκοπο της εκκλησίας του Χριστού». Και τούτο το παιδί, λοιπόν, σηκώθηκε και λέει «Δεν είναι δυνατό να πάμε. Ο Πάπας είναι αιρετικός». Λένε αυτοί «Μην ακούτε τι σας λένε κάποιοι θεολόγοι,» (εμένα εννοούσε και τον Ζήση και δεν είμαστε μόνο εμείς, ευτυχώς) «διότι ο Πάπας είναι σχίσμα». Τους παλαιοημερολογίτες τους απορρίπτουμε ως αιρετικούς και τον Πάπα ως σχισματικό. Κι επομένως είναι αδερφός μας, είναι «δίπλα μας»! Και του λένε τα παιδιά «Όχι, εμείς δεν θέλουμε να πάμε». Έγινε ολόκληρη φασαρία. Το απέφυγαν αυτό. Αλλά θα γίνει αργότερα.



Από κάθε μητρόπολη, από την Αθήνα και τις άλλες μητροπόλεις κάθε χρόνο, κατά διαστήματα, τους παίρνουνε με τη βία, κατά κάποιο τρόπο, γιατί ο άλλος σκέφτεται το μισθό του. Και διαλέγουν και παίρνουν κάποια άτομα, παπάδες και πάνε στο Βατικανό και φιλούν τα πόδια και τα χέρια του Πάπα. Δημιουργείται, δηλαδή, κίνηση Ουνίας όπως έγινε μετά το 1439. Τότε αρχίζει στη πράξη η Ουνία. Αυτό κάνουν και σήμερα από Θεσσαλονίκη, Αθήνα και άλλες μητροπόλεις. Και σε λίγο, σε λίγα χρόνια, δεν θα υπάρχει κληρικός που δεν θα’ χει πάει να προσκυνήσει τον Πάπα και να αναγνωρίσει τον Πάπα όχι μόνον ως Επίσκοπο της εκκλησίας αλλά και ως κεφαλή της Εκκλησίας του Χριστού. Όταν λέει το Πατριαρχείο «η Παλαιά Ρώμη», η «Νέα Ρώμη» και άρα «η Πρεσβυτέρα Ρώμη», σέβομαι προσωπικά τον βαθμό. Άμα γίνει ορθόδοξος ο Πάπας τότε θα του φιλήσω κι εγώ τα πόδια. Και θα πω «δόξα σοι Κύριε, δόξα σοι»!


Αλλά αυτό το τραγελαφικό σύστημα, το σατανικό καθεστώς που λέγεται Κράτος του Βατικανού που δεν είναι εκκλησία, όπως έλεγε ο βλάχος ο Σεραφείμ (είχε κι εκείνος τα δικά του. Απ’ όσα λένε άλλα είναι αληθινά και άλλα ψεύτικα). Έλεγε «Ρε παιδιά,» (στα βλάχικα, Θεσσαλός ήταν) «είναι εκκλησία το Βατικανό;». και λέγαμε «Όχι Μακαριώτατε». «Είπα κι εγώ!», απαντούσε. Μας το’ λεγε κάθε φορά που έβλεπε θεολόγο, για να το εμπεδώσουμε. Το έλεγε ο Σεραφείμ. Τώρα πάμε όλοι και φιλούμε τον Πάπα! Προσέξτε: αν έβλεπα τον Πάπα ως γέροντα (είναι 79-80 ετών) με πολιτικά, χωρίς να ξέρω ποιος είναι και έβλεπα πως είχε κάποιο πρόβλημα, θα πάω να τον στηρίξω και να του πω «Παππού, έλα να σε βοηθήσω». Αν είμαι εγώ καθισμένος, να του δώσω τη θέση μου. Αυτή τη στιγμή δεν είναι ένας παππούς, ένας άνθρωπος που έχει ανάγκη και ζητάει βοήθεια από τον συνάνθρωπό του, αλλά είναι εκπρόσωπος του Σατανά, πραγματικά, διότι είναι η καταστροφή του Χριστιανισμού! Δεν μπορεί να είναι κράτος, ο Χριστιανισμός, να έχει πρωτεία εξουσίας, αλάθητα κ.τ.λ.. Αυτό είναι κατάργηση της πατερικής και αποστολικής εκκλησιολογίας! Αυτό είναι το θέμα! Είναι άλλη εκκλησία, «χριστιανισμός άλλου είδους», που πολύ ωραία λέει ο Γιανναράς. Τι σχέση έχει με την Εκκλησία του Χριστού αυτό που λέμε Βατικανό; Ο παπικός ο άνθρωπος δεν μου φταίει. Αν πεινάει θα του δώσω να φάει. Αν κρυώνει θα τον ντύσω. Άλλο το ένα κι άλλο το άλλο. Δεν είναι θέμα μίσους ή αγάπης. Είναι θέμα Σωτηρίας. Γιατί όταν ο παπικός δεν παίρνει Χάρη ενώ ο παπισμός κλείνει με μαντάλους την Χάρη του Θεού, τις πόρτες προς τη Χάρη τότε γίνεται ανατροπή των πάντων. Πραγματικά είναι ανατροπή κάθε πράγματος που έχει σχέση με τον Χριστιανισμό.

Νεόφυτος μοναχός Γρηγοριάτης: Οι περί θεολογίας αναφορές του Αγίου Ιωάννου Σιναΐτου

ΒΗΜΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ



Του Νεόφυτου μοναχού Γρηγοριάτη-Ο μακαριστός πατήρ Γεώργιος Φλωρόφσκυ, που είναι ο μέγιστος θεολόγος τού (20ου) εικοστού αιώνος μετά Χριστόν, είπε κάποτε τα εξής τρία:
«Πρώτον: Σήμερα δεν έχουμε απλώς κρίση θεολογίας, αλλά πρωτίστως έχουμε κρίση πίστεως.».
«Δεύτερον: Αν δεν ανέβω στο ιερό βήμα να τελέσω την Θεία Λειτουργία, δεν ανεβαίνω στο καθηγητικό βήμα για να διδάξω ή να κηρύξω.».
«Τρίτον: Πνευματικά είμαστε όλοι Έλληνες.».

Τα τρία αυτά αποφθέγματα είναι πατερικώτατα, ορθοδοξώτατα, Ελληνικώτατα. Εκφράζουν εν ολίγοι τα αδιέξοδα, πνευματικά και θεολογικά, στα οποία περιήλθε όλος ο σύγχρονος κόσμος, αλλά δίδουν και τη λύση των αδιεξόδων αυτών: Η Ορθόδοξη Θεία Λειτουργία και η Ελληνορθόδοξη Παράδοση, Ζωή, Πολιτισμός, Θεολογία και Πνευματικότητα. Στα ίχνη, λοιπόν, των αγίων Πατέρων, παλαιών και νέων, όπως είναι οι σύγχρονοί μας ορθόδοξοι θεολόγοι πατήρ Γεώργιος Φλωρόφσκυ, πατήρ Ιουστίνος Πόποβιτς, πατήρ Δημήτριος Στανιλοάε, Μητροπολίτης Ναυπάκτου πατήρ Ιερόθεος Βλάχος, πατήρ Ιωάννης Ρωμανίδης, πατήρ Γεώργιος Μεταλληνός, πατήρ Θεόδωρος Ζήσης, πατήρ Γεώργιος Καψάνης, Κωνσταντίνος Μουρατίδης, Γεώργιος Μαντζαρίδης και Παναγιώτης Νέλλας, ας βαδίσουμε και εμείς ταπεινά, υπάκουα, με πνεύμα μαθητείας, αφανείας, αδοξίας, αφιλαργυρίας, αφιλοδοξίας και αφιληδονίας.
Θα θέλαμε στην παρούσα αναφορά να φανερώσουμε, δείξουμε εκείνα τα χωρία από το βιβλίο του Αγίου Ιωάννου Σιναΐτου, η Κλίμακα, τα οποία αναφέρονται στην υπόθεση «θεολογία». Διότι ανα δεν επιστρέψουμε δημιουργικά, όχι στατικά και μουμιοποιημένα, στην Ορθόδοξη Θεολογία των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας, δεν πρόκειται να εξέλθουμε νικητές στον αγώνα μας κατά του διαβόλου και των οργάνων του. Ο διάβολος πάντοτε, ιδιαιτέρως όμως σήμερα, πολεμάει την Ορθόδοξη Εκκλησία και το ανθρώπινο γένος και με αιρετικές θέσεις θεολογικές, διαστρεβλώνοντας ακόμη και τα πατερικά κείμενα. Το αποτέλεσμα είναι ότι κατοχυρώνονται η λήθη, η άγνοια και η ραθυμία μας, η φιλοδοξία, η φιλαργυρία και η φιληδονία μας με πατερικά κείμενα!
Ας δούμε, λοιπόν, τι λέγει περί θεολογίας ο Άγιος Ιωάννης Σιναΐτης, τον οποίον παρακαλούμε ταπεινώς να μας φωτίζει πάντοτε να ορθοτομούμε τον λόγο της αληθείας:
1. «Δεν θα κατηγορηθούμε, αγαπητοί μου, δεν θα κατηγορηθούμε την ώρα του θανάτου μας, διότι δεν εθαυματουργήσαμε ή διότι δεν εθεολογήσαμε ή διότι δεν εγίναμε θεωρητικοί. Οπωσδήποτε όμως θα δώσουμε λόγο στον Θεό, διότι δεν επενθήσαμε συνεχώς.».
(Αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου, Κλίμαξ, εκδ. Ιεράς Μονής Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής 1978, Λόγος Ζ’, περί χαροποιού πένθους, σελ. 155 – 156).
Σχόλιο: Επομένως, απαραίτητη προϋπόθεση για να θεολογεί κάποιος Ορθοδόξως και Ανατολικώς, είναι το χαροποιόν πένθος, χωρίς το οποίον, πρόσωπον Θεού δεν πρόκειται να δούμε. Άλλωστε η κάθαρση των παθών, ο φωτισμός και η θεία έλλαμψη, που είναι τα τρία στάδια της θεώσεως, δε γίνονται κατορθωτά, χωρίς το χαροποιόν πένθος.
2. «Ο βυθός των δογμάτων είναι βαθύς και ο νους του ησυχαστού πηδά και βυθίζεται σ’ αυτά, όχι χωρίς κίνδυνο. Είναι επικίνδυνο να κολυμπά κανείς με τα ρούχα του• ομοίως και το να εγγίζει την θεολογία, ενώ έχει πάθη..».
(Αγίου Ιωάννου Σιναΐτου, Κλίμαξ, ένθα ανωτέρω, Λόγος ΚΖ’, περί ησυχίας, σελ. 336).
Σχόλιο: Ο φιλόσοφος και θεολόγος κύριος Χρήστος Γιανναράς «εκολύμπησε με τα ρούχα του στα βαθειά νερά και πνίγηκε», διότι χωρίς να έχει απαλλαγεί από τα πάθη, ετόλμησε να βυθισθεί, μέσα στο βυθό των δογμάτων με εγωιστική έπαρση, διανοουμενίστικη νοησιαρχία, ορθολογισμό και ακαδημαϊκή επιστημοσύνη. Ας προσέξουμε και εμείς λοιπόν, να μην πάθουμε τα ίδια.
3. «Η αύξησις του φόβου είναι αρχή της αγάπης. Και το τέλος της αγνείας είναι προϋπόθεσις της θεολογίας. Εκείνος που ένωσε τελείως τις αισθήσεις του με τον Θεό, μυσταγωγείται στη θεολογία από τον ίδιο τον Θεό. Εάν όμως, οι αισθήσεις δεν έχουν ενωθεί με τον Θεόν, είναι δύσκολο και επικίνδυνο να θεολογεί κανείς.
Ο ενυπόστατος Λόγος του Θεού Πατρός σε εκείνον που θα κατοικήσει, θα χαρίσει τελεία αγνότητα και καθαρότητα νεκρώνοντας τον θάνατο(δηλαδή τα πάθη που νεκρώνουν την ψυχή). Μετά από την νέκρωση αυτή, ο μαθητής του Χριστού φωτίζεται και γίνεται γνώστης της θεολογίας. Ο αγνός γνωρίζει τον Αγνόν, εφ’ όσον «ο Λόγος Κυρίου, δηλαδή ο Υιός του Κυρίου και Θεού, αγνός εστί διαμένων εις αιώνα αιώνος.» (Πρβλ. Ψαλμοί ια’ 7, ιη’ 10). Και όποιος δεν εγνώρισε κατ’ αυτόν τον τρόπον τον Θεό, ομιλεί περί Θεού «στατιστικώς».
(Αγίου Ιωάννου Σιναΐτου, Κλίμαξ, ένθα ανωτέρω, Λόγος Λ’, περί αγάπης, ελπίδος και πίστεως, σελ. 376 – 377).
4. «Υπάρχουν μερικοί ακάθαρτοι δαίμονες, που μόλις αρχίσει κάποιος την μελέτη τής Αγίας Γραφής, του αποκαλύπτουν την ερμηνεία της. Τούτο ιδιαίτερα αγαπούν να το κάνουν σε καρδιές κενοδόξων ανθρώπων και μάλιστα μορφωμένων ανθρώπων με την κατά κόσμον παιδεία. Και αποσκοπούν να τους ρίξουν σε αιρέσεις και βλάσφημες ιδέες απατώντας τους σιγά-σιγά. Θα αντιληφθούμε καλώς τη δαιμονική αυτή θεολογία ή καλύτερα βαττολογία (φλυαρία) από την ταραχή και ακατάστατη και άτακτη ευχαρίστηση που δημιουργείται στην ψυχή την ώρα της εξηγήσεως».. (Αγίου Ιωάννου Σιναΐτου, Κλίμαξ, ένθα ανωτέρω, Λόγος ΚΣΤ’, περί διακρίσεως – Β’, σελ. 316)
.
Σχόλιο: Το απόσπασμα αυτό ταιριάζει στους προτεστάντες, στους καθολικούς και ιδίως στους πεντηκοστιανούς. Διότι ορισμένες αντιλήψεις που διατυπώνουν είναι ορθές, όχι όλες (στην πλειοψηφία τους οι αντιλήψεις τους είναι αιρετικές. Αναμειγνύουν την αίρεση με την αλήθεια για να ξεγελάσουν τους ανθρώπους, ιδίως τους χριστιανούς), όμως τί συμβαίνει; Υπερήφανοι κατά καρδίαν, επειδή κατάφεραν να δώσουν μία σωστή ερμηνεία, λόγω κοσμικής, ακόμη και ακαδημαϊκής επιστημονικής θεολογικής παιδείας, πιστεύουν ότι είναι μεγάλοι πατέρες και θεολόγοι της Εκκλησίας. Η θεολογία τους όμως, όπως λέγει ο Άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης, είναι δαιμονική και προκαλεί ταραχή και αταξία. Πιστεύουμε ότι προκαλεί τους αναγνώστες και ακροατές αυτής της θεολογίας να γίνουν άθεοι, ειδωλολάτρες, αιρετικοί. Τέτοια δεν είναι η θεολογία που διδάσκεται σχεδόν σε όλες τις Θεολογικές Σχολές Πανεπιστημιακού επιπέδου σε όλο τον κόσμο, ορθόδοξο και μη ορθόδοξο;
Το συμπέρασμα αυτού του σύντομου άρθρου περί θεολογίας είναι ότι: «Πραγματική, λοιπόν, θεολογία είναι η αυτοαποκάλυψις του Θεού, η οποία αυτοαποκάλυψις είναι και αποκάλυψις της κοινωνίας και της ενότητος εν πληρότητι, που έχουν τα πρόσωπα ταύτα.
Όταν λέμε για κάποιον άνθρωπο ότι είναι θεολόγος, θα πρέπει εν τω θεολόγω να αυτοαποκαλύπτει ο Θεός τον εαυτό Του ή ο θεολόγος να αποκαλύπτει τον Θεόν, έσωθεν βγάζοντς κάτι που του το δίνει ο ίδιος ο Θεός….
… Ο ίδιος ο προσευχόμενος, όπως η προσευχή του, είναι θεολόγος (Πρβλ. Νείλου ασκητού, περί προσευχής αρ. 61, φιλοκαλία, τόμος Α’, σελ. 182). Και αυτή η λατρεία μας τί άλλο δείχνει παρά τον Θεόν, ένα όντα μαζί με όλα Του το ποίμνιο, το οποίο δεν καταργεί την ενότητά του, αν και το ποίμνιο αυτό ολόκληρο ενσωματώνεται μέσα εις Εκείνον.
Επομένως, η Θεολογία είναι μία βίωσις του Θεού, είναι μία χώρησις μέσα μας, μία εσωτερική γνώσις των σπλάχνων μου, του πνεύματός μου, γνώσις της Τριαδικής Μονάδος, την οποίαν μαρτυρώ…
(Αρχιμ. Αιμιλιανού, Καθηγουμένου της Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας Αγίου Όρους, Κατηχήσεις και Λόγοι αρ. 2, Ζωή εν Πνεύματι, Λόγος περί Θεολογίας και βιώματος, εκδ. Ορμύλια 1998, σελ. 305 – 306, 310).
«Ει θεολόγος ει, αληθώς προσεύξη• ει αληθώς προσεύξη, θεολόγος ει».
(Εάν είσαι θεολόγος, να προσεύχεσαι αληθινά• εάν αληθινά προσεύχεσαι, είσαι θεολόγος) Άγιος Νείλος ασκητής, περί προσευχής.

«Εάν ημείς σιωπήσωμεν, οι λίθοι κεκράξονται» (Λουκ. 19, 40) (Πρωτοπρ. Γεώργιος Μεταλληνός, Κοσμήτωρ της Θεολογικής Σχολής του Παν/μίου Αθηνών)


theologia
Η επίσκεψη του Πάπα Βενεδίκτου ΙΣΤ΄ στην Πόλη και του Αρχιεπισκόπου κ. Χριστοδούλου στο Βατικανό προκά­λεσαν ποικίλα σχόλια στον Τύπο, άλλα και παραλήρημα ενθουσιασμού τόσο στους οικουμενιστικούς κύκλους, όσο και σ’ εκεί­νους των αρχιεπισκοπικών χειροκροτητών και αυλοκολάκων, που εξαρτούν από την κοσμική αίγλη και ισχύ του Μακαριωτάτου και την δική τους προβολή και κοινωνική καταξίωση.
Πριν, όμως, καταγραφεί και η δική μου ταπεινή άποψη, ως απάντηση στην απορία κάποιων για την «δήθεν» σιωπή μου —και λέγω «δήθεν», διότι δεν έλειψαν οι τηλεο­πτικές τοποθετήσεις μου— θέλω να επαι­νέσω τις σπουδαίες αναφορές στο θέμα του αγαπητού συναδέλφου και συναγωνιστού π. Θεοδώρου Ζήση, του σεβαστού μου καθηγητού κ. Ιω. Κορναράκη και του κ. Γεωργίου Ζερβού στον «Ορθόδοξο Τύπο» της 22.12.2006, αλλά και του καθηγητού κ. Χρήστου Γιανναρά στην όπως πάντα εντυ­πωσιακή επιφυλλίδα του στην «Κυριακάτι­κη Καθημερινή» της 24ης του ιδίου μηνός. Προσυπογράφω τις εύστοχες επισημάνσεις όλων των παραπάνω και δηλώνω ταυτισμένος μαζί τους στην προσπάθεια να σωθούν η αξιοπρέπεια και ο αυτοσεβασμός σ’ αυτό τον τόπο. Θα περιορισθώ γι’ αυτό σε μερικές μόνον παρατηρήσεις.
Ρωτούν πολλοί —καλοπροαίρετα, όπως πιστεύω— τι κακό γίνεται με τις συναντήσεις και επισκέψεις αυτές, ώστε να δικαιολογούνται οι διαμαρτυρίες. Επαναλαμβάνω, λοιπόν, ό,τι και μετά την επίσκεψη του Πάπα Ιωάννου — Παύλου Β’ στην Αθήνα το 2001 είχα επισημάνει. Αν οι επαφές αυτές έμεναν στο πολιτικό πλαίσιο (εφ’ όσον μάλι­στα ο Πάπας είναι «ηγεμών» του Βατικανού [«Souverain du Vatican» είναι ένας τίτλος του] και, συνεπώς, αρχηγός Κράτους), το πράγμα δεν θα ήταν τόσο σοβαρό. Οι συνα­ντήσεις, όμως, αυτές γίνονται σε πλαίσιο «εκκλησιαστικό» και αναγνωρίζεται από κο­ρυφαίους εκπροσώπους της Ορθοδοξίας ο Πάπας ως επίσκοπος της Εκκλησίας του Χριστού. Οπότε αναγνωρίζεται σιωπηρά και το Βατικανό, ή έστω η Ρωμαιοκαθολική (Παπική, ορθότερα) «Εκκλησία» ως Εκκλησία του Χριστού, αυθεντικός δηλαδή Χριστιανι­σμός, με de facto αμνήστευση των αιρέσεων και πλανών της, που είναι τόσαι πολλαί, ώστε δίκαια να χαρακτηρίζεται από μεγάλους θε­ολόγους μας ως «παναίρεση». Τι άλλο θα μπορούσε να διεκδικήσει ο Παπισμός από την αμνήστευσή του και την καταξίωσή του ως Εκκλησίας, όπως, δηλαδή, είναι τα Ορθόδοξα Πατριαρχεία της Ανατολής; Για μια ακόμη, δηλαδή, φορά επιβεβαιώνεται η άμ­βλυνση των συνειδήσεων Ορθοδόξων ηγε­τών, ώστε διαγράφοντας Συνόδους, Πατέ­ρες και Κανόνες και την σωτηριολογική διδασκαλία τους, να ταυτίζουν την αίρεση με την Εκκλησία του Χρίστου και την πλάνη με τη θεολογία των Αγίων μας.
Αποδεικτικό υλικό θα αντλήσω από τα επίσημα κείμενα, που διαβάσθηκαν στη Ρώμη. Θα περιορισθώ δε σε θεολογικές επισημάνσεις.
Στο «απολυτίκιο» της τελετής για την παρα­λαβή τμήματος της αλύσεως του Απ. Παύλου, γί­νεται λόγος για «την Εκκλησία της Ρώμης» με αναφορά, όμως, στον Παπισμό, που δεν είναι φυ­σικά συνέχεια της προ του σχίσματος εκεί Εκκλη­σίας. Το ίδιο και στην ακολουθούσα Ευχή διαβάζουμε: «Τη φιλαδέλφω διαθέσει της εν Ρώμη παροικούσης Εκκλησίας σου», για την οποία φράση ισχύει το προηγούμενο σχόλιό μας. Το κτητικό μά­λιστα "σου", σχετιζόμενο με τον Ι. Χριστόν, απο­κλείει κάθε περίπτωση συγχύσεως. Η σημερινή, λοιπόν, «Εκκλησία» της Ρώμης είναι Εκκλησία του Ιησού Χριστού, με την οποία ταυτίζεται χωρίς κανένα δισταγμό και η Εκκλησία της Ελλάδος.
Για όσους έχουν αυτή την γνώμη, θα παρατηρή­σουμε, ότι οι Επίσκοποι (Μητροπολίται) της Εκκλησίας μας είναι για το πλήρωμα συνεχιστές και φορείς της Ορθοδοξίας των Αγίων Πατέρων μας. Αν, όμως, η σημερινή «Εκκλησία» της Ρώμης είναι κατά τους Επισκόπους μας και αυτή Εκκλησία του Χριστού, τότε αυτομάτως αυτοί εξισούνται με τους παπικούς «Επισκόπους» και συνεπώς δέ­χονται οι ίδιοι, ότι είναι έκτος Ορθοδοξίας… Εμείς ως κληρικοί και λαϊκοί, μέλη της «Μιας, Αγίας, Κα­θολικής (=Ορθοδόξου) και Αποστολικής Εκκλη­σίας», εκφωνώντας το «Εν πρώτοις, μνήσθητι, Κύ­ριε…», προϋποθέτουμε την Ορθοδοξία των Επισκόπων μας και όχι την ταύτισή τους με την Αίρε­ση και τον αυτοαποκλεισμό τους από την Ορθοδοξία. Άρα στον λεγόμενο οικουμενικό διάλογο το «κινδυνευόμενον» είναι η ορθόδοξη ταυτότητα. Μια άλλη επίμαχη φράση βρίσκεται στην «Προσ­φώνηση» προς τον Καρδινάλιον W. Kasper: «του Πάπα Ρώμης και πεφιλημένου εν Χριστώ αδελφού κ. Βενεδίκτου του ΙΣΤ΄». Πρόκειται για μίμηση της καθιερωμένης από την εποχή του Πατριάρχου Αθηναγόρου γραμμής και γλώσσας, δείγματα της οποίας είχαμε και στην εδώ επίσκεψη του Πάπα Ιωάννου — Παύλου Β’ το 2001. Στην ίδια Προσφώ­νηση, εξ άλλου, η αναφορά στην άρση των αναθε­μάτων είναι μίμηση της πατριαρχικής τακτικής, χωρίς να λαμβάνεται καν υπόψη ο τρόπος της άρσεώς τους το 1965, χωρίς άρση, όμως, και των αιτιών του σχίσματος, του «Filioque» δηλαδή, του «Πρωτείου εξουσίας» κ.λπ. Υπάρχει, όμως και κά­τι εξ ίσου σοβαρό για την δική μας πλευρά. Η τρα­γική αυταπάτη, στην οποία ζούμε και ενεργούμε.
Η στοχοθεσία της συνάντησης στη Ρώμη δια­τυπώνεται σαφώς, στην «Προσφώνηση» προς τον Καρδινάλιο Κάσπερ: «Πρόθεσή μας είναι να διατρανώσουμε ενωμένοι την αντίθεσή μας στην εκκοσμίκευση του χριστιανικού μηνύματος, μέ­σα σε μια περίοδο ισοπεδωτικής Παγκοσμιοποίη­σης και πολλάκις (sic) αντίθεης χρήσης (sic) της τεχνολογίας». Θα ήταν αποδεκτό το κείμενο αυτό, με ενθουσιασμό μάλιστα, αν επρόκειτο για εξομολογητική διάθεση και ηρωική θρηνωδία για την εκκοσμίκευσή μας, που έχει αποβεί σκανδα­λιστικά αδυσώπητη. Το να μιλούμε, όμως, για κίν­δυνο «εκκοσμικεύσεως του χριστιανικού μηνύματος», αγνοώντας την ήδη από μακρού θεσμο­ποιημένη εκκοσμίκευση του Παπισμού ή την «ούπω» θεσμοποιημένη δική μας εκκοσμίκευση, εγγίζει τα όρια του παραλόγου.
Για τους ίδιους λόγους αποδυναμώνεται μέχρι δακρύων η φράση: «δια να προσφέρωμεν συνερ­γαζόμενοι πειοτικήν μαρτυρίαν προς τον Ευρωπαίον του 21ου αιώνος» (Προσφώνησις προς τον Πάπα). «Πειστική μαρτυρία», όμως, δεν προσφέρε­ται με κοσμικού —πολιτικού τύπου συσπειρώσεις και «εν πειθοίς ανθρωπίνης σοφίας», αλλά μόνο ως καρπός της αγιοπνευματικής Αλήθειας, αν και όταν είμεθα φυσικά φορείς της και όχι, κατά τον κ. Χρ. Γιανναρά «θλιβεροί δεσμώτες των εξουσια­στικών σκοπιμοτήτων ή των ναρκισσιστικών εκζη­τήσεων της διεθνούς δημοσιότητας»! Θα προσέ­θετα ταπεινά και κινήσεως κατά το πνεύμα και τις επιταγές της Νέας Τάξης και της Νέας Εποχής…
Είναι, έτσι, ευνόητο γιατί ο διεθνής, κυρίως ο ιταλικός Τύπος, είδε με εύθυμη διάθεση την τό­σο εκθειαζόμενη από τους ημετέρους αυλοκό­λακες συνάντηση. Όλοι αντιλαμβάνονται, ότι ουδεμία σχέση έχουν αυτές οι «φιέστες» με την σώζουσα Αλήθεια, αφού είναι φανερό, ότι απο­βλέπουν σε άντληση κοσμικής δύναμης ή την τραγική εκμετάλλευση της αφελείας μας για την εξυπηρέτηση σκοπιμοτήτων «θρησκευτικής πο­λιτικής». Το 2001, μετά την ανάλογη «φιέστα» των Αθηνών, είχαμε δηλώσει, ότι «ο Πάπας τα πήρε όλα και έφυγε»! Διότι το ζητούμενο και τό­τε από το Βατικανό ήταν η αναγνώριση του «βα­σιλέα» του Πάπα, ως «επισκόπου της Εκκλησίας του Χριστού» και η προώθηση του παγκοσμίου πρωτείου του. Αυτό έγινε και τώρα.
Σε τελευταία, όμως, ανάλυση, όλο το θέμα είναι κριτήριο της υπάρξεως στην Εκκλησία μας συνο­δικού θεσμού και της λειτουργίας του. Υπάρχουν, βέβαια, μητροπολίται, που αντιλαμβάνονται σα­φώς τα γινόμενα, αλλά σιωπούν ή αντιδρούν χα­λαρά «για την διατήρηση της ενότητας», όπως μας λέγουν! Υπάρχουν και άλλοι, όμως, που ή δεν αντι­λαμβάνονται την βαρύτητα των ανοιγμάτων αυτών ή δέχονται και αυτοί την Παπική «εκκλησία» ως Εκκλησία του Χριστού, με μυστήρια και Χάρη. Γι’ αυτούς η ένωση έχει γίνει ή ουδέποτε έπαυσε να υπάρχει. Υπάρχουν, όμως και εκείνοι, που επι­μένουν ότι με τις συναντήσεις αυτές «δίνουμε μαρτυρία» Ορθοδοξίας. Είναι και αυτός ένας τρό­πος αυτοεφησυχασμού και καθησυχασμού των άλλων. Και όμως, ο «κατακλυσμός» έρχεται…
(Πηγή: "Ορθόδοξος Τύπος" 12 Ιαν. 2007)- ΑΛΛΗ ΟΨΗ

π. Θεόδωρος Ζήσης: Γένεσις και εξέλιξις της πατρομαχικής μεταπατερικότητας


synodos paterwn 02

Α. Ὁ Σχολαστικισμός τῆς Φραγκοπαπικῆς Δύσεως ἐναντίον τῆς πατερικῆς Ἀνατολῆς

Στήν Δύση μέχρι καί τόν 8ο αἰώνα ἡ Θεολογία καί ἡ πνευματικότητα ἀκολουθοῦσαν βασικῶς τον δρόμο πού ἐχάρασσε ἡ Ἀνατολή. Ὅπως παρατηρεῖ ὁ G. Dumont οἱ πηγές καί οἱ ἀρχές τῆς θεολογικῆς σκέψεως, τῆς λειτουργίας καί τῆς πνευματικότητος τῶν Δυτικῶν, πού χαρακτηρίζουν τήν ἀνθούσα ἐποχή τοῦ λατινικοῦ Καθολικισμοῦ βρίσκονται στήν Ἀνατολή, ὅσο καί ἄν αὐτό ἐκπλήσσει πολλούς Δυτικούς Χριστιανούς. Στήν Ἀνατολή ὀφείλει ἡ Δύση τήν μορφοποίηση σέ δόγματα τῶν μεγάλων μυστηρίων τοῦ Χριστιανισμοῦ περί τῆς Ἁγίας Τριάδος, περί τῆς ἑνώσεως τῆς θείας και ἀνθρωπίνης φύσεως στό ἕνα πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, μεγάλο ἀριθμό ἑορτῶν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους, ἰδιαίτερα πρός τιμήν τῆς Θεοτόκου, ὅπως καί τήν ἵδρυση καί ὀργάνωση τοῦ Μοναχισμοῦ. Ἡ ἀποξένωση μεταξύ Ἀνατολῆς καί Δύσεως ἀρχίζει σέ συγκεκριμένη ἱστορική ἐποχή• ἡ δυναμική ἐμφάνιση στό προσκήνιο τῆς ἱστορίας τῶν Φράγκων-Γερμανῶν τοῦ Μ. Καρόλου προσέφερε εἰς τόν θρόνο τῆς Ρώμης ἰσχυρό σύμμαχο γιά νά ἀντιμετωπίσει τις πιέσεις τοῦ βυζαντινοῦ αὐτοκράτορος καί εἰς τόν Γερμανό ἡγεμόνα καί τούς διαδόχους του τήν εὐκαιρία νά θεμελιώσουν καί οἰκοδομήσουν τήνἉγία Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία τοῦ γερμανικοῦ ἔθνους καί να ὑποκαταστήσουν τήν Ρωμανία, πού ὀνομάσθηκε μεταγενέστερα Βυζάντιο. Ὁ Κάρολος ὁ Μέγας, ὅπως ἀναλύει ὁ Le Guillu, ἐφιλοδόξησε να δημιουργήσει νέα θεολογική παράδοση, ἀνεξάρτητη ἀπό τήν Πατερική Παράδοση τῆς Ἀνατολῆς. Ὅπως ἐπί λέξει λέγει: «Εἰς τά Καρολίνεια βιβλία γιά πρώτη φορά γίνεται ἡ προσπάθεια νά προσδιορίσει ἡ Δύση τόν ἑαυτό της σέ ἀντίθεση με τήν ᾽Ανατολή»[1].
Στήν ἀποξένωση αὐτή συνετέλεσε περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλο παράγοντα ἡ ἐγκατάλειψη τῆς Πατερικῆς Παραδόσεως καί ἡ οἰκοδόμηση τῆς νέας θεολογίας ἐπάνω στην ἀριστοτελική συλλογιστική, ἡ διαμόρφωση δηλαδή τῆς Σχολαστικῆς Θεολογίας. Στήν σύγκρουση τοῦ 14ου αἰ. μεταξύ τοῦ Ἁγ. Γρηγορίου Παλαμᾶ καί τοῦ Βαρλαάμ Καλαβροῦ ἔχουμε σύγκρουση τῆς νέας θεολογίας τοῦ Σχολαστικισμοῦ με τήν Ἁγιοπνευματική Πατερική Παράδοση τῆς Ἀνατολῆς, τήν ὁποία μέχρι τότε ἀκολουθοῦσε καί ἡ Δύση.

α) Σύγκρουση Ὀρθοδόξου Φωτισμοῦ καί Δυτικοῦ Διαφωτισμοῦ τόν 14ο αἰώνα

Ὑπῆρξε ὄντως σφοδρή σύγκρουση τῆς σχολαστικῆς μεταπατερικῆς Θεολογίας τῶν Δυτικῶν μέ τήν ἁγιοπνευματική καί ἐμπειρική Θεολογία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Την πρώτη ἐξέφραζε ὁ Βαρλαάμ ὁ Καλαβρός, ἐκ τῶν πρωτεργατῶν τῆς δυτικῆς Ἀναγεννήσεως, καί τήν δεύτερη ὁ μέγας θεοφόρος καί θεοφάντωρ θεολόγος Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὁ ὁποῖος τόν 14ο αἰώνα ἐπέτυχε ὅ,τι καί ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός τόν 8ο αἰώνα• να ἐκφράσει δηλαδή καί νά κωδικοποιήσει τήν διδασκαλία τῶν πρό αὐτοῦ Ἁγίων Πατέρων γιά πολλά θέματα, σημαντικώτερα τῶν ὁποίων εἶναι:
α) ἄν ἡ Θεολογία πρέπει νά εἶναι διαλεκτική ἤ ἀποδεικτική, νά στηρίζεται δηλαδή στήν φιλοσοφική ἀνάλυση καί συζήτηση, ὅπως ἤθελε ὁ Βαρλαάμ μεταφέροντας τόν Σχολαστικισμό ἀπό τήν Δύση στήν Ἀνατολή ἤ στή βεβαιότητα τῆς ἁγιοπνευματικῆς ἐμπειρίας τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Ἁγίων, ὅπως ἐδίδασκε ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς,
β) ἄν ἡ ἀνθρώπινη σοφία ὁδηγεῖ στήν τελείωση καί στήν θέωση, ὅπως ἰσχυριζόταν ὁ Βαρλαάμ ἤ αὐτό ἐπιτυγχάνεται μόνο μέ την θεία σοφία, ἡ ὁποία χορηγεῖται σε ὅσους τηροῦν τίς ἐν τολές τοῦ Θεοῦ καί καθαίρονται ἀπό τά πάθη, ὁπότε μετά τήν κάθαρ ση δέχονται τον θεῖο φωτισμό καί στή συνέχεια φθάνουν καί στήν θεοπτία, κατά τον Ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ καί
γ) ἄν αὐτός ὁ φωτισμός εἶναι καρπός τῆς κτιστῆς ἐνεργείας τοῦ νοῦ, κατά τον Βαρλαάμ ἤ τῆς ἄκτιστης ἐνέργειας τοῦ Θεοῦ, κατά τόν Ἅγιο Γρηγόριο, ἡ ὁποία θεώνει τόν ἄνθρωπο πραγματικά κατ’ ἐνέργειαν, κατά Χάριν, ὄχι ὅμως κατά φύσιν καί οὐσίαν, διό τι διακρίνονται οἱ ἄκτιστες ἐνέργειες ἀπό τήν οὐσία τοῦ Θεοῦ.
Εἶναι συντριπτική ἡ ἐπιχειρηματολογία τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου καί περιφανής ἡ νίκη τῆς Ἁγιοπνευματικῆς καί Πατερικῆς Ἀνατολῆς ἐπί τῆς σχολαστικῆς καί μεταπατερικῆς Δύσεως. Δέν θά τήν ἀναλύσουμε ἐδῶ[2], ἁπλῶς θά ὑπογραμμίσουμε ὅτι χωρίς τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ καί τήν ἀσκητική βιοτή και προσπάθεια γιά τήν κάθαρση ἀπό τίς κακίες καί τά πάθη, ὅπως ἔπραξαν καί ἐδίδαξαν οἱ Ἅγιοι Πατέρες, οἱ θεολόγοι τῆς πείρας, τῆς ἐμπειρίας, δέν μπορεῖ κανείς νά γίνει σοφός εἰς τά θεῖα, καί ἑπομένως ἡ μόνη δυνατότητα νά θεολογεῖ κάποιος μή φωτισμένος καί θεούμενος εἶναι νά ἀκολουθεῖ τούς φωτισμένους και θεωμένους ἀπό τήν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Χωρίς αὐτήν τήν προϋπόθεση δέν ἔχουμε θεολογία και σοφία, ἀλλά μωρία καί ἀνοησία.
Ἀπευθυνόμενος πρός τόν Βαρλαάμ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ἀλλά καί προς τούς μεταπατερικούς ὅλων τῶν ἐποχῶν, τούς στοχαστάς, τούς φιλοσόφους, τούς ἀκαδημαϊκούς θεολόγους λέγει ἀξιωματικά ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ: «Καθαρότητος ἄνευ, κἄν μάθῃς τήν ἀπό τοῦ Ἀδάμ μέχρι συντελείας φυσικήν φιλοσοφίαν, μωρός οὐδέν ἧττον, ὅτι μή και μᾶλλον, ἔσῃ ἤ σοφός»[3].
Διέτρεξα αὐτές τίς ἡμέρες πολλά ἀπό τά συγγράμματα τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, γιά να ἐπαναβεβαιώσω ὅσα ἐδῶ θά ἔλεγα «ἑπόμενος τοῖς θείοις πατράσι και τῷ θεοφάντορι τούτῳ καί θεόπτῃ πατρί». Θά χρειαζόταν πολύς χρόνος, γιά νά παρουσιάσω τήν πατερικότητα τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, τήν ἐκτίμηση καί ἀξία πού δίδει στούς Ἁγίους Πατέρες. Ἀπό τά πολλά πού ἐσταχολόγησα ἐλάχιστα μόνο θά παρουσιάσω ἐνδεικτικά, γιά νά φανῆ πόσο λάθος κάνουν καί πόσο ἐκτός τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως εὑρίσκονται ὅσοι, κληρικοί καί θεολόγοι, ἀντί νά καθιστοῦν ἀντικείμενο σπουδῆς στίς ἀκαδημίες, στίς θεολογικές σχολές καί στά σχολεῖα τούς πνευματοκινήτους καί θεοφωτίστους Ἁγίους Πατέρες, πού μᾶς καθιστοῦν προσιτό τόν ἀπέραντο ἄκτιστο κόσμο τῆς θείας μεγαλειότητος, μᾶς κατεβάζουν στά κτιστά καί μικρά τῶν ἀνθρωπίνων στοχασμῶν και φιλοσοφιῶν, καί πολλές φορές μᾶς μυοῦν στά βαθέα τοῦ Σατανᾶ, ὅπως λέγει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος - ἐξοβελίζουν π.χ. ἀπό τά σχολεῖα το ὁμολογιακό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν, τήν κατήχηση, τήν δογματική, τήν λειτουργική, τήν ἱστορία, τίς ἀναφορές στήν Ὑπεραγία Θεοτόκο καί στούς Ἁγίους, αὐτήν την Ἁγία Γραφή, τήν Παλαιά καί Καινή Διαθήκη, καί εἰσάγουν τόν μασωνικό σατανικό συγκρητισμό μέ τό μάθημα τῆς Θρησκειολογίας.
Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ἐπιβεβαιώνοντας τήν θαυμαστή πράγματι διά τῶν αἰώνων συμφωνία τῶν Πατέρων λέγει ὅτι εἶναι ἀδύνατο νά μη συμφωνοῦν μεταξύ τους οἱ θεοφόροι Πατέρες, διότι τούς καθοδηγεῖ ἡ ἐπίπνοια τοῦ ἑνός Ἁγίου Πνεύματος[4]. Οἱ Πατέρες εἶναι ἀ σφαλεῖς προστάται τοῦ Εὐαγγελίου καί τῆς Θεολογίας, διότι εἰς τό πνεῦμα τους «ἐφιζάνει», ἐπικάθηται, τό Πνεῦμα τῆς ἀληθινῆς σοφίας καί ἔτσι ὅσοι μαθητεύουν στούς Ἁγίους Πατέρες γίνονται διδακτοί Θεοῦ[5]. Μέ αὐθεντία καί κῦρος τονίζει ὅτι «τοῦτο τελειότης ἐστί σωτήριος ἔν τε γνώσει καί δόγμασι, τό ταὐτά φρονεῖν προφήταις, ἀποστόλοις, πατράσιν, πᾶσιν ἁπλῶς, δι᾽ ὧν τό Ἅγιον Πνεῦμα μαρτυρεῖται λαλῆ σαν περί τε Θεοῦ καί τῶν κτισμάτων αὐτοῦ»[6].
Ὁ Βαρλαάμ δέν θά κατέληγε στήν αἵρεση, καί μαζί μ’ αὐτόν καί οἱ σύγχρονοι μεταπατερικοί Νεοβαρλααμίτες, ἄν πίστευε ὅτι τά θεῖα δέν προσεγγίζονται μέ λογισμούς ἀνθρώπινους, ἀλλά μέ εὐλαβῆ πίστη καί δεχόταν μέ ἁπλότητα τίς παραδόσεις τῶν Ἁγίων Πατέρων, γιά τίς ὁποῖες γνωρίζουμε ὅτι εἶναι καλύτερες καί σοφώτερες ἀπό τίς ἀνθρώπινες ἐπινοήσεις, γιατί προέρχονται ἀπό το Ἅγιον Πνεῦμα καί ἀποδεικνύονται μέ ἔργα καί ὄχι μέ λόγια[7]. Φωτογραφίζοντας δέ ἀκόμη καί τήν βαρλααμική ὁρολογία τῶν συγχρόνων Μεταπατερικῶν ἐρωτᾶ τόν Βαρλαάμ ἄν κατάλαβε ποῦ ὁδηγεῖ αὐτή ἡ «ὑπέρ τούς Πατέρας εὐσέβεια»[8]. Ὁδηγήθηκε ἐκεῖ, σέ τέτοιο βόθρο ἀσεβείας, γιατί ἐξερεύνησε μέ τη λογική καί τή φιλοσοφία αὐτά πού εἶναι «ὑπέρ λόγον καί φύσιν» και δέν πίστευσε στούς Πατέρες πού λέγουν, ὅπως ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος ὅτι «οὐ δυνατόν ἑρμηνευθῆναι λόγῳ τόν τρόπον τῆς προφητικῆς ὄψεως, ἀλλ’ ἐκεῖνος μόνον οἶδε σαφῶς ὁ τῇ πείρᾳ μαθών• εἰ γάρ φύσεως ἔργα καί πάθη πολλάκις οὐδείς ἄν παραστήσειε λόγος, πολλῷ μάλλον τάς τοῦ Πνεύματος ἐνεργείας»[9].
Ἡ μέχρι τώρα ἀνάπτυξη ἀπέβλεπε νά δείξει ὅτι ἡ ἀμφισβήτηση τοῦ κύρους τῶν Πατέρων ἄρχισε σταδιακά νά ἀναπτύσσεται ἀπό τόν 9ο αἰώνα συγχρόνως μέ τήν ἀνάπτυξη τῆς σχολαστικῆς θεολογίας καί τοῦ ἀνθρωποκεντρικοῦ Οὐμανισμοῦ τῆς Ἀναγεννήσεως. Ἡ σχολαστική Θεολογία τοῦ Παπισμοῦ εὐθύνεται για τον παραμερισμό τῶν Πατέρων, ὄχι μόνο γιατί κατέστησε τήν λογική καί τήν διαλεκτική βασικά ὄργανα θεολογήσεως καί περιφρόνησε τον ἄνωθεν φωτισμό, τήν θεία σοφία, ἀλλά καί γιατί ἐδογματοποίησε την ὕψωση τοῦ πάπα ὑπεράνω καί τῶν συνόδων καί τῶν Πατέρων, ἀκόμη καί ὑπεράνω τῆς ἴδιας τῆς Ἐκκλησίας.
Κριτήριο ὀρθῆς θεολογήσεως πλέον δέν εἶναι ἡ συμφωνία μέ τους Πατέρες, ἀλλά ἡ συμφωνία μέ τον πάπα. Ἐνῶ ἡ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας κινεῖται στή γραμμή Χριστός- Ἀπόστολοι-Πατέρες, ἡ παπική μοναρχική ἀντίληψη κινεῖται στη γραμμή Χριστός-Πέτρος-Πάπας.
Αὐτή ἡ ἰσχυρή μεταπατερική θύελλα δέν ἐκλόνισε τήν πατερική παράδοση, τά πατερικά θεμέλια τῆς Ἐκκλησίας, διότι ὁ Θεός ἀνέδειξε κατά τήν μεσοβυζαντινή καί ὑστεροβυζαντινή περίοδο τοῦ ἐλευθέρου πολιτικοῦ βίου τῆς Ρωμανίας τρεῖς νέους μεγάλους ἱεράρχας και οἰκουμενικούς διδασκάλους, τους Τρεῖς Νέους Ἱεράρχας, ὅπως τον τελευταῖο καιρό ὀρθῶς διακρίναμε· τόν Μ. Φώτιο, ὁ ὁποῖος τόν 9ο αἰώνα πρῶτος συστηματικά καί θεολογικώτατα ἀντιμετώπισε την ἀντιπατερική καί αἱρετική διδασκαλία τοῦ Παπισμοῦ, καί στό θέμα τοῦ filioque καί στό θέμα τοῦ πρωτείου τοῦ πάπα, κατοχυρώσας μέ ἀπόφαση τῆς συνόδου τοῦ 879 στην Κωνσταντινούπολη, πού θεωρεῖται οἰκουμενική, τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία• τον Ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ, ὁ ὁποῖος τόν 14ο αἰώνα ἀντιμετωπίζοντας τόν οὑμανιστή και φιλοσοφοῦντα Βαρλαάμ, κατά την περίοδο ἀκμῆς τοῦ Σχολαστικισμοῦ, προέβαλε τόν φωτισμό τῶν θεολόγων ἀπό τήν ἄκτιστη Χάρη καί ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, ἔναντι τοῦ κτιστοῦ καί περιορισμένου φωτισμοῦ τῆς ἀνθρώπινης σοφίας, με πλήρη κατοχύρωση τῆς διδασκαλίας του ἀπό τίς ἡσυχαστικές συνόδους τοῦ 1451, στήν Κωνσταντινούπολη καί πάλι, πού θεωροῦνται καί αὐτές ὡς μία καί οἰκουμενική• καί τόν Ἅγιο Μᾶρκο Ἐφέσου τον Εὐγενικό, τόν γίγαντα καί ἄτλαντα αὐτόν τῆς Ὀρθοδοξίας, τόν ὀρθῶς ἀποκληθέντα ἀντίπαπα καί παπομάστιγα, ὁ ὁποῖος μόνος ἀκύρωσε καί ἀχρήστευσε τίς ἀποφάσεις τῆς ψευτοενωτικῆς συνόδου τῆς Φερράρας-Φλωρεντίας, ἡ ὁποία ἐκβιαστικά καί καταπιεστικά στόν ὅρο της ἐδογμάτισε ἀντιπατερικές και αἱρετικές διδασκαλίες καί ἀριθμεῖται μέχρι σήμερα ἀπό τούς παπικούς μεταξύ τῶν οἰκουμενικῶν συνόδων.

synodos paterwn 01


β) Πατερικά καί μεταπατερικά στήν ψευτοσύνοδο Φερράρας- Φλωρεντίας

Ὁ Σίλβεστρος Συρόπουλος, πού συνέγραψε τήν ἱστορία τῆς ψευδοσυνόδου Φερράρας–Φλωρεντίας (1438-1439), ὅπου σέ συνοδικό ἐπίπεδο ἦλθαν σέ σύγκρουση ἡ πατερική Ὀρθόδοξη Θεολογία μέ την «μεταπατερική» σχολαστική Θεολογία τοῦ Παπισμοῦ, μᾶς διασώζει γεγονότα καί πληροφορίες, οἱ ὁποῖες βοηθοῦν νά ἀντιληφθοῦμε τό πόσο ἡ Ἐκκλησία εἶναι πατερική καί πόσο ἡ Δύση, ἀπό τήν ἐποχή πού οἱ Φράγκοι τόν 9ο αἰώνα κατέλαβαν τό μέχρι τότε ὀρθόδοξο πατριαρχεῖο τῆς Παλαιᾶς Ρώμης, μετατράπηκε σέ ἀντιπατερική, μεταπατερική, καί ἐγέννησε τοῦ κόσμου τίς αἱρέσεις καί τά σχίσματα.
Γνωρίζοντας οἱ Ὀρθόδοξοι πατριάρχες ὅτι ὁ Παπισμός μέ την Σχολαστική Θεολογία εἶχε ὑπερβῆ, εἶχε παραμερίσει, τους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καί στή θέση τους εἶχε τοποθετήσει τούς δικούς του «Πατέρες», κορυφαῖος τῶν ὁποίων τον 13ο αἰώνα εἶχε ἀναδειχθῆ ὁ Θωμᾶς Ἀκινάτης, μέσα εἰς τά γράμματα με τά ὁποῖα ὅριζαν τούς ἐκπροσώπους των, τούς τοποτηρητάς, ἔθεταν και τά ὅρια τῶν συζητήσεων καί ἀποφάσεων τῆς συνόδου, εἴτε αὐτή ἐπρόκειτο νά γίνει στήν Βασιλεία τῆς Ἑλβετίας, ὅπου ἐπερίμεναν τον πάπα οἱ μεταρρυθμιστές συνοδικοί, εἴτε σε ἄλλο τόπο πού ἐπρόκειτο να ὁρίσει ὁ πάπας. Ἡ ἕνωση ἔπρεπε να γίνει «νομίμως καί κανονικῶς και κατά τάς παραδόσεις τῶν ἁγίων οἰκουμενικῶν συνόδων καί τῶν ἁγίων διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας, καί μηδέν τι προστεθῇ τῇ πίστει ἤ ἀμειφθῇ ἤ καινοποιηθῇ»[10]. Διαφορετικά δέν ἐπρόκειτο να δεχθοῦν τις ἀντιπατερικές-μεταπατερικές ἀποφάσεις τῆς συνόδου.Μέ τήν τοποθέτησή τους αὐτή οἱ πατριάρχες ἐξέφραζαν τήν σταθερή, μόνιμη, ἀπαράβατη διά τῶν αἰώνων θέση τῆς Ἐκκλησίας ὅτι οἱ Πατέρες ἀποτελοῦν συστατικό, ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ, στοιχεῖο τῆς ταυτότητος τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς Θεολογίας της• δέν ὑπάρχει Θεολογία πού ὑπερβαίνει τούς Πατέρες, καί δέν εἶναι θεολόγοι ὅσοι ἤ μειώνουν τήν ἀξία τους ἤ τούς κατηγοροῦν ἤ τό χειρότερο τούς ξεπερνοῦν καί τους ὑπερβαίνουν, ὅπως εἰσηγήθηκε στο γνωστό συνέδριό της τόν Ἰούνιο τοῦ 2010, «Ἡ Ἀκαδημία Θεολογικῶν Σπουδῶν» τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος. Κατά τόν Ἅγιο Ἰωάννη Δαμασκηνό, τό στόμα αὐτό ὅλων τῶν Πατέρων καί ἐκφραστή τῆς αὐτοσυνειδησίας τῆς Ἐκκλησίας, ὅποιος δέν πιστεύει σύμφωνα μέ τήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἄπιστος:«Ὁ μή κατά τήν Παράδοσιν τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας πιστεύων... ἄπιστός ἐστι»[11].
Ἐνωρίτερα ἐπίσης ὁΜέγας ὄντως Ἀθανάσιος στήν γνωστή του Ἐπιστολή πρός τόν Σεραπίωνα διευκρινίζει θαυμάσια ποια εἶναι αὐτή ἡ Παράδοση, πάνω στήν ὁποία θεμελιώνεται ἡ Ἐκκλησία• εἶναι αὐτά πού παρέδωσε ὁ Χριστός, ἐκήρυξαν οἱ Ἀπόστολοι καί ἐφύλαξαν οἱ Πατέρες: «Ἴδωμεν καί αὐτήν την ἐξ ἀρχῆς παράδοσιν καί διδασκαλίαν καί πίστιν τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας ἥν ὁ μέν Κύριος ἔδωκεν, οἱ δέ Ἀπόστολοι ἐκήρυξαν καί οἱ Πατέρες ἐφύλαξαν. Ἐν ταύτῃ γάρ ἡ Ἐκκλησία τεθεμελίωται»[12].
Ἡ ἐκ μέρους τῶν ὀρθοδόξων πατριαρχῶν ὀρθοδοξότατη καί πατερικώτατη ὁριοθέτηση τῶν συζητήσεων καί ἀποφάσεων τῆς συνόδου προκάλεσε ἀμέσως τήν ἀντίδραση τοῦ ἀπεσταλμένου τῆς συνόδου τῆς Βασιλείας Ἰωάννου τῆς Ραγκούσης, ὁ ὁποῖος ἐκφράζοντας το δυτικό-φράγκικο πλέον πνεῦμα τῆς ἐκεῖ Θεολογίας, πού δέν ἐχρειάζετο τώρα πλέον τούς Πατέρες, παρενέβη στόν αὐτοκράτορα Ἰωάννη Η΄ Παλαιολόγο, ὁ ὁποῖος ἐζήτησε ἀπό τούς πατριάρχες και ἐπέτυχε νά ἀλλάξουν τά γράμματα μέ ἀπάλειψη τῶν ὅρων καί ὁρίων τῆς συμφωνίας μέ τίς συνόδους και τους Ἁγίους Πατέρες.Ὑποχώρησε δυστυχῶς ὁ αὐτοκράτωρ πρό τῆς μεγάλης ἀνάγκης γιά οἰκονομική καί στρατιωτική βοήθεια, ἀλλά το χειρότερο εἶναι πώς ὑποχώρησαν οἱ πατριάρχες, τῶν ὁποίων τά κριτήρια πρέπει νά εἶναι ἀναλλοίωτα καί σταθερά, μόνον πνευματικά καί οὐδέποτε πολιτικά, σέ θέματα πίστεως. Σημειώνει μέ λύπη ὁ Συρόπουλος ὅτι αὐτό ἦταν ἕνα κακό προοίμιο, γιά ὅσα ἐπρόκειτο να ἀκολουθήσουν,πού ἀπεδείκνυε ὅτι ὁ αὐτοκράτωρ παρητεῖτο τοῦ ρόλου του νά εἶναι «δεφένσωρ», ὑπερασπιστής τῆς πίστεως: «Τοιαύτας προκαταστάσεις παρεῖχεν ἡμῖν ὁ δεφένσωρ τῶν τῆς ἡμετέρας Ἐκκλησίας δογμάτων»[13].
Οἱ θεολόγοι βέβαια τῆς Ὀρθοδόξου πλευρᾶς, καί ἰδιαίτερα ὁ Ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός, δέν εἶχαν ἀνάγκη τίς ὑποδείξεις τῶν πατριαρχῶν, γιά νά θεμελιώνουν πατερικά τίς τοποθετήσεις τους και νά φέρνουν σέ δύσκολη θέση τους Λατίνους θεολόγους[14], οἱ ὁποῖοι μη ἔχοντας πατερικά ἐρείσματα προσπαθοῦσαν νά κατοχυρώσουν διαλεκτικά καί φιλοσοφικά τίς θέσεις τους, κατά τήν ἐπικρατήσασα στη Σχολαστική Θεολογία μέθοδο,πού στηριζόταν στίς λογικές κατηγορίες τοῦ Ἀριστοτέλη. Διασώζει μάλιστα ὁ Συρόπουλος χαριτωμένο περιστατικό, καί πολύ διδακτικό για ὅλους μας, καί ἰδιαίτερα γιά τους μεταπατερικούς καινοτόμους τῶν καιρῶν μας, σύμφωνα μέ τό ὁποῖο ὁ ἐκπρόσωπος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Γεωργίας (Ἰβηρίας), ὅταν ἄκουσε σέ κάποια συνεδρία τόν Λατῖνο ὁμιλητή Ἰωάννη Τουρκουεμάδα, ἀπό τήν Ἱσπανία, να ἐπικαλεῖται συχνά τόν Ἀριστοτέλη, στράφηκε ἐνοχλημένος προς τόν Συρόπουλο καί εἶπε: «Τί Ἀριστότελ ᾽Αριστότελε• νέ καλό Ἀριστότελε». Ὅταν δέ ὁ Συρόπουλος τόν ἐρώτησε, τί τότε εἶναι τό καλό ἀπήντησε: «Ἅγιο Πέτρο, ἅγιο Παῦλο, ἅγιο Βασίλειο, θεολόγο Γρηγόριο, Χρυσόστομο, νέ Ἀριστότελ Ἀριστότελε». Εἰρωνευόταν δέ καί ἐταλάνιζε μέ σχήματα, νεύματα καί χειρονομίες τόν Λατῖνο σχολαστικό, ἀλλά ὅπως παρατηρεῖ ὁ Συρόπουλος μᾶλλον εἰρωνευόταν ἐμᾶς, πού ἀφήσαμε την παράταξη τῶν Πατέρων καί αὐτομολήσαμε σέ τέτοιους διδασκάλους• «μᾶλλον δέ ἡμᾶς τούς εἰς τοιούτους διδασκάλους αὐτομολήσαντας»[15].
Ἐνωρίτερα διηγεῖται και ἄλλο περιστατικό μέ τόν ἴδιο Γεωργιανό ἀντιπρόσωπο νά ἀφήνει με τήν πατερική του ἀπάντηση ἄφωνο τόν πάπα καί νά τοῦ γίνεται διδάσκαλος. Λίγο πρίν ὁλοκληρωθῆ ἡ ἀποστασία, και ὑπογραφῆ ὁ ἐπαίσχυντος ἑνωτικός ὅρος, ἐκάλεσε τον ἐν λόγῳ ὀρθόδοξο κληρικό ὁ πάπας καί μέ γλυκύτατη προσήνεια, πού θυμίζει τήν ἀγαπολογία καί εὐγένεια τῶν συγχρόνων μας Οἰκουμενιστῶν, τοῦ συνέστησε νά ἀναγνωρίσει ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης εἶναι «ἡ μήτηρ πασῶν τῶν Ἐκκλησιῶν καί ὁ ταύτης προεστηκώς ἐστι διάδοχος τοῦ Ἁγίου Πέτρου και τοποτηρητής τοῦ Χριστοῦ και ποιμήν καί διδάσκαλος καθολικός πάντων τῶν Χριστιανῶν». Γιά να βρῆτε λοιπόν ψυχική σωτηρία, προσέθεσε ὁ πάπας, πρέπει νά ἀκολουθῆτε τήν μητέρα Ἐκκλησία, να δέχεσθε ὅ,τι δέχεται καί αὐτή, να ὑποταγῆτε στόν ἐπίσκοπό της και νά διδάσκεσθε καί νά ποιμαίνεσθε ἀπό αὐτόν.
Ἡ ἀπάντηση τοῦ ὄντως ὀρθοδόξου ἐπισκόπου βρίσκεται στήν διαχρονική γραμμή τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς συμφωνίας τῶν Πατέρων καί μετά ἀπό χίλια χρόνια ἀποτελεῖ αὐτολεξεί ἐπανάληψη τῆς περί Παραδόσεως θέσεως τοῦ Μ. ᾽Αθανασίου, τήν ὁποία ἐμνημονεύσαμε, ἀλλά καί ὅλων τῶν μετά ταῦτα Ἁγίων Πατέρων καί συνόδων. Εἶπε: «Ἡμεῖς χάριτι Θεοῦ ἐσμέν Χριστιανοί καί στέργομεν καί ἑπόμεθα τῇ Ἐκκλησίᾳ ἡμῶν• ἡ ἡμετέρα οὖν Ἐκκλησία κατέχει καλῶς ὅσα παρέλαβεν ἀπό τε τῆς διδασκαλίας τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τῆς παραδόσεως τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων και τῶν οἰκουμενικῶν συνόδων καί τῶν ἁγίων τῶν ἀνακεκηρυγμένων τῆς Ἐκκλησίας διδασκάλων, καί οὐδόλως παρεξῆλθε ἀπό τῆς διδασκαλίας αὐτῶν καί οὔτε προσέθηκέ τι οὔτε ἀφείλετο τό τυχόν• ἡ δ’ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης προσέθηκε και παρέβη τά ὅρια τῶν Ἁγίων Πατέρων. Διό καί ἀπεκόψαμεν αὐτήν ἤ καί ἀπέστημεν ἀπ’ αὐτῆς ὅσοι τηροῦμεν τά τῶν Πατέρων καθαρά». Ἄν λοιπόν ἐπιθυμεῖ ἡ μακαριότης σου νά εἰρηνεύσει ἡ Ἐκκλησία καί νά ἑνωθοῦμε ὅλοι, πρέπει νά ἐκβάλλεις ἀπό τό σύμβολο τῆς πίστεως τήν προσθήκη τοῦ filioque. Μπορεῖς νά τό ἐπιτύχεις εὔκολα, ἄν θελήσεις, γιατί τά γένη τῶν Λατίνων θά δεχθοῦν ὅσα τους ὑποδείξεις, ἀφοῦ σέ θεωροῦν διάδοχο τοῦ Ἁγίου Πέτρου καί σέβονται τήν διδασκαλία σου. Τό συμπέρασμα τοῦ Συροπούλου: Ὁ πάπας περίμενε να παρασύρει καί να κερδίσει μέ τήν ὑποκριτική ἀγαπολογία του τόν Ἴβηρα, ὡς ἀλλόγλωσσο, ὡς ἰδιώτη, ὡς ἀμαθῆ καί ὡς βάρβαρο. Ὅταν ὅμως ἄκουσε την ἀπάντηση, ἔμεινε ἄφωνος:«Ἀκούσας δέ τά παρ’αὐτοῦ ἄφωνος ἔμεινεν»[16].

hmerida metapaterikh airesh 01


2. Μεταπατερικές ἐκδηλώσεις κατά τήν Τουρκοκρατία καί τήν μετά τό 1821 περίοδο


α) Τουρκοκρατία

Τί ἔγινε ὅμως μετά τήν ἅλωση τῆς Πόλης τό 1453, ἀλλά καί μετά την ἀπελευθέρωση καί τήν δημιουργία τοῦ νεοελληνικοῦ κράτους τό 1821; Πολύ σύντομα ἡ εἰκόνα ὡς πρός την πίστη καί τήν πατερική παράδοση εἶναι ἡ ἑξῆς: Κατά θεία ρύθμιση τά ἡνία τῆς Ἐκκλησίας ἀνέλαβε ὡς πρῶτος μετά τήν ἅλωση πατριάρχης καί ἐθνάρχης, ἐξέχων ἀξιωματοῦχος τῆς αὐτοκρατορικῆς αὐλῆς, καθηγητής καί ἀνώτατος δικαστικός λειτουργός, κατά τά τελευταῖα δέ πρό τῆς ἁλώσεως ἔτη καί μοναχός, ὁ πιστός μαθητής καί κατά πάντα ἀκόλουθος τῆς πατερικῆς γραμμῆς τοῦ Ἁγίου Μάρκου Ἐφέσου τοῦ Εὐγενικοῦ Γεννάδιος Σχολάριος...
Ὁ ἴδιος ὁ Ἅγιος Μᾶρκος γνωρίζοντας τήν εὐσέβεια καί τίς ἱκανότητές του,πρό τοῦ θανάτου του, τον ὥρισε διάδοχο στούς ὑπέρ τῆς Ὀρθοδοξίας ἀγῶνες καί δέν διεψεύσθη. Ὁ Ἅγιος Μᾶρκος ἀχρήστευσε τίς ἀποφάσεις τῆς Φερράρας-Φλωρεντίας μέ την ἄρνησή του νά τίς ὑπογράψει καί ὁ ΓεννάδιοςΣχολάριος,ὡς σύμβουλος καί τῶν δύο αὐτοκρατόρων, τοῦ Ἰωάννου Η΄ Παλαιολόγου καί τοῦ Κωνσταντίνου ΙΒ΄, τοῦ τελευταίου ἡρωϊκοῦ αὐτοκράτορος,παρεμπόδισε τήν ἀνανέωση καί ἐφαρμογή τῶν ἀποφάσεων τῆς συνόδου, γιά περισσότερα ἀπό δέκα ἔτη, μέχρι πού ἔγινε μοναχός τό 1450 καί οἰκειοθελῶς ἀπεχώρησε ἀπό τήν αὐτοκρατορική αὐλή, μέ συνέπεια, νά ἀνανεωθῆ ἡ ἕνωση μέ τό ἀντιπατερικό συλλείτουργο τῆς 12ης Δεκεμβρίου 1452, κορυφαία αἰτία τῆς ἐγκαταλείψεως τῆς Πόλης ἀπό τον Θεό καί τῆς ἁλώσεώς της ἀπό τούς Τούρκους λίγους μῆνες ἀργότερα. Ἀριστοτελικός φιλόσοφος ὁ ἴδιος καί γνώστης τῆς Θεολογίας τοῦ Θωμᾶ τοῦ Ἀκινάτη, ἔργα τοῦ ὁποίου μετέφρασε, καί ἐπί πλέον παρών ὡς θεολογικός σύμβουλος καί μετέχων ἐνεργῶς τῶν ἐργασιῶν τῆς Φερράρας Φλωρεντίας, ἐγνώριζε πολύ καλά ὅτι ἔπρεπε νά συντηρηθεῖ στήν νέα αὐτή ἐπώδυνη αἰχμαλωσία ἡ ὀρθόδοξη πίστη, διότι, ἄν χανόταν καί αὐτή, μαζί μέ την πολιτική ὑποδούλωση ἐκινδύνευε νά χαθεῖ ὁλοκληρωτικά ὁ ὀρθόδοξος πολιτισμός, νά ἐξαφανισθεῖ ἡ Ρωμιοσύνη, καί ἡ Ἐκκλησία τῶν Ἁγίων Πατέρων, νά ὑποταχθεῖ στην Ἐκκλησία τοῦ πάπα[17].
Μέσα ἀπό τά ἐρείπια ὡς πατριάρχης ἀνόρθωσε καί ὀργάνωσε την Ἐκκλησία ἐπί τῆς πατερικῆς γραμμῆς τοῦ Μ.Φωτίου, τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καί τοῦ διδασκάλου του ἉγίουΜάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ. Σχετικά μέ τους Πατέρες ἀρκούμαστε σε δύο μόνο σημαντικές θέσεις του. Λέγει ἐν πρώτοις ὅτι εἶναι τόσο πλούσια και τόσο ἀνώτερη ἡ ἐκ μέρους τῶν Ἁγίων Πατέρων καθοδήγηση, ὥστε το νά ἀκολουθεῖ κανείς τούς Πατέρες εἶναι δεῖγμα συνέσεως καί εὐφυΐας, καί γι’ αὐτό ἀνοηταίνουν ὅσοι δεν ἀκολουθοῦν τούς Πατέρες• «ἀλλά νοῦν ἐχόντων ἄν εἴη τούς τῶν Πατέρων ὅρους ἀκολουθεῖν». Συνοψίζοντας δέ καί αὐτός τήν περί τῶν Πατέρων γνώμη τῆς Ἐκκλησίας γράφει: «Ἡμεῖς δέ τῆς πατερικῆς παραδόσεως οὐδέν ἱερώτερον, οὐδέν σοφώτερον εἶναι πεπεισμένοι καί ταύτης ἐχόμενοι τόν τῆς πίστεως τουτονί δρόμον ἐλπίζομεν ὑφ’ ἡγεμόσι πιστοῖς δραμεῖσθαι»[18].
Ἐπάνω εἰς αὐτήν τήν πατερική γραμμή, πού δέν διεκόπη, πορεύθηκαν ἡ Ἐκκλησία καί ἡ Θεολογία μέχρι τή δημιουργία τοῦ νεοελληνικοῦ κράτους, μολονότι παρουσιάσθηκαν τώρα νέα προβλήματα καί νέες προκλήσεις, ἐχθρικές πρός τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Πρόκειται για τήν ἐμφάνιση καί διαμόρφωση στην Δύση τοῦ μεγάλου σχίσματος τοῦ Προτεσταντισμοῦ πού ἐνίσχυσε το ἀντιπατερικό πνεῦμα, ὡς καί τοῦ συνδεδεμένου μέ τήν ἀθεΐα καί τον ἀνθρωποκεντρισμό τῆς Ἀναγεννήσεως Εὐρωπαϊκοῦ Διαφωτισμοῦ πού πέρασε καί στην Ἀνατολή ὡς νεοελληνικός Διαφωτισμός μέ κύριο ἡγέτη τόν Ἀδαμάντιο Κοραῆ. Παπικοί καί Προτεστάντες μισσιονάριοι ἐκμεταλλευόμενοι τίς δύσκολες ἱστορικές συγκυρίες, τήν πτωχεία καί τήν ἀνέχεια τῶν ὑποδούλων Ὀρθοδόξων, ἀσκοῦσαν ἐπιθετικό προσηλυτισμό, πολλοί δέ Ὀρθόδοξοι, νέοι, πού μετέβαιναν στήν Δύση γιά σπουδές, μετέφεραν ἐπιστρέφοντας στόν ἐκκλησιαστικό καί παιδευτικό χῶρο τήν νεωτερικότητα τοῦ Διαφωτισμοῦ.
Εἶναι ἴσως χρήσιμο νά ἐξηγήσω, γιατί ὁ Προτεσταντισμός ἐνίσχυσε τό ἀντιπατερικό πνεῦμα, γιά νά κατανοηθεῖ καλύτερα ὅτι ὁ κυριαρχῶν σήμερα παναιρετικός Οἰκουμενισμός πού ὀργανώνει καί ἐνισχύει την μεταπατερικότητα, εἶναι βασικῶς προτεσταντικῆςπροελεύσεως μέ ρίζες βέβαια παπικές, μόνον πού ὁ ὀρθολογισμός καί ὁ ἀνθρωποκεντρισμός τοῦ Παπισμοῦ ὠθήθηκε στα ἄκρα καί μετέτρεψε τόν κάθε Προτεστάντη πιστό σέαὐθεντικό ἐκφραστή καί ἑρμηνευτή τῆς πίστεως. Λέγει σχετικῶς ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς: «Δέν πρέπει νά πλανώμεθα: ὁ δυτικός χριστιανικο-ουμανιστικός μαξιμαλισμός, ὁ Παπισμός, εἶναι ἀκριβῶς ὁ πλέον ριζικός προτεσταντισμός και ἀτομισμός, διότι μετέθεσε τό θεμέλιον τοῦ Χριστιανισμοῦ ἀπό τόν αἰώνιον Θεόν εἰς τό ἄτομον τοῦ ἀνθρώπου. Οἱ προτεστάνται δεν ἔκαμαν τίποτε ἄλλο παρά ἁπλῶς παρεδέχθησαν αὐτό τό δόγμα (=τοῦ ἀλαθήτου) εἰς τήν οὐσίαν του καί το ἀνέπτυξαν τόσον,ὥστε να φθάση εἰς τρομεράς διαστάσεις καί λεπτομερείας. Πράγματι ὁ Προτεσταντισμός δέν εἶναι ἄλλο, παρά εἷς κατά πάντα ἐφηρμοσμένος Παπισμός, ἡ βασική ἀρχή τοῦ ὁποίου (τό ἀλάθητο τοῦ ἀνθρώπου) ἔχει ἐφαρμοσθῆ εἰς την ζωήν ἑκάστου ἀνθρώπου ἰδιαιτέρως, ἀλλά καί ὁλοκλήρου τῆς κοινωνίας. Κατά τό παράδειγμα τοῦ ἀλαθήτου ἀνθρώπου τῆς Ρώμης, ὁ κάθε Προτεστάντης γίνεται ἀλάθητος, διεκδικῶν τό ἀτομικόν ἀλάθητον εἰς τά θέματα τῆς πίστεως καί τῆς ζωῆς. ῾Υπ’ αὐτήν τήν ἄποψιν δύναται να λεχθῆ ὅτι ὁ Προτεσταντισμός εἶναι εἷς ἐκλαϊκευμένος Παπισμός...»[19].
Ἡ ἐγκατάλειψη ἐκ μέρους τοῦ Παπισμοῦ τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καί ἡ ὑπέρμετρη ἐκτίμηση πρός την φιλοσοφία εἶχε σάν συνέπεια να εἰσαχθοῦν στη Δύση νεωτερισμοί, να διατυπωθοῦν ἀντιπαραδοσιακές διδασκαλίες και αἱρέσεις, να διακοπεῖ ἡ ἑνότητα τῆς Παραδόσεως πού συνέδεε ἀδιάσπαστα τήν ἀποστολική και πατερική ἐποχή. Στην παράδοση τῆς Ἐκκλησίας δέν ἔβλεπαν πλέον οἱ πιστοί τό κήρυγμα καί τή ζωή τῶν Ἀποστόλων, ἀλλά σχήματα ἀνθρώπινα καί κοσμικά. Γι’ αὐτό καί ἡ Μεταρρύθμιση τοῦ Λουθήρου καί τῶν ἄλλων τά ἐγκρέμισε ὅλα• στράφηκε μόνο πρός την Ἁγία Γραφή καί ἐμείωσε τους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας και τήν Παράδοση γενικῶς, διότι δεν ἐγνώριζαν ὅτι οἱ πρῶτοι πού ξεθεμελιώνουν τίς ἐκτροπές τοῦ Παπισμοῦ εἶναι οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Ὡς πρώην παπικοί ἦσαν προκατειλημμένοι ἐναντίον τῆς “σχισματικῆς” Ἀνατολῆς• δέν ἔβλεπαν τήν πατερική ἐποχή ὡς συνέχεια τῆς ἀποστολικῆς, τούς Πατέρες ὡς συνεχιστάς τῶν Ἀποστόλων. Ἄν ὁ Λούθηρος ἐγνώριζε την ἀνατολική πατερική παράδοση (καί ξέρουμε ὅτι ἐγνώριζε ἕνα μόνο ἔργο τοῦΜ.Ἀθανασίου, και αὐτό μή γνήσιο, καί ἐλάχιστα δογματικά ἔργα τοῦ αὐτοῦ πατρός, σέ λατινική μετάφραση), δέν θα ἐταύτιζε ἀσφαλῶς το σύνολο τῆς πατερικῆς παραδόσεως πρός τον Παπισμό καί το Σχολαστικισμό.
Ἴσως νά ἀνεγνώριζε τότε στην Ἀνατολική Ἐκκλησία τήν συνέχεια τῆς ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, πού ἔψαχνε, καί στούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας τούς διαδόχους τῶν Προφητῶν καί Ἀποστόλων, πού κράτησαν ζωντανά, γνήσια καί ἀνόθευτα τόν λόγο καί τήν ζωή τοῦΧριστοῦ και τῶν Ἀποστόλων. Ἀναγκάσθηκαν βέβαια στή συνέχεια Παπικοί καί Προτεστάντες στόν μεταξύ τους ἐξοντωτικό ἀγώνα, ἰδιαίτερα μετά τήν σύνοδο τοῦ Τριδέντου (1545-1563) νά χρησιμοποιοῦν τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ὁ καθένας γιά νά καταπολεμεῖ τόν ἀντίπαλο μέ ἐπιχειρήματα, γι’ αὐτό καί ἔχουμε πολλές ἐκδόσεις πατερικῶν ἔργων αὐτήν τήν περίοδο στή Δύση, καί ὄχι γιατί ἐσέβοντο καί τιμοῦσαν τούς Πατέρες. Ἡ πιο σοβαρή κατηγορία ἀστήρικτη πάντως καί ἕωλη, τῶν Προτεσταντῶν ἐναντίον τῶν Ἁγίων Πατέρων εἶναι ὅτι ἄλλαξαν οἱ Πατέρες τό ἀρχικό κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου, ἀνέτρεψαν τίς βιβλικές-Ἰουδαϊκές βάσεις του καί τό μετέτρεψαν σέ δόγματα μέ ἐμφανῆ τήν ἐπίδραση τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας.
Εἶναι ἡ γνωστή θεωρία τοῦ ἐξελληνισμοῦ τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἀπό τούς Ἁγίους Πατέρες πού διετύπωσε καί διεμόρφωσε ὁ γνωστός προτεστάντης ἱστορικός A. Harnack, συνεχίζουν ὅμως καί σήμερα νά ἀποδέχονται οἱ Προτεστάντες, οἱ ὁποῖοι σάν τους ψευδομάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ, προτείνουν στους Ὀρθοδόξους, οἱ μεταξύ τους διάλογοι νά στηρίζονται μόνο στήν Ἁγία Γραφή καί ὄχι στούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι ἄξιο ἐλέγχου και ἐρεύνης τό ἄν οἱ Ὀρθόδοξοι στον σύγχρονο θεολογικό διάλογο ἀποδέχονται αὐτήν τήν θέση καί δέν χρησιμοποιοῦν γνῶμες Ἁγίων Πατέρων ἀκολουθοῦντες ἔτσι τήν μεταπατερικότητα τῶν Προτεσταντῶν. Το ἀληθές γιά τό θέμα τοῦ ἐξελληνισμοῦ εἶναι ὅτι τόν ἐξελληνισμό τοῦ Χριστιανισμοῦ, τήν μεταβολή του δηλαδή σέ γνώση, τόν ἐπεδίωξαν και τόν ἐπιδιώκουν πάντοτε οἱ αἱρετικοί, ἐνῶ οἱ Πατέρες ἀγωνιζόμενοι ἐναντίον τῶν αἱρετικῶν ἀπέτρεψαν αὐτόν τόν κίνδυνο, ὅπως συνέβη μέ τον Γνωστικισμό, τον Ἀρειανισμό καί τον Σχολαστικισμό, καί ὅπως εὐκρινέστατα φαίνεται στή διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ ἐναντίον τοῦ Βαρλαάμ τοῦ Καλαβροῦ. Οἱ Πατέρες πράττουν ὅ,τι ἔπραξαν οἱ Ἀπόστολοι, πού ἐχρησιμοποίησαν ἑλληνική ὁρολογία, ὅπως ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης τήν ἔννοια τοῦ Λόγου καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἀκόμη καί ἐπί λέξει παραθέματα ἀπό τούς ἀρχαίους Ἕλληνες σοφούς, ἀφοῦ ἀπευθύνονταν καί πρός ἑλληνικά ἀκροατήρια, κατ’ ἐξοχήν μάλιστα σέ ἑλληνικά ἀκροατήρια.Ὑπάρχει λοιπόν ἐξελληνισμός καί στην Ἁγία Γραφή, στήν Κ. Διαθήκη, την μόνη πηγή τῆς πίστεως τῶν Προτεσταντῶν;
Ἡ Ἐκκλησία πάντως, ἐπί Τουρκοκρατίας, παρά τήν αἰχμαλωσία της σέ βάρβαρο καί ἀνηλεῆ κατακτητή, τήν ἔλλειψη παιδείας καί ἱκανοῦ ἀριθμοῦ διδασκάλων καί θεολόγων, δεν παρεξέκλινε κατ’ ἐλάχιστον ἀπό τήν Παράδοση τῶν Ἁγίων Πατέρων, ἀλλά ἀμύνθηκε ἀποτελεσματικά στίς ἐπιθέσεις τῶν μεταπατερικῶν Παπικῶν καί Προτεσταντῶν, ἀλλά καί τῶν Ἑλλήνων Διαφωτιστῶν, οἱ ὁποῖοι ἤθελαν νά ὑπερβοῦν στήν νέα παιδεία τοῦ Γένους τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, καί ἐμφορούμενοι οἱ περισσότεροι ἀπό ἄκριτη ἀρχαιολατρεία καί κλασσικισμό ἐπεδίωκαν να συνδέσουν τόν νέο Ἑλληνισμό μέ την ἀρχαία Ἑλλάδα ὑπερβαίνοντας το Βυζάντιο, τήν Ρωμιοσύνη. Μέ ἐπανειλημμένες καί αὐστηρές συνοδικές ἀποφάσεις ἡ Ἐκκλησία καταγγέλλει τούς Παπικούς και τούςΠροτεστάντεςπρός το ποίμνιο ὡς ἐπικινδύνους αἱρετικούς. Καταδικάζει ἐπίσης τίς ἀνατρεπτικές ἰδέες τῶν Διαφωτιστῶν. Μέ τό γνωστό κίνημα τῶν Κολλυβάδων τοῦ ῾Αγίου Ὄρουςπού ἀνανέωσαν ἐπιτυχῶς την πατερική Παράδοση τόν 18ο αἰώνα προετοίμασε τό πλήρωμα στό να ἀντέξει τό ἀντιπατερικό πνεῦμα πού ἐπρόκειτο καί θεσμικά πλέον διά τοῦ κράτους των Βαυαρῶν, μετά τόν μόνο ὀρθόδοξο κυβερνήτη Ἰωάννη Καποδίστρια, νά φραγκέψει, νά ἐξευρωπαΐσει τόν ἑλληνορθόδοξο πολιτισμό. Ἔπραξε τό ἀκριβῶς ἀντίθετο ἀπό αὐτό πού κάνει σήμερα ἡ Ἐκκλησία, οἱ κεφαλές τῆς ὁποίας, μεταπατερικῶς, ὄχι μόνον ἀρνοῦνται νά χαρακτηρίσουν ὡς αἱρέσεις τον Παπισμό καί τόν Προτεσταντισμό, ἀλλά και φθάνουν νά ἀναγνωρίσουν αὐτές τίς αἱρέσεις, ὅπως καί την παλαιά τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ, ὡς ἐκκλησίες πού παρέχουν τήν Χάρη καί τήν σωτηρία.

gennadios sxolarios kai andronikos palaiologos 01


Ὡς μικρό δεῖγμα αὐτῆς τῆς πατερικῆς στάσεως ἐπί Τουρκοκρατίας παραθέτουμε ἐλάχιστες γνῶμες συνοδικές καί πατριαρχικές, ὡς καί μερικές ἐνέργειες τῶν Κολλυβάδων Ἁγίων Πατέρων. Ἀπαντῶντες στούς Ἀγγλικανούς Ἀνωμότους οἱ Πατριάρχαιτῆς Ἀνατολῆς (1716/1725) ξεκαθαρίζουν σαφῶς ὅτι τά δόγματα τῆς Ὀρθόδοξου Ἐκκλησίας ὁρίσθηκαν «ὀρθῶς τε καί εὐσεβῶς», ἀπό τούς Ἁγίους Πατέρες στίς Οἰκουμενικές συνόδους και δέν εἶναι δυνατόν οὔτε νά προσθέσει κανείς οὔτε νά ἀφαιρέσει. Μέ αὐστηρότητα ἀποκλείουν κάθε διάλογο σε θέματα πίστεως καί καλοῦν τους Προτεστάντες Ἀγγλικανούς, ἄν ἐπιθυμοῦν τήν ἕνωση, νά συμφωνήσουν μέ ὅσα ἡ Ἐκκλησία ἀπό τοῦ καιροῦ τῶν Ἀποστόλων καί στή συνέχεια διά τῶν Θεοφόρων Πατέρων ἐδίδαξε, χωρίς ἔρευνα καί συζητήσεις, ἀλλά με ἁπλότητα καί ὑπακοή.

«Ἀνάγκη ἀκολουθῆσαι καί ὑποταγῆναι τοῖς διορισθεῖσι καί διαταχθεῖσιν ὑπό τῆς ἀρχαιοπαραδότου καί πατροπαραδότου καί παρά τῶν Ἁγίων καί οἰκουμενικῶν Συνόδων διατάξεως,ἀπό τοῦ καιροῦ τῶν Ἀποστόλων καί τῶν καθ’ ἑξῆς ἐς τόδε θεοφόρων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν,μετά ἁπλότητος και ὑπακοῆς καί ἄνευ τινός ἄλλης ἐρεύνης καί περιεργείας»[20]. Στό ἴδιο πνεῦμα ἡ Ὁμολογία Πίστεως τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Συνόδου τοῦ 1727, κηρύσσει ὅτι «Ἐκλήθημεν ἄνωθεν οἱ εὐσεβεῖς τῆς ᾽Ανατολικῆς Ἐκκλησίας Χριστιανοί διά τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου ἀπό τε τῶν προφητῶν, ἀπό τε τοῦ Σωτῆρος, ἡμῶν Χριστοῦ,ἀπό τε τῶν Ἀποστόλων,ἀπό τε τῶν οἰκουμενικῶν Συνόδων και ἁπαξαπάντων τῶν ὑπό τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος ἐνηχηθέντων Ἁγίων Πατέρων εἰς τό πιστεύειν καί φρονεῖν ὅσα ἡ καθ’ ἡμᾶς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία παρέλαβε καί διασώζει μέχρι τοῦδε ἀπαραμείωτα καίἀνόθευτα εἰς τό παντελές, εἴτε δόγματα πίστεως, ὅρους τε καί κανόνας, εἴτε παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας ἐγγράφους τε και ἀγράφους»[21].
Ἐνωρίτερα ὁ γνωστός καί μέγας ὄντως πατριάρχης Ἱερεμίας Β΄, ὁ Τρανός, στήν δεύτερη ἀπάντησή του πρός τούς Λουθηρανούς θεολόγους τῆς Τυβίγγης, ἀφοῦ σύντομα διεπίστωσε ὅτιδέν μπορεῖνά γίνει θεολογικός διάλογος μαζί τους, ἐπειδή κυρίως ἀπορρίπτουν τούς Ἁγίους Πατέρες, πάνω στούς ὁποίους στηρίζεται ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, με εὐγένεια ἀλλά καί ἀποφασιστικότητα διέκοψε τόν διάλογο κα ίτούς ἄφησε νά βαδίζουν στόν δικό τους δρόμο: «Ἀξιοῦμεν δέ ὑμᾶς τοῦ λοιποῦ μή κόπους παρέχειν ἡμῖν, μηδέ περί τῶν αὐτῶν γράφειν καί ἐπιστέλλειν, εἴ γε τούς τῆς Ἐκκλησίας φωστῆρας και θεολόγους ἄλλοτε ἄλλως μεταχειρίζεσθε, καί τοῖς λόγοις τιμῶντες αὐτούς καί ἐπαίροντες, τοῖς ἔργοις ἀθετεῖτε, καί τά ὅπλα ἡμῶν ἄχρηστα ἀποδεικνύετε, τούς λόγους αὐτῶν τούς ἁγίους καί θείους, δι’ ὧν ἄν ἡμεῖς γράφειν καί ἀντιλέγειν ὑμῖν εἴχομεν.
῞Ωστε τό καθ’ ἡμᾶς,ἀπαλλάξατε τῶν φροντίδων ἡμᾶς. Τήν ὑμετέραν οὖν πορευόμενοι, μηκέτι μέν περί δογμάτων, φιλίας δέ μόνης ἕνεκα, εἰ βουλητόν, γράφετε» (1581)[22]. Μέ βάση αὐτήν τήν πατερικώτατη πατριαρχική θέση, ἐδῶ καί πολλά χρόνια ἔπρεπε νά διακοποῦν οἱ ἐπιζήμιοι θεολογικοί διάλογοιμέ ὅλους τούς αἱρετικούς, ὅπως ἔχουμε ζητήσει ἐδῶ καί ἀρκετά χρόνια πολλοί κληρικοί καί θεολόγοι.
Οἱ Ἅγιοι Κολλυβάδες καί μάλιστα οἱ τρεῖς ἐξέχοντες μεταξύ αὐτῶν ὁ ἀρχιεπίσκοπος Κορίνθου Μακάριος Νοταρᾶς,ὁ μοναχός Νικόδημος Ἁγιορείτης καί ὁ ἱερομόναχος Ἀθανάσιος Πάριος, ἐξουδετέρωσαν πλήρως την μεταπατερικότητα τῶν Παπικῶν,τῶν Λουθηροκαλβίνων Προτεσταντῶνκαί τῶν Διαφωτιστῶν βασικῶς μέ τά ἑξῆς μέτρα: μέ ἐντυπωσιακά πληθωρική ἔκδοση ποικίλων πατερικῶν ἔργων, κορυφαῖο τῶν ὁποίων εἶναι ἡ «Φιλοκαλία» τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν, μέ προβολή τῶν πατερικῶν λειτουργικῶν παραδόσεων, ὅπως ἡ συχνή θεία κοινωνία και ἡ τέλεση τῶν μνημοσύνων μόνον τά Σάββατα καίὄχιτίς Κυριακές· μέ τήν σύνταξη πλήθους ὑμνογραφικῶν ἔργων καίἀκολουθιῶν στήν καθιερωμένη γλώσσα τῆς Ἐκκλησίας, παρά τό χαμηλό μορφωτικό ἐπίπεδο τῶν πιστῶν τῆς ἐποχῆς τους· μέ την πολύ συχνά ἀπαντώμενη στά ἔργα τους ἀντιπαπική καί ἀντιπροτεσταντική διδασκαλία τους,ὅπως και μέ την ἀντιπαράθεσή τους καί πρός τους Εὐρωπαίους καί Ἕλληνας διαφωτιστάς, ἰδιαίτερα ἐκ μέρους τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Παρίου, ὁ ὁποῖος για τόν λόγο αὐτό δέχθηκε μεγάλη ἀρνητική κριτική ἀπό τούς “Φωταδιστές” λογίους. Ἰδιαίτερα μάλιστα γιά τό θέμα τῶν μεταφράσεων τῶν λειτουργικῶν κειμένων, πού ταλαιπωρεῖ, χωρίς λόγο,τήν σύγχρονη ἐκκλησιαστική ἐπικαιρότητα,ἐκτός τοῦ ὅτιοὐδέποτε πέρασε ἀπό τόν νοῦ τῶν ἀνά τους αἰῶνας Ἁγίων Πατέρων παρόμοιος προβληματισμός, ἀντίθετα μάλιστα ἐξακολουθοῦν νά συντάσσουν ἀκολουθίες στήν ἀρχαία γλώσσα καί μέχρι τῶν ἡμερῶν μας,ὑπάρχειμία σχεδόν ἄγνωστη σημαντική θέση τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου πού την παρουσιάζουμε ἐδῶ, μήπως και αὐτή, μαζί μέ ὅσα ἄλλα πατερικά ἔχουν γραφῆ[23], φωτίσει τούς τρεῖς ἀρχιερεῖς, τόν Νικοπόλεως κ. Μελέτιο, τόν Δημητριάδος κ. Ἰγνάτιο καί τόν Σιατίστης κ. Παῦλο νά ἐπανέλθουν στον πατερικό δρόμο.
Γράφει ὁ πατερικώτατος Ἁγιορείτης Ἅγιος: «Φυλαχθῆτε δέ ἀκόμη, ἀδελφοί, καί ἀπό τόν λογισμόν τοῦτον, ὅπου βάλλει εἴς τινας ὁ διάβολος καί τούς λέγει· ἐσύ εἶσαι ἀγράμματος καί ἀμαθής καί δέν καταλαμβάνεις ἐκεῖνα ὅπου λέγονται ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ, και λοιπόν διατίὅλως να ὑπάγῃς εἰς τήν ἐκκλησίαν; Σᾶς ἀποκρίνεται γάρ, ἀδελφοί, ἕνας ἀββᾶς εἰς τό Γεροντικόν καίσᾶς λέγει· ὅτιἄν και ἐσεῖς δένκαταλαμβάνετε ἐκεῖνα ὅπου λέγονται ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ, ἀλλά ὁ διάβολος τά καταλαμβάνεικαίδιά τοῦτο τρομάζει και φοβεῖται και φεύγει ἀπό λόγου σας, ἀφήνω νά λέγω, ὅτι και ἐσεῖς,ἄν καίδέν καταλαμβάνετε ὅλα τά λόγια τά ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ λεγόμενα, ἀλλ’ ὅμως πολλά λόγια ἐξ αὐτῶν καταλαμβάνετε καί μέ ἐκεῖνα ὠφελεῖσθε.Προσθέτωδέ και τοῦτο,ὅτι ἄν ἐσεῖς συχνά πηγαίνετε εἰς τήν ἐκκλησίαν καίἀκούετε τά θεῖα λόγια,ἡ συνέχεια ἐκείνη ἔχει νά σᾶς κάμῃ μέ τον καιρόν νά καταλαμβάνετε ἐκεῖνα, ὅπου πρότερον δέν ἐκαταλαβαίνατε, ὡς λέγειὁ Χρυσόστομος,διότιὁ Θεός βλέποντας τήν προθυμίαν σας ἀνοίγει τόν νοῦν σας και τόν φωτίζειεἰς το νά τά καταλαμβάνῃ»[24].
Ἀναφερόμενοι στούς Ἁγίους Κολλυβάδες,ἀλλά καί γενικῶς στην πατερικότητα τῆς περιόδου τῆς δουλείας, δέν μποροῦμε νά λησμονήσουμε την δόξα καί τό καύχημα τῆς Ἐκκλησίας στούς νεωτέρους χρόνους, τούς Ἁγίους Νεομάρτυρες.Ἀπό αὐτούς ὄχι μόνον ἐκεῖνοι πού εἶχαν τήν εὐλογία να ἔχουν ὡς“ἀλείπτας”,ὡς προπονητάς, δηλαδή, εἰς τό μαρτύριο τούς Ἁγίους Κολλυβάδες καί ἄλλους ὁσίους Γέροντες,ἀλλά και το πλῆθος τῶν ἄλλων Νεομαρτύρων, ἀνδρῶν καί γυναικῶν, ἀκολουθοῦντες τήν Παράδοση τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καί Πατέρων περί τοῦ ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ἡ μόνη ὁδός σωτηρίας, ἀρνήθηκαν μέ βαρεῖς μάλιστα χαρακτηρισμούς ἐναντίον τοῦ Μωάμεθ να ἀλλαξοπιστήσουν και ἐπλήρωσαν αὐτήν τους τήν ἄρνηση καί ὁμολογία μέ τό ἴδιο τους τό αἷμα. Ἀποτελοῦν γι’ αὐτό βαρύτατη προσβολή πρός τούς Νεομάρτυρες ὅσα στα πλαίσια τῶν διαθρησκειακῶν διαλόγων τῶν Οἰκουμενιστῶν λέγονται, και μάλιστα ἀπό πατριάρχας,ἐπισκόπους καί ἄλλους κληρικούς καί θεολόγους ὅτι δηλαδή καί οἱ ἄλλες θρησκεῖες εἶναι ὁδοί σωτηρίας, ὅτι ὁ Μωάμεθ εἶναι προφήτης, ὅτι οἱ τρεῖς μονοθεϊστικές θρησκεῖες, Ἰουδαϊσμός, Χριστιανισμός, Μωαμεθανισμός ἔχουν τον ἴδιο Θεό,ὅτι τό Κοράνιο,εἶναι ἅγιο και ἱερό βιβλίο, ἄξιο να τό προσφέρουμε καί ὡς δῶρο. Δέν γνωρίζουν την αὐστηρότατη κριτική μεγάλων Ἁγίων Πατέρων καί τήν παντελή ἀπόρριψη τοῦ Μωάμεθ καί τοῦ Κορανίου ἀπό τόν Ἅγιο Μάξιμο τόν Ὁμολογητή, τον Ἅγ.Ἰωάννη Δαμασκηνό,τον Ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ καί πολλούς ἄλλους[25];
Δέν γνωρίζουν ὅτι ὁ προσφιλέστατος λαϊκός διδάχος και ἰσαπόστολος Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός ἐταύτιζε,προσεκτικά βέβαια καί συνεσκιασμένα, τον Μωάμεθ μέ τόν Ἀντίχριστο ὅπως και τον πάπα; Ἔλεγε: «Ὁ ἀντίχριστος εἶνε· ὁ ἕναςεἶναιὁ Πάπας και ὁ ἕτερος εἶνε αὐτός ὁπού εἶνε εἰς τό κεφάλι μας,χωρίς να εἰπῶ τό ὄνομά του· τό καταλαμβάνετε, μά λυπηρόν εἶνε νά σᾶς το εἰπῶ,διότι αὐτοί οἱ ἀντίχριστοι εἶνε εἰς τήν ἀπώλειαν καθώς τό ἔχουν. Ἡμεῖς ἐγκράτειαν,αὐτοίἀπώλειαν· ἡμεῖς νηστείαν, αὐτοί πολυφαγία· ἡμεῖς παρθενία, αὐτοί πορνεία· ἡμεῖς δικαιοσύνη,αὐτοί ἀδικωσύνη»[26].Δέν ξεχνοῦμε ἀκόμη τήν πατερική του προφητεία καί σύσταση «τόν πάπα νά κα- ταρᾶσθε, διότι αὐτός θα εἶνε ἡ αἰτία»[27].
Πόσο ἐνθαρρυντικά ἦσαν γιά τούς πιστούς αὐτά πού ἔλεγε γιά τήν Ὀρθοδοξία τῶν Ἁγ. Πατέρων: «Ἐγώ ἐδιάβασα και περί ἱερέων,και περί ἀσεβῶν,αἱρετικῶν καί ἀθέων· τά βάθη τῆς σοφίας ἠρεύνησα· ὅλαι αἱ πίστεις εἶνε ψεύτικες· τοῦτο ἐκατάλαβα ἀληθινόν, ὅτι μόνη ἡ πίστις τῶν ὀρθοδόξων χριστιανῶν εἶνε καλή καί ἁγία, τό νά πιστεύωμεν καί νά βαπτιζώμεθα εἰς το ὄνομα τοῦ Πατρός, τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγ.Πνεύματος.Τοῦτο σᾶς λέγω τώρα εἰς τό τέλος· νά εὐφραίνεσθε ὁπού εἶσθε ὀρθόδοξοι χριστιανοί,και νά κλαίετε διά τούς ἀσεβεῖς καί αἱρετικούς ὁπού περιπατοῦν εἰς τό σκότος»[28].

agioi kollybades 01


β΄) Ἡ Μεταπατερικότητα μετά τή δημιουργία τοῦ Νεοελληνικοῦ κράτους (1821)

Τό συμπέρασμα ἀπό τήν ἀναφορά μας στήν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας εἶναι ὅτι ἡ μεταπατερικότητα τῶν Παπικῶν, τῶν Προτεσταντῶν καί τῶν Διαφωτιστῶν δέν ἐκλόνισε τήν πατερικότητα τῆς Παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας. Χάσαμε τήν σωματική ἐλευθερία, ἀλλά κρατήσαμε ἐλεύθερη καί ἀδούλωτη τήν ψυχή μας, τήν πίστη μας, μέχρι σημείου, νά ἀναδειχθοῦν καί μάρτυρες τῆς πίστεως. Πῶς ἔχει ὅμως, ἡ κατάσταση κατά τήν περίοδο τοῦ ἐλευθέρου πολιτικοῦ βίου; Δυστυχῶς θά πρέπει νά ἀρχίσει κανείς μέ τό «πόθεν ἄρξομαι θρηνεῖν», καί νά συνθέσει νέα Ἱερεμιάδα. Αὐτό πού δέν δέχθηκαν νά κάνουν οἱ μεγάλες μορφές τοῦ Γένους, ὁ Μ. Φώτιος, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς, ὁ ἅγιος Μάρκος ὁ Εὐγενικός, ὁ Γεννάδιος Σχολάριος, νά προδώσουν τήν ὀρθόδοξη πίστη γιά νά σώσουν τό κράτος ἤ στήν Τουρκοκρατία οἱ Ἅγιοι καί οἱ Νεομάρτυρες, γιά νά σώσουν το σῶμα τους καί τήν καλοπέρασή τους, τό ἐπράξαμε δυστυχῶς καί το πράττουμε σήμερα χειρότερα. Παραδώσαμε τήν Ἑλλάδα στά χέρια ξένων, τῶν Βαυαρῶν τοῦ Ὄθωνος και τῶν ἐντοπίων ὑποστηρικτῶν τους, οἱ ὁποῖοι ἀπό τότε μέχρι σήμερα ἔχουν ὡς μόνιμο στόχο νά ξερριζώσουν και νά ἀφανίσουν ὅ,τι θυμίζει Ὀρθοδοξία καί Βυζάντιο καί Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, νά ἀποδυναμώσουν τελείως τίς πνευματικές ἀντιστάσεις νά καταστήσουν τήν Ἑλλάδα ἀγνώριστη, ἀνορθόδοξη καί ἀνελλήνιστη, ὥστε φραγκεμένη καί ἐκλατινισμένη, παπική, προτεσταντική καί «διαφωτισμένη» (σκοτισμένη), νά την ἀφομοιώσουν καί νά τήν ἀφανίσουν.
Οἱ μεταπατερικοί καί ἀντιπατερικοί ὑπάρχουν καί δροῦν ἐδῶ και πολλά χρόνια· ἁπλῶς τώρα τους ὑποστασιώνει, τούς συνοψίζει και τούς ἐκφράζει «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ»ἡ «Ἀκαδημία Θεολογικῶν Σπουδῶν» τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος, ἡ ὁποία ὅπως ἐλέχθη προσφυῶς ἀπό εὐλαβέστατο και ἀγωνιστή συμπρεσβύτερο ἔπαυσε νά εἶναι Ἀκαδημία καί μετατράπηκε σέ ἐπιδημία.
Ὀφείλουμε εὐγνωμοσύνη στους ἀρχιερεῖς, οἱ ὁποῖοι πρό τοῦ κινδύνου τῆς πίστεως δέν ὑπολόγισαν το παρεξηγημένο «φιλάδελφο», ἀλλά ἐστηλίτευσαν τά ὅσα ἐλέχθησαν στο μεταπατερικό συνέδριο τῆς Ἀκαδημίας τόν Ἰούνιο τοῦ 2010· πρῶτον, τόν καί πρῶτον στούς ὁμολογιακούς ἀγῶνες, ἀτρόμητον ἀγωνιστήν τῆς Πίστεως στίς ἡμέρες μας, σεβασμιώτατον μητροπολίτην Πειραιῶς κ. Σεραφείμ· δεύτερον, τόν σεβασμιώτατον μητροπολίτην Γλυφάδας κ. Παῦλον, ὁ ὁποῖος μέ ἐμπεριστατωμένο καί ἀποδεικτικώτατο ὑπόμνημα πρός τήν Ἱ. Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος κατέδειξε τήν προτεσταντική προέλευση τῆς μεταπατερικότητας καί τῆς συναφειακῆς θεολογίας καί τήν ἀποξένωσή τους ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Θεολογία· τρίτον, τόν σεμνόν καί πατερικώτατον μητροπολίτην Κυθήρων κ. Σεραφείμ, ὁ ὁποῖος γρήγορα συμφώνησε καί προσετέθη στούς ὀρθοτομοῦντας τόν λόγο τῆς ἀληθείας·τέταρτον, τόν μητροπολίτην Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεον, ὁ ὁποῖος ἐπίσης ἔσπευσε νά συμπαραταχθῆ μέ θεολογικώτατο ἄρθρο, στό ὁποῖο κατήγγειλε τήν κυοφορούμενη νέα αἵρεση τῆς μεταπατερικότητας, και πού σήμερα τόν ἔχουμε κοντά μας διδάσκοντα καί ὁμολογοῦντα· και τέλος πολλούς ἄλλους ἀρχιερεῖς, λοιπούς κληρικούς, μοναχούς και λαϊκούς, οἱ ὁποῖοι ἀποδοκίμασαν με ἄρθρα, σχόλια καί φράσεις τήν αἱρετική συναγωγή τοῦ Βόλου, ἐξαιρέτως δέ τήν ναυαρχίδα τῶν ὀρθοδόξων ἀγώνων ἐπί πενήντα τώρα χρόνια, τήν ὀρθόδοξη μαχητική ἐφημερίδα «Ὀρθόδοξος Τύπος», τήν ἐφημερίδα τῶν ὁσίων Γερόντων, ἱδρυτῶν καί ὑπευθύνων, ἀειμνήστων π. Χαραλάμπους Βασιλοπούλου καί τοῦ ἀξίου διαδόχου του π. Μάρκου Μανώλη, ἡ ὁποία προέβαλε καί ἀνέδειξε τό θέμα τῆς μεταπατερικῆς αἱρέσεως.
Ἄς δοῦμε ὅμως τώρα, μερικά ἀπό τάπιό ὑψηλά δένδρα καί τους πιό πικρούς καί θανατηφόρους πνευματικά καρπούς τοῦ μεταπατερικοῦ δάσους.
Ὁ δέκατος ἔνατος αἰώνας παρά την Βαυαροκρατία ἐκύλησε μέ σοβαρές ἀντιπατερικές ἐνέργειες πού ἔβρισκαν ὅμως ὀρθόδοξες ἀντιστάσεις. Ἀντίθετα πρός τους ἱερούς κανόνες τῶν Ἁγίων Πατέρων ἀνακηρύσσεται ἡ σχισματική αὐτοκεφαλία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, αὐτογνωμόνως, χωρίς τήν γνώμη καί τήν ἔγκριση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου.
Ἐπιβάλλεται πολιτειοκρατικό σύστημα στίς σχέσεις ἐκκλησίας καί πολιτείας, πού προκαλεῖ τήν ὑποταγή τῆς Ἐκκλησίας στόν καίσαρα, μέ ἀφέντη τῆς συνόδου τόν παριστάμενο βασιλικό ἐπίτροπο, ἄνευ τῆς συμφώνου γνώμης τοῦ ὁποίου δέν μποροῦσε νά ἀποφασίσει ἡ Ἱερά Σύνοδος. Ἀφανίζεται ὁ Μοναχισμός μέ τό νά κλείσουν βίαια ἀπό τόν προτεστάντη ἐπίτροπο τοῦ Ὄθωνος Βαυαρό Μάουερ τά 400 ἀπό τά πεντακόσια μοναστήρια μέ ταυτόχρονη ἀπαλλοτρίωση τῆς περιουσίας τους καί πτωχοποίηση τῶν μοναχῶν, ὅπως κατήγγειλε μέ συγκινητικό κείμενό του ὁ γνήσιος Ρωμηός στρατηγός Μακρυγιάννης[29]. Τά πλήγματα ἐναντίον τοῦ Μοναχισμοῦ, σέ κάθε ἐποχή καί στήν ἐποχή μας, κατά την ὁποία ἔχει σχεδιασθῆ καί μεθοδευθῆ ἡ δυσφήμηση ἀλλά καί ἡ ἐσωτερική διάβρωση τοῦ Ἁγίου Ὄρους, τῆς μοναδικῆς αὐτῆς κιβωτοῦ τῆς Ὀρθοδοξίας, κοστίζουν πολύ, διότι ἀποσκοποῦν στό να στερέψει ἡ πηγή πού προσφέρει, βρύει, Πατέρες, ἀφοῦ εἶναι γνωστόν ὅτι στόν σύνολό τους σχεδόν οἱ Ἅγιοι Πατέρες προέρχονται ἀπό τίς τάξεις τῶν μοναχῶν.
Τήν ἴδια περίοδο ἡ ὀργάνωση και τά προγράμματα σπουδῶν τῆς ἱδρυθείσης στό Ἐθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Θεολογικῆς Σχολῆς ἀκολουθοῦν γερμανικά πρότυπα, καί ἡ σχεδόν ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιά νά σταδιοδρομήσει κανείς σ’ αὐτήν, ἦταν οἱ σπουδές στη Δύση, μέ συνέπεια ἡ παπική καί ἡ προτεσταντική Θεολογία νά ἐπηρεάζουν διά τῶν καθηγητῶν τούς πτυχιούχους της, κληρικούς καί λαϊκούς. Δύο παραδείγματα μόνον ἐνδεικτικά γιά τοῦ λόγου τό ἀληθές: ὁ ἐπί πολλά ἔτη κατέχων τήν ἕδρα τῆς Πατρολογίας στήν Θεολογική Σχολή Ἀθηνῶν, καθηγητής Δημήτριος Μπαλάνος, ἐκφράσθηκε ἀπαξιωτικά καί ὑποτιμητικά γιά τους ἀγῶνες καί την Θεολογία τοῦ ῾Αγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, τοῦ κήρυκος αὐτοῦ τῆςΧάριτος καί τοῦ φωτός τῆς Μεταμορφώσεως, τοῦ ἐκφραστοῦ τῆς Θεολογίας τῶν πρό αὐτοῦ Πατέρων. Στήν ἴδια Σχολή μέχρι σήμερα ἐξακολουθεῖ νά ἰσχύει ὁ περιορισμός τῶν Ἁγίων Πατέρων στούς ὀκτώ πρώτους αἰῶνες, μέχρι τον Ἅγιο Ἰωάννη Δαμασκηνό, καί μέ αὐτούς μόνον ἀσχολεῖται τό μάθημα τῆς Πατρολογίας, ἐνῶ οἱ μετέπειτα ἅγιοι συγγραφεῖς ἀνήκουν σέ ἄλλο γνωστικό ἀντικείμενο, στούς ἐκκλησιαστικούς βυζαντινούς συγγραφεῖς, ὡσάν νά ἔπαυσε το Ἅγιον Πνεῦμα νά δρᾶ μέσα στήν Ἐκκλησία μέχρι σήμερα καί νά γεννᾶ Πατέρες, ὅπως τόν Μ. Φώτιο, τόν Συμεών τον Νέο Θεολόγο, τον Ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ, τόν Ἅγιο Μᾶρκο Εὐγενικό, τούς Κολλυβάδες ἐπιφανεῖς Πατέρες, τόν Ἅγιο Νεκτάριο στόν 20ο αἰώνα.Ὑπόκειται και ἐδῶ ἡ παπική ἀντίληψη τοῦ παραμερισμοῦ τῶν Ἁγίων Πατέρων, ἀπό τούς σχολαστικούς δικούς τους «Πατέρες» καί θεολόγους ἀπό τόν 9ο αἰώνα καί ἑξῆς, καί πολύ περισσότερο ἡ προτεσταντική ἀντίληψη ὅτι Πατέρες μποροῦν να χαρακτηρισθοῦν μόνο ὅσοι προσεγγίζουν πρός τούς χρόνους τοῦ Εὐαγγελίου, ὅσοι ἔζησαν τους πρώτους αἰῶνες, τό πολύ μέχρι τόν 5ο αἰώνα. Διδάσκοντας ἐπί χρόνια Πατρολογία στήν Θεολογική Σχολή τῆς Θεσσαλονίκης ἀναγκαζόμουν κάθε φορά στούς νέους φοιτητάς νά διευκρινίζω ὅτι γιά νά χαρακτηρισθῆ κάποιος συγγραφεύς ὡς Πατήρ τῆς Ἐκκλησίας δέν χρειάζεται νά ἔχη καί τό γνώρισμα τῆς ἀρχαιότητος, ὅπως ἀπαιτοῦν τά ἑτερόδοξα ἐγχειρίδια Πατρολογίας, καί μερικά ἰδικά μας, ἀλλά ἀρκοῦν ἡ ἁγιότητα τοῦ βίου καί ἡ ὀρθόδοξη διδασκαλία.
Ἡ ἀναφορά στήν Θεολογική Σχολή Ἀθηνῶν δέν σημαίνει πώς τό σύνολο τῶν καθηγητῶν της στήν συνέχεια ἐνίσχυσαν τό μεταπατερικό καί ἀντιπατερικό πνεῦμα.Ὑπάρχουν λαμπρά παραδείγματα γνησίων πατερικῶν ἀκαδημαϊκῶν διδασκάλων, ὅπως τοῦ ἀειμνήστου καθηγητοῦ Κωνσταντίνου Μουρατίδου καί τινων ἄλλων, ἐξεχόντως δέ τοῦ λαμπροῦ καί ἀγαπητοῦ ἀδελφοῦ συμπρεσβυτέρου π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ, ἡ παρουσία τοῦ ὁποίου στά θεολογικάμας γράμματα ἀποπνέει τό ἄρωμα καί τήν αὐθεντικότητα τῆς πατερικῆς σοφίας. Ἐπιθυμῶ μάλιστα στή συνάφεια αὐτή νά κάνω μία πρόταση καί μία ἐπανόρθωση πού ἀφορᾶ στην Ἀκαδημία τοῦ Βόλου. Ἡ πρότασή μου εἶναι νά προβληθῆ μέ ἡμερίδα ἤ συνέδριο τό πρόσωπο καί το ἔργο τοῦ καθηγητοῦ Κωνσταντίνου Μουρατίδου, ὅπως ἀξιέπαινα ἔπραξαν ὁ μητροπολίτης Ναυπάκτου καί ὁ π. Γεώργιος Μεταλληνός γιά τόν μεγάλο πατερικό θεολόγο π. Ἰωάννη Ρωμανίδη. Ἡ ἐπανόρθωση ἔχει σχέση μέ τον πρύτανη τῶν θεολόγων τοῦ 20οῦ αἰῶνος, τόν γίγαντα τῆς θεολογικῆς σκέψης καί παραγωγῆς ἀείμνηστο καθηγητή Παναγιώτη Τρεμπέλα. Οἱ κάποιες ἀστοχίες του σχετικά μέ τήν θεολογία τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ καί ἡ θεολογική του ἀντιπαράθεση με τον π. Ἰωάννη Ρωμανίδη, δικαιολογοῦνται ἐν μέρει ἀπό τήν μέχρι τότε ἄγνοια τῶν συγγραμμάτων τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου. Δέν εἶναι ὅμως ἀντιπατερικός οὔτε μεταπατερικός, ὅπως ἄφησε νά ἐννοηθεῖ ἡ «Ἀκαδημία» τοῦ Βόλου σέ σχετική της ἐκδήλωση. Δέν τόν χαρίζουμε στούς μεταπατερικούς. Εἶναι πατερικός, πατερικώτατος. Και μόνο ἡ μελέτη τῆς τρίτομης Δογματικῆς του καί τά πολύτομα ἑρμηνευτικά του ὑπομνήματα στην Παλαιά καί στην Κ.Διαθήκη, ὅπου θαυμάζει κανείς την πλούσια χρήση τῶν πατερικῶν συγγραμμάτων, ἀλλά καί ὅσα κριτικά ἔχει γράψει γιά τούς θεολογικούς διαλόγους μέ τούς ἑτεροδόξους, τον ἀποξενώνουν τελείως ἀπό τούς μεταπατερικούς οἰκουμενιστάς.
῾Η Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης, πολύ νεώτερη τῆς τῶν Ἀθηνῶν, ἱδρυθεῖσα τό 1942, εὐτύχησε κατά τίς δύο πρῶτες δεκαετίες τοῦ δευτέρου μισοῦ τοῦ 20οῦ αἰῶνος (1950-1970) νά ρίξει τό βάρος, μέ ἀποφασιστική σ’ αὐτό συμβολή τοῦ ἀειμνήστου καθηγητοῦ Π. Χρήστου, στήν ἔκδοση και ἔρευνα τῶν συγγραμμάτων τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ και ἄλλων πατέρων τῆς Ἐκκλησίας και νά ἀποκτήσει γι’ αὐτό διεθνῶς κῦρος ὡς σχολή τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Τό ἐλπιδοφόρο ὅμως ἐκεῖνο ξεκίνημα ἔχει ἐξασθενήσει καί ὁ μεταπατερικός Οἰκουμενισμός χαρακτηρίζει σήμερα την πλειονότητα τῶν καθηγητῶν της, μέ λαμπρές ἐξαιρέσεις τούς παρισταμένους ἐδῶ ἀπόψε συναδέλφους, προέδρους τῶν συνεδριῶν καί εἰσηγητάς.
Ὁ μεγάλος πάντως σεισμός τῆς μεταπατερικότητας ἀρχίζει στις ἀρχές τοῦ 20οῦ αἰῶνος μέ τίς δύο συνοδικές καί πατριαρχικές ἐγκυκλίους, ἐπί πατριαρχίας Ἰωακείμ τοῦ Γ΄, τό 1902 καί τό 1904. Γίνεται πιό ἰσχυρός μέ τήν συνοδική ἐγκύκλιο τοῦ 1920 καί ἐξακολουθεῖ μέχρι σήμερα νά εἶναι ἐνεργός με ἰσχυρότερη μάλιστα ἔνταση. Με τίς δύο πρῶτες τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ὑπό ἐντελῶς νέο πνεῦμα, μεταπατερικό, ἐγκαταλείπει τήν μέχρι πρό ὀλίγων ἐτῶν, μέχρι τοῦ 1895, αὐστηρή πατερική στάση ἔναντι τῶν αἱρετικῶν τῆς Δύσεως, Παπικῶν καί Προτεσταντῶν, καί ἀπευθυνόμενο προς τούς προέδρους τῶν αὐτοκεφάλων ὀρθοδόξων ἐκκλησιῶν, μεταξύ ἄλλων, ζητεῖ νά μάθει τήν γνώμη τους γιά τίς σχέσεις τῶν Ὀρθοδόξων «μετά τῶν δύο μεγάλων τοῦ Χριστιανισμοῦ ἀναδενδράδων, τῆς Δυτικῆς δηλονότι καί τῆς τῶν Διαμαρτυρομένων Ἐκκλησίας». Συγχρόνως θέτει καί τό θέμα τῆς ἡμερολογιακῆς μεταρρυθμίσεως, μη τοποθετούμενο πάντως ὑπέρ ἤ κατά τοῦ πατροπαραδότου καί ἐπί αἰῶνας κρατοῦντος Ἰουλιανοῦ ἡμερολογίου, ἀλλά ἀναμένον τις σκέψεις τῶν αὐτοκεφάλων ἐκκλησιῶν. Ἐπειδή ἡ ἀπάντηση σχεδόν ὅλων τῶν ἐκκλησιῶν ἦταν καί στα δύο ἀρνητική, ἐκόπασε γιά λίγο αὐτή ἡ πρώτη ὁρμή, ἀλλά ἐπανῆλθε ἰσχυρότερη μέ τήν συνοδική ἐγκύκλιο τοῦ 1920, ὅπου το νεωτερικό μεταπατερικό πνεῦμα γιά πρώτη φορά ἐπισήμως ἀναγνωρίζει ἐκκλησιαστικότητα στις αἱρετικές κοινότητες, ἀφοῦ διά τῆς ἐγκυκλίου ἀπευθύνεται «Πρός
τάς ἁπανταχοῦ Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ», καί ὄχι μόνο πρός τις ὀρθόδοξες.

Ἡ ἰσχυρή προσωπικότητα τοῦ χωρίς ἀμφιβολία Μασόνου Μελετίου Μεταξάκη διατελέσαντος κατά σειράν μητροπολίτου Κιτίου τῆς Κύπρου, μητροπολίτου Ἀθηνῶν, Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου καί πατριάρχου Ἀλεξανδρείας, ἔπαιξε ἀποφασιστικό ρόλο την περίοδο αὐτή στό νά προωθηθῆ ὁ ὑπό τῆς Μασονίας σχεδιασθείς καί προωθούμενος μέχρι σήμερα Οἰκουμενισμός, διαχριστιανικός καί διαθρησκειακός, γιά νά ἀποδυναμωθῆ ἡ μοναδικότητα τῆς Ὀρθοδοξίας σέ σχέση μέ τίς ἄλλες ὁμολογίες καί νά ἐξισωθῆ μέ αὐτές ὅπως καί ὁ Χριστιανισμός σέ σχέση μέ τίς ἄλλες θρησκεῖες. Κάκιστο κατόρθωμα τοῦ Μεταξάκη ἦταν ἡ προώθηση τῆς ἡμερολογιακῆς μεταρρύθμισης καί ἡ ἀντικατάσταση τοῦ πατροπαραδότου καί κεκυρωμένου ἀπό ἀποφάσεις Πατέρων καί συνόδων Ἰουλιανοῦ ἡμερολογίου, μέ τό παπικό Γρηγοριανό, χωρίς πανορθόδοξη ἀπόφαση, μέ τήν συμπαράσταση, δυστυχῶς τοῦ ἐξαιρέτου ἐκκλησιαστικοῦ ἱστορικοῦ καί ἐπιστήμονος ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, παλαιοῦ συνεργάτου τοῦ Μεταξάκη στο Πατριαρχεῖο Ἱεροσολύμων, ἀπό ὅπου ξεκίνησε τήν ἐντυπωσιακή ἀλλά καί καταστροφική του δράση, πού ἀπέληξε στό νά σχίσει την Ἐκκλησία.
Ἡ ἵδρυση τοῦ προτεσταντικοῦ «Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν» τό 1948 στό Ἄμστερνταμ, στό ὁποῖο πρόθυμα μετέσχε το Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο και ἀρκετές ὀρθόδοξες ἐκκλησίες, ἀποτελεῖ τόν χειρότερο ἐκκλησιολογικό ἐκτροχιασμό τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησιαστικῆς ἡγεσίας. Διά τοῦ ΠΣΕ ὁ Διάβολος, ἐμφανιζόμενος ὡς ἄγγελος φωτός ὑπό το προσωπεῖο τῆς ἀγάπης καί τῆς ἑνότητος, ἐπιχειρεῖ νά σαλεύσει τά ἀποστολικά καί πατερικά θεμέλια τῆς Ἐκκλησίας, καταργώντας ὅσα οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι καί οἱ Ἅγιοι Πατέρες ἐδίδαξαν περί αἱρέσεως και αἱρετικῶν, οἱ ὁποῖοι τώρα ἐξισώνονται μέ την Μία, Ἁγία, Καθολική, Ἀποστολική καί Πατερική Ἐκκλησία.Δέν πρόκειται για Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν ἀλλά γιά «Παγκόσμιο Συνονθύλευμα Αἱρέσεων», ὅπως προσφυῶς τό ὀνόμασε ὁ καθηγητής Κ. Μουρατίδης[30].
Τήν κληρονομιά τοῦ Μελετίου Μεταξάκη ἀξιοποιεῖ καί ἐπαυξάνει ἄλλη ἐπίσης ἰσχυρή προσωπικότητα, ὁ ἀπό Ἀμερικῆς κληθείς στόν οἰκουμενικό θρόνο πατριάρχης Ἀθηναγόρας, καί μετά την σεμνή ἀλλά καθοδηγούμενη πατριαρχία τοῦ Δημητρίου, ὁ ἐπίσης ἰσχυρός ὑποστηρικτής τοῦ ἀντιπατερικοῦ Οἰκουμενισμοῦ πατριάρχηςΒαρθολομαῖος. Μέσα στό κλῖμα αὐτό τό ἀνατρεπτικό τῆς Πατερικῆς Παραδόσεως ἔχουν διατυπωθῆ μεταπατερικές καί ἀντιπατερικές θέσεις τέτοιες,πού δικαιολογοῦν ἀπολύτως τήν μεταπατερικότητα τῆς «Ἀκαδημίας Θεολογικῶν Σπουδῶν» τοῦ Βόλου, τήν ὁποία ἄλλωστε στηρίζει, καλύπτει καί δικαιώνει το Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο.

mhtropoliths meletios metaksakhs kai episkopianoi 01


Ἐνδεικτικές ἐλάχιστες θέσεις τῶν ἐπί ἑξήντα τώρα ἔτη δρώντων μεταπατερικῶν Οἰκουμενιστῶν δείχνουν ὅτι δυστυχῶς ἄργησε νά ἀφυπνισθῆ καί νά ἀντιδράσει τό ὑγιές μέρος τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ πατριάρχης Ἀθηναγόρας ἀναγνωρίζει πρωτεῖο στόν Πάπα Παῦλο τόν Β΄, χωρίς μετάνοια καί ἀποκήρυξη τῶν πλανῶν. Τόν κατατάσσει εὐθύς μετά τόν ὁμώνυμό του ἀπόστολο Παῦλο καί ὡς ἕνα ἀπό τους μεγαλύτερους πάπες τῆς ἱστορίας[31]. Ἡ αἵρεση τοῦ Filioque γιά τόν Ἀθηναγόρα δέν ἀποτελεῖ ἐμπόδιο γιά την ἕνωση τῶν ἐκκλησιῶν. Ἡ ἀντιρρητική θεολογία τῶν Ἁγίων Πατέρων δεν χρειάζεται στούς καιρούς μας.  Ἐπί λέξει εἶπε: «Τί μελάνι χύθηκε καί τι μῖσος γιά τό Filioque! Ἦλθεν ἡ ἀγάπη καί ὅλα ὑποχωροῦν στό πέρασμά της»[32]. Ἀπό τίς πολλές ἄλλες ἀντιπατερικές δηλώσεις του μία ἀκόμη: «Ἀπατώμεθα καί ἁμαρτάνομεν, ἐάν νομίζωμεν ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος πίστις κατῆλθεν ἐξ οὐρανοῦ καί ὅτι τά ἄλλα δόγματα εἶναι ἀνάξια. Τριακόσια ἑκατομμύρια ἀνθρώπων ἐξέλεξαν τόν Μουσουλμανισμόν διά να φθάσουν εἰς τόν Θεόν των καί ἄλλαι ἑκατοντάδες ἑκατομμυρίων εἶναι Διαμαρτυρόμενοι, Καθολικοί, Βουδισταί. Σκοπός κάθε θρησκείας εἶναι νά βελτιώση τόν ἄνθρωπον»[33].

Δύο ἀπό τούς πιό στενούς καί πιο ἀγαπητούς συνεργάτες του εἶπαν φοβερά πράγματα, καί ἀπορεῖ κανείς πώς οὔτε ἡ σύνοδος τοῦ Φαναρίου οὔτε καμμία ἄλλη ὀρθόδοξος σύνοδος ἀσχολήθηκε μέ αὐτούς. Ὁ ἀρχιεπίσκοπος Θυατείρων καί Μ. Βρεττανίας Ἀθηναγόρας (Κοκκινάκης) χαρακτήρισε τούς ἱερούς κανόνες τῶν Ἁγίων Πατέρων ὡς «ἀνθρώπινα ἐντάλματα καί σχήματα ἀνοησιῶν καί μίσους» Ὁ ἴδιος εἶπε: «Ποῖον τό κριτήριον διά τοῦ ὁποίου θά ἀποδειχθῆ ἡ διεκδικουμένη ἀποκλειστικότης τῆς ἀληθείας; Ὅ,τι και νά λέγωμεν, τό γεγονός παραμένει ὅτι ὡς διηρημένη ἡ Ἐκκλησία δεν εἶναι δυνατόν νά εἶναι ὑγιής, ἀλλά πληγωμένη, καί τό μέρος οὐδέποτε εἶναι δυνατόν νά διεκδικήση ἐν ἀληθείᾳ τό ὅλον. Μήτε ὁ πλοῦτος μήτε ἡ ἐπαναλαμβανομένη λόγοις καί ἐπιχειρήμασι ἀκεραιότης τῆς διδασκαλίας, μήτε τά σχήματα τῆς παραδοσιακῆς συντηρητικότητος ὠφελοῦν, μήτε καί ἐνδυναμώνουν τούς ἰσχυρισμούς τούς διεκδικοῦντας τήν ἀποκλειστικότητα. Γνωρίζω τήν διδασκαλίαν τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καί τάς θέσεις τῶν νεωτέρων θεολόγων τῆς Ἀνατολῆς, ἀλλά ταῦτα εἶναι βουλαί καί ἐπίνοιαιἀνθρώπων»[34].
Μεγαλύτερη εἶναι ἡ βλάσφημη θέση τοῦ Ἀμερικῆς Ἰακώβου, χειρότερη ἀκόμη καί ἀπό τήν αἵρεση τοῦ Ἀρείου, διότι ἀρνεῖται συνολικά το δόγμα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Καταγγέλθηκε ἀπό σκανδαλισθέντας ὁμογενεῖς τῆς Ἀμερικῆς καί ἀπό Μονές τοῦ Ἁγίου Ὄρους, οἱ ὁποῖες ἐζήτησαν ἀπό τήν σύνοδο τοῦ Φαναρίου νά τόν καθαιρέσει, πλήν εἰς μάτην. Εἶπε ὁ Ἰάκωβος: «Τό νόημα τοῦ Θεοῦ εἶναι μία ἀφηρημένη ἑλληνική ἰδέα τήν ὁποία ὁ ἄνθρωπος τῆς σήμερον καί τῆς αὔριον δέν ἀποδέχεται: Εἰδικῶς δέ ἡ ἀποδοκιμασία αὕτη ἀφορᾶ τό δόγμα τῆς Τριαδικότητος. Ἑπομένως, δέον ὅπως ἀπεκδυθῇ, ἡ Θεολογία τῶν Ἑλληνικῶν της ἐνδυμάτων, ἕν μεταξύ τῶν ὁποίων τό δόγμα τῆς Ἁγίας Τριάδος»[35].
Ὁ πατριάρχης Βαρθολομαῖος ὡς ἀρχιμανδρίτης ἤδη στήν μελέτη του «Περί τήν κωδικοποίησιν τῶν Ἱ. Κανόνων καί τῶν κανονικῶν διατάξεων ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ», ἰσχυρίζεται ὅτι πολλοί ἀπό τούς κανόνες τῶν Ἁγίων Πατέρων πρέπει νά καταργηθοῦν καί ἐπί λέξει συνεχίζει: «Δέν δύνανται νά ἐφαρμοσθοῦν σήμερον καί πρέπει νά τροποποιηθοῦν αἱ διατάξεις αἱ κανονίζουσαι τάς σχέσεις τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν πρός τούς ἑτεροδόξους καί ἑτεροθρήσκους. Δέν δύναται ἡ Ἐκκλησία νά ἔχῃ διατάξεις ἀπαγορευούσας τήν εἴσοδον εἰς τούς ναούς τῶν ἑτεροδόξων καί τήν μετ’ αὐτῶν συμπροσευχήν, καθ’ ἥν στιγμήν αὕτη διά τῶν ἐκπροσώπων αὐτῆς προσεύχεται ἀπό κοινοῦ μετ’ αὐτῶν διά την τελικήν ἕνωσιν ἐν τῇ πίστει, τῇ ἀγάπῃ τῇ ἐλπίδι. Περισσοτέρα ἀγάπη πρέπει νά “ἀρδεύσει” πολλάς κανονικάς διατάξεις πρός “ζωογονίαν”. Ἐπιβάλλεται τροποποίησις ὁρισμένων διατάξεων ἐπί τό φιλανθρωπότερον καί ρεαλιστικώτερον. Ἡ Ἐκκλησία δέν δύναται καί δέν πρέπει νά ζῇ ἐκτός τόπου καί χρόνου[36].
Ὡς πατριάρχης κατήργησε αὐτογνωμόνως αὐτούς τούς Ἱερούς Κανόνας, συμπροσευχόμενος ἀδεῶς καί ἐπανειλημμένως μέ αἱρετικούς. Παρῃτήθη ἀπό τήν ὑποχρέωση τῆς Ἐκκλησίας νά ὁδηγήσει ἑτεροδόξους καί ἑτεροθρήσκους στήν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου, διότι ὅπως ἐπί λέξει εἶπε: «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δέν ἐπιδιώκει νά πείση τούς ἄλλους περί συγκεκριμένης τινος ἀντιλήψεως τῆς ἀληθείας ἤ τῆς ἀποκαλύψεως, οὔτε ἐπιδιώκει νά τούς μεταστρέψει εἰς συγκεκριμένον τινά τρόπον σκέψεως»[37]. Ὡμίλησε ἀπερίφραστα γιά τήν ἱερότητα καί ἰσότητα τῶν «Ἱερῶν Γραφῶν» τῆς Ἐκκλησίας καί τοῦ Ἰσλάμ, δηλαδή τοῦ Εὐαγγελίου καί τοῦ Κορανίου[38], τό ὁποῖο ἐχαρακτήρισε ὡς «ἅγιο» και τό ἐδώρησε σέ Τοῦρκο ἐπιχειρηματία στήν Ἀμερική. Καί τό τρομερώτερο ὅλων εἶναι ὅσα εἶπε γιά τους Ἁγίους Πατέρες, τά ὁποῖα ὁδήγησαν σέ ἔντονη διαμαρτυρία τήν Ἱερά Κοινότητα τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Εἶπε: «Οἱ κληροδοτήσαντες εἰς ἡμᾶς τήν διάσπασιν προπάτορες ἡμῶν ὑπῆρξαν ἀτυχῆ θύματα τοῦ ἀρχεκάκου ὄφεως καί εὑρίσκονται ἤδη εἰς τάς χεῖραςτοῦ δικαιοκρίτου Θεοῦ»[39].
Ὁμόφρων καθ’ ὅλα τοῦ πατριάρχου ὁ θεολογικός του σύμβουλος μητροπολίτης Περγάμου Ἰωάννης. Ἐκτός τῆς παλαιᾶς του θέσεως περί «ναρκισσευομένης Ὀρθοδοξίας», πού ἀρνεῖται τήν ἀποκλειστικότητα τῆς Ἀληθείας γιά τούς Ὀρθοδόξους,ὅπως πρό αὐτοῦ διεκήρυξε ὁ Θυατείρων Ἀθηναγόρας, προωθεῖ τώρα καί τήν λεγόμενη «βαπτισματική ἐκκλησιολογία», ἰσχυριζόμενος ὅτι καί τῶν αἱρετικῶν τό Βάπτισμα εἰσάγει εἰς τήν Ἐκκλησίαν. Δέχεται τά ἑξῆς πρωτάκουστα: «Τό Βάπτισμα δημιουργεῖ ἕνα ὅριον εἰς τήν Ἐκκλησίαν. Τό Βάπτισμα, Ὀρθόδοξον ἤ μή, ὁριοθετεῖ τήν Ἐκκλησίαν, ἡ ὁποία περιλαμβάνει Ὀρθοδόξους καί ἑτεροδόξους. Ὑφίστανται βαπτισματικά ὅρια τῆς Ἐκκλησίας καί “ἐκτός Βαπτίσματος” δέν ὑπάρχει Ἐκκλησία». Ἀντιθέτως «“ἐντός τοῦ Βαπτίσματος”, ἔστω καί ἄν ὑπάρχει μία διάστασις, μία διαίρεσις, ἕνα σχίσμα δυνάμεθα νά ὁμιλῶμεν διά Ἐκκλησίαν»[40].
Ἐλαχίστων ἀκόμη, μεταπατερικῶν Οἰκουμενιστῶν ἐλάχιστες θέσεις, ἀπό τίς πάμπολλες, θά ἀναφέρω, γιά νά σχηματίσουμε μία πρώτη θλιβερή εἰκόνα γιά τό ποῦ μᾶς ἔχει ὁδηγήσει ὁ μεταπατερικός Οἰκουμενισμός, ἀλλά καί γιά νά ἐμπεδωθεῖ πλέον καί νά ἐνισχυθεῖ ἡ συνείδηση τῆς ἀνάγκης περί τοῦ ὅτι δέν πρέπει νά κρύβουμε ἤ νά παραβλέπουμε καί νά ὑποτιμοῦμε τήν πλάνη καί το ψεῦδος, πού ἐμφανίζονται ὡς ἀλήθεια καί φῶς, καί ἔτσι διαβρώνουν καί παραπλανοῦν τό ἀπληροφόρητο καί ἀκατήχητο ὀρθόδοξο πλήρωμα.
Εἶναι ἐπιτακτική ἀνάγκη καί ἐπείγουσα προτεραιότητα νά συγκεντρωθοῦν ὅλες ἤ οἱ σημαντικώτερες κακόδοξες γνῶμες ἐπωνύμων Οἰκουμενιστῶν, κληρικῶν καί λαϊκῶν, ὥστε ὀνομαστικά καί κατοχυρωμένα να γνωρίσουν οἱ πιστοί τήν ἔκταση τῆς κακοποίησης πού ὑφίστανται οἱ ἀλήθειες τῆς πίστεως, χωρίς δυστυχῶς τό ὑγιές τῆς Ἐκκλησίας μέρος να ἀντιδρᾶ καί νά ἀνθίσταται ἀποστολικῶς καί πατερικῶς.
Τούς προαναφερθέντας μεγαλοσχήμονας κληρικούς ἀκολουθεῖ κατά πόδας ὁ μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος, ἐπαναλαμβάνων, ὅσα παλαιότεροι Οἰκουμενισταί ἔχουν πῆ περί διηρημένης Ἐκκλησίας, ὅπως ὁ μητροπολίτης Θυατείρων Ἀθηναγόρας. Εἶναι ἀνθρώπινο νά κάνει κανείς λάθος· εἶναι ὅμως δαιμονικό καί ἑωσφορικό νά μή ἀναγνωρίζει τό λάθος, γνώρισμα τοῦ ἐγωϊστικοῦ φρονήματος ὅλων τῶν αἱρετικῶν. Ὁ Μεσσηνίας ἐλέγχθηκε γιά τήν πλάνη του ἀπό τόν σεμνό και πατερικό μητροπολίτη Κυθήρων Σεραφείμ καί ἀπό τόν ἄξιο ὑπέρμαχο τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως καθηγητή τῆς Δογματικῆς στήν Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης Δημήτριο Τσελεγγίδη, ἀλλ’ αὐτός «οὐκ ἠβουλήθη συνιέναι». Δυστυχῶς ἡ Διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας ἔκλεισε τό θέμα μέ ψευτοειρηνισμούς καί συμβιβασμούς, χωρίς ἀποκήρυξη τῆς πλάνης ἐκ μέρους τοῦ Μεσσηνίας. Παλαιότερος ἐπίσης ἐπιφανής λαϊκός θεολόγος, ὁ καθηγητής τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν Νικόλαος Νησιώτης, ἐκ τῶν πρωτεργατῶν καί ἀξιωματούχων τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, διετύπωσε ἀπαράδεκτες ἐκκλησιολογικές θέσεις, ἐλεγχθείς πατερικώτατα ἀπό τόν ἤδη μνημονευθέντα ὁμολογητή καθηγητή Κωνσταντῖνο Μουρατίδη, ὡς ἀρνούμενος τήν ἀλήθεια ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, εἶναι ἡ Μία Ἁγία Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία. Ἐπικρίνει ὁ Νησιώτης τον Οἰκουμενικό ἐπαρχιωτισμό τῶν Ὀρθοδόξων καί δι’ ἐρωτήματος ἀποκλείει τήν ταύτιση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μέ τήν Μία Ἐκκλησία.
Ἐρωτᾶ: «Δέν σκεπτόμεθα διαρκῶς καί δέν ἐνεργοῦμεν ὡσάν ἡ “Una Sancta” περιωρίζετο ἐντός τῶν ὁρίων τῆς ἰδικῆς μας Ἐκκλησίας ἤ Ὁμολογίας; Ἀλλ’ ἡ πεῖρα τῆς συναντήσεως εἰς συνελεύσεις καί συνέδρια ἀποσείει ἀφ’ ἡμῶν τήν αὐταρέσκειάν μας ταύτην»[41]. Ὁ «Ναρκισσισμός» τοῦ Περγάμου, προοδοποιήθηκε ἀπό τήν «αὐταρέσκειαν» τοῦ Νησιώτη, ὁ ὁποῖος ὅπως διαπιστώνει ὁ καθηγητής Μουρατίδης «ζητεῖ ὅπως ἀποφεύγωμεν ἀπό τοῦ νά προσαγορεύωμεν ἀλλήλους “σχισματικούς” ἤ “αἱρετικούς”, ἀφοῦ δεν ὑπάρχουν “σχισματικοί” ἀλλ’ ἱστορικαί Ἐκκλησίαι, αἱ ὁποῖαι ἐν τῇ διαιρέσει των παρουσιάζουν μίαν σχισματικήν κατάστασιν ἐντός τῆς μιᾶς ἀδιαιρέτου Ἐκκλησίας!»[42]. Βλέπετε Ἅγιε Κυθήρων ποιούς ἀκολουθεῖ ὁ Μεσσηνίας; Ὅλοι εἴμαστε διηρημένοι καί σέ σχισματική κατάσταση, μέσα σέ μία ἀδιαίρετη Ἐκκλησία, προφανῶς ἀόρατη, κατά τούς Προτεστάντες πού τήν κάνει ὁρατή το «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν».

bartholomaios papas zhzioylas 01


Ἐκ τῶν νεωτέρων λαϊκῶν καθηγητῶν ἰδιαίτερα ἐλύπησε τους Ὀρθοδόξους καί ἐχαροποίησε τους κακοδόξους, κατά τό ad hoc ἀπολυτίκιο τῆς Ἁγίας Εὐφημίας, ὁ καθηγητής τῆς Δογματικῆς στή Θεολογική Σχολή τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Γεώργιος Μαρτζέλος. Προώθησε καί ἐνέκρινε δύο διδακτορικές διατριβές, οἱ ὁποῖες ἀχρηστεύουν μεταπατερικῶς τίς ἀποφάσεις συνόδων καί τήν διδασκαλία Ἁγίων Πατέρων, ὡς καί τήν διαχρονική συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας, πού ἐκφράζεται στά κείμενα τά πάμπολλα τῆς λατρείας καί στό “Συνοδικό τῆς Ὀρθοδοξίας”, περί τοῦ ὅτι οἱ Διόσκορος καί Σεβῆρος εἶναι αἱρετικοί Μονοφυσίτες. Οἱ δύο διδακτορικές διατριβές νεαρῶν θεολόγων ὑπερβαίνουν την Παράδοση τῶν Ἁγίων Πατέρων, εἶναι σοφώτεροι οἱ συντάκτες τους ἀπό τούς διδασκάλους τῆς Πίστεως, ἔκαναν λάθος ἐκεῖνοι, ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Δαμασκηνός, ὁ Μ. Φώτιος, τους διορθώνουν τώρα οἱ μαθητές τοῦ καθηγητοῦ Γ. Μαρτζέλου. Ἔτσι τους ὑπό τῆς Ἐκκλησίας διά τῶν αἰώνων ἀναθεματιζομένους αἱρετικούς Διόσκορο καί Σεβῆρο τούς παρουσιάζουν ὡς ὀρθοδόξους. Ἀλλά γενικῶς τούς Μονοφυσίτες ἀθωώνει ὁ ἐν λόγῳ καθηγητής, ἐλεγχθείς ἐμβρισθέτατα καί ὀρθοδοξότατα διά σχετικῶν δημοσιευμάτων ὑπό τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου τοῦ ἉγίουὌρους.

Διαφορετική εἶναι ἡ ἀντιπατερική μεταπατερικότητα τοῦ καθηγητοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ, γιατί δέν ἐμπλέκεται πολύ στά οἰκουμενιστικά δρώμενα, ὅπως σχεδόν στό σύνολό τους οἱ ἄλλοι μεταπατερικοί, μολονότι σέ παλαιά δημοσιεύματά του υἱοθετεῖ τίς ἀθηναγόρειες θέσεις ἐναντίον τῆς ἀντιρρητικῆς θεολογίας τῶν Πατέρων καί ὁμιλεῖ γιά «τή ματαιοπονία τῶν ἀσχολουμένων μέ τήν ἔρευνα τοῦ Filioque»[43], ἐπαινεθείς μάλιστα γιά τίς προοδευτικές του θέσεις ὑπό τῶν Οὐνιτῶν. Ὁ βαρύς φιλοσοφικός ἐξοπλισμός του καί ἡ στοχαστική του διάθεση δέν τόν ἄφησαν νά θέσει ἐν ταπεινώσει τά ἀναμφισβήτητα χαρίσματά του στήν προβολή καί ἑρμηνεία τῆς διά τῶν αἰώνων ἐκφαινομένης συμφωνίας τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, νά ἀκολουθήσει τούς Ἁγίους Πατέρες, ὅπως πολλοί ἐξ αὐτῶν φιλόσοφοι, πανεπιστήμονες, στοχαστές ἔπραξαν μέ τούς πρό αὐτῶν Ἁγίους Πατέρες.
Ὑπενθυμίζουμε ἁπλῶς τό παράδειγμα τοῦ σπάνια φιλοσοφική συγκρότηση διαθέτοντος Ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, ὁ ὁποῖος ἐν ταπεινώσει μᾶς λέγει ὅτι ἀπό ὅσα γράφει τίποτε δέν εἶναι ἰδικό του, ἀλλά ἀνθολόγηση τῆς διδασκαλίας τῶν Ἁγίων. Γι’ αὐτό καί θεωρεῖται ὡς ὁ ἐκφραστής τῆς πρό αὐτοῦ Πατερικῆς Παραδόσεως, γι’ αὐτό καί ἡ Δογματική του, τό ἔργο του δηλαδή «Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως», εἶναι καί θά παραμείνει ἡ αὐθεντικώτερη καί γνησιώτερη καί ἀκριβέστερη πηγή τῶν δογμάτων τῆς Πίστεως. Δυστυχῶς ὁ καθηγητής Γιανναρᾶς ὑπερέβη τούς Πατέρες, δέν ἀκολουθεῖ τούς Πατέρες· διατυπώνει διδασκαλίες ἀντιπατερικές καί ἠθικά ἐπικίνδυνες, ὅπως ἡ διδασκαλία του γιά τόν ἀνθρώπινο ἔρωτα ὡς ὁδό θεογνωσίας, γιά τήν ὁποία ἐλέγχθηκε μέ δυνατή καί ἀκαταμάχητη ἐπιχειρηματολογία ἀπό τόν ἀείμνηστο Γέροντα Θεόκλητο Διονυσιάτη, μέ σειρά δημοσιευμάτων, στά ὁποῖα αὐτή ἡ διδασκαλία χαρακτηρίζεται ὡς ἐπανεμφάνιση τῆς αἱρέσεως τοῦ Νικολαϊτισμοῦ, ὡς Νεονικολαϊτισμός. Ὁ π. Θεόκλητος μάλιστα εὑρίσκει ὄχι ἁπλῆ ὑπέρβαση, ἀγνόηση τῶν Πατέρων, ἀλλά πολεμική καί ὕβρεις ἐναντίον τους.
Γράφει: «Καί ἐπειδή μέν διαθέτει “μιά κάποια ἀνεπτυγμέ- νην σκέψι καί κρίσι”, δέν διαθέτει δέ ἐπαρκῆ πνευματικήν πεῖραν, καί μή ὑποψιαζόμενος τήν ἀνεπάρκειάν του, ἔχει ἀθεοφόβως στρατεύσει κατά τῆς ἠθικῆς καί πνευματικῆς διδασκαλίας τῆς Ἁγιωτάτης Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας δι’ ἄρθρων κατηγορῶν αὐτῆς... μανιχαϊσμόν! Μέ τήν ἰδέαν αὐτήν ἔχει ὑποστῇ ψύχωσιν, ἔγινε στόχος του, τήν χρησιμοποιεῖ εἰς τάς ἀναπλαστικάς του προσπαθείας καί πανταχοῦ τῆς Πατερικῆς πνευματικῆς διδασκαλίας διακρίνει ἐπιδράσεις μανιχαϊκάς. Εἰς ἕνα δέ τολμηρότατον βιβλίον του, πού ἐξέδωκε τελευταίως... αἰσθάνεται τήν ἀνάγκη νά μνημονεύση “τήν διαστροφήν τῆς χριστιανικῆς ψυχῆς ἀπό μανιχαϊκάς ἐπιδράσεις”! Τί νά εἴπωμεν; Ἡ Ἐκκλησία δέν προσέχει αὐτά τά αἱρετικά φρονήματα τοῦ ἀνιδέου αὐτοῦ θεολόγου; Δέν ὑπάρχει ἕνα γραφεῖον τύπου... νά παρακολουθῇ τάς κατά τῆς Ὀρθοδόξου πνευματικῆς διδασκαλίας ἐκτοξευομένας ὕβρεις ὑπό θεωρουμένων ὀρθοδόξων θεολόγων»[44].
Καί σέ ἄλλο σημεῖο ἀπευθυνόμενος ὁ π. Θεόκλητος πρός τόν καθηγητή Γιανναρᾶ γράφει: «Μέ μιά ἀντιεπιστημονική ἐλαφρότητα καί δημοσιογραφική ρηχότητα θίγεις τά βασικότερα θέματα τῆς Ἐκκλησίας, ἀδιαφορώντας γιά τίς ἀποκλίσεις σου σέ διάφορες αἱρέσεις. Ἀρχίζεις τήν θεολογική σου καριέρα μέ πόλεμο κατά τῶν ἱερῶν Κανόνων -τόν ὁποῖον καί συνεχίζεις ἐμμέσως- καί ἀπό οἶστρον οἰήσεως δέν ὀκνεῖς νά ἀποδώσῃς σαρκική συσσώρευση στούς Ἁγίους Πατέρες, χωρίς αὐτό νά σέ ἐμβάλλη σέ ἀνησυχία γιά τήν ἀπύθμενη ἐκτροπή σου. Καί ἤδη συνεχίζεις ἤ νά τούς διαστρέφεις ἤ νά τούς ἀγνοῆς ἤ νά τούς σπιλώνης»[45].
Συνέχισε πράγματι ὁ καθηγητής Γιανναρᾶς νά σπιλώνει καί νά συκοφαντεῖ τούς Ἁγίους Πατέρες μέ συγκεκριμένο τώρα στόχο τόν ἐπιφανέστερο καί πολυγραφώτερο τῶν Ἁγίων Κολλυβάδων Πατέρων τόν Ἅγιο Νικόδημο Ἁγιορείτη, τόν ὁποῖο κατηγορεῖ ὅτι μέ τά συγγράμματά του δημιούργησε μιά «νοοτροπία πού θέλει νά ἐνσπείρει σέ μιά παραδοσιακή χριστιανι- κή κοινωνία τόν μανιχαϊκό διαχωρισμό “καθαρῶν” καί “ἀκαθάρτων” ἀνθρώπων» καί ὅτι δῆθεν εἶναι «διάσπαρτη στά ἔργα τοῦ Νικοδήμου ἡ ἐμμονή στήν ἀνσέλμεια καί θωμιστική διδασκαλία “περί ἱκανοποιήσεως τῆς θείας Δικαιοσύνης διά τοῦ σταυρικοῦ θανάτου τοῦ Χριστοῦ”» καί ὅτι στό «Ἐξομολογητάριον» τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου «κυριαρχεῖ τό δικανικό, τελείως δυτικό πνεῦμα»[46].
Θεμελιώδη καί ἐπιτυχῆ κριτική τῆς ἀτεκμηρίωτης, ἄδικης καί βλάσφημης πολεμικῆς τοῦ Γιανναρᾶ ἐναντίον ἑνός μεγάλου Πατρός καί Διδασκάλου τῆς Ἐκκλησίας ἐξεπόνησε ὁ π. Βασίλειος Βολουδάκης στό ἐξαίρετο ἔργο του «Ὀρθοδοξία καί Χρ. Γιανναρᾶς», ὅπου στό τέλος δημοσιεύεται καί κείμενον τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος τοῦ Ἁγίου Ὄρους μέ τίτλο: «Ἀναίρεσις τῶν πεπλανημένων θέσεων τοῦ κ. Χρήστου Γιανναρᾶ περί τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου».
Ἡ μεταπατερικότητα λοιπόν τοῦ καθηγητοῦ Γιανναρᾶ προσλαμβάνει βαρύτερο χαρακτήρα τῆς τῶν ἀναφερθέντων ἄλλων μεταπατερικῶν Οἰκουμενιστῶν, διότι καταλήγει σέ ἐμφανῆ ἀντιπατερικότητα μέ ὑβριστική, ἄδικη καί ἀθεμελίωτη πολεμική ἐναντίον συνόλου τῆς Πατερικῆς Παραδόσεως καί ἐξαιρέτως τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, ἀλλά καί σέ παρότρυνση τῶν νέων σέ ἠθική χαλαρότητα. Ὅπως ἐπισημαίνει τό κείμενο τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος τοῦ Ἁγίου Ὄρους «ὁ κ. Γιανναρᾶς προωθεῖ τούς ἀναγνώστας του καί μάλιστα τούς νέους νά γίνουν κριταί τῶν Ἁγίων καί νά μένουν μέν εἰς τήν Ἐκκλησίαν ἱκανοποιοῦντες ὅμως τά πάθη των, χωρίς νά παιδαγωγοῦνται εἰς τήν ἀπόκτησιν τῆς ἀληθοῦς μετανοίας, ταπεινοφροσύνης, ἁγνότητος καί ὑπακοῆς, ἄνευ τῶν ὁποίων εἶναι ἀνέφικτος ἡ ἀληθής ἐν Χριστῷ ἐλευθερία»[47].

Μνημονεύουμε ἀκόμη ὡς καρπούς αὐτῆς τῆς ἀντιπατερικῆς μεταπατερικότητας τά ἀπαράδεκτα κείμενα πού συνυπέγραψαν στούς Θεολογικούς Διαλόγους οἱ ἐκπρόσωποι τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, τά ὁποῖα ἀνατρέπουν τήν Πατερική, τήν Ὀρθόδοξη Παράδοση.
Στόν διάλογο μέ τούς Παπικούς τό κείμενο πού ὑπογράφτηκε στό Balamand τοῦ Λιβάνου (1993), ἐκτός τοῦ ὅτι γιά πρώτη φορά ἀθωώνει τήν Οὐνία, προσφέρει συγχρόνως ἐκκλησιαστική πληρότητα καί γνησιότητα στήν αἱρετική Ρώμη. Ἐξισώνονται ἡ Ὀρθόδοξη καί ἡ Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία καί θεωροῦνται ἀμφότερες κάτοχοι τῆς γνησίας ἀποστολικῆς πίστεως, τῆς μυστηριακῆς Χάριτος καί τῆς ἀποστολικης διαδοχῆς. Γιά πρώτη φορά “ὀρθόδοξοι” θεολόγοι, ἀθετώντας τήν σταθερή καί ἁγία Παράδοση τῶν Πατέρων ἀρνοῦνται ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, διότι οἱ διατυπώσεις τοῦ κειμένου σημαίνουν ὅτι αὐτή συναποτελεῖ μετά τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας τήν Μίαν Ἐκκλησίαν καί εἶναι ἀπό κοινοῦ συνυπεύθυνες γιά τήν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Ἡ διδασκαλία τῶν μεγάλων ἁγίων καί Πατέρων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας περί τοῦ ὅτι οἱ Λατῖνοι εἶναι σχισματικοί καί αἱρετικοί συγχρόνως ἀχρηστεύθηκε καί ἐγκαταλείφθηκε. Εἶναι φοβερά προδοτική τῆς Πίστεως ἡ διατύπωση τοῦ κειμένου τοῦ Balamand: «Ἑκατέρωθεν ἀναγνωρίζεται ὅτι ὅσα ἐνεπιστεύθη ὁ Χριστός εἰς τήν Ἐκκλησίαν του -ὁμολογία τῆς ἀποστολικῆς πίστεως, μετοχή εἰς τά αὐτά μυστήρια, κυρίως εἰς τήν μίαν ἱερωσύνην, τήν τελοῦσαν τήν μίαν θυσίαν τοῦ Χριστοῦ, ἀποστολική διαδοχή τῶν ἐπισκόπων- δέν δύναται νά θεωρηθοῦν ὡς ἀποκλειστική ἰδιοκτησία μιᾶς τῶν ἡμετέρων Ἐκκλησιῶν. Εἶναι σαφές ὅτι ἐντός τοῦ πλαισίου τούτου ἀποκλείεται πᾶς ἀναβαπτισμός. Διά τοῦτον ἀκριβῶς τόν λόγον ἡ Καθολική Ἐκκλησία καί ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀναγνωρίζουν ἑαυτάς ἀμοιβαίως ὡς ἀδελφάς ἐκκλησίας, ἀπό κοινοῦ ὑπευθύνους διά τήν τήρησιν τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ ἐν τῇ πιστότητι πρός τήν θείαν οἰκονομίαν, ἰδιαίτερα ὡς πρός τήν ἑνότητα» (παράγρ. 13 καί 14)[48].
Στό ἴδιο ἀκριβῶς μῆκος κύματος κινεῖται καί τό κείμενο τῆς Θ´ Γενικῆς Συνελεύσεως τοῦ «Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν» στό Πόρτο ᾽Αλέγκρε τῆς Βραζιλίας τόν Φεβρουάριο τοῦ 2006. Τό αἱρετικό αὐτό κείμενο, τό ὁποῖο ὑπέγραψαν ἐκπρόσωποι τῆς συντριπτικῆς πλειοψηφίας τῶν αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, καί τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος δυστυχῶς, χωρίς νά κληθοῦν συνοδικά σέ ἀπολογία ἀπορρίπτει βασικότατα ὀρθόδοξα ἐκκλησιολογικά δόγματα. Διακηρύσσει τήν φοβερή ἐκκλησιολογική αἵρεση ὅτι τό σύνολο τῶν μελῶν τοῦ «Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν» ἀπαρτίζουν τήν Καθολική Ἐκκλησία. «Κάθε Ἐκκλησία εἶναι ἡ καθολική Ἐκκλησία καί ὄχι ἁπλῶς ἕνα μέρος της.
Κάθε ἐκκλησία εἶναι ἡ καθολική Ἐκκλησία, ἀλλά ὄχι ἡ ὁλότητά της. Κάθε Ἐκκλησία ἐκπληρώνει τήν καθολικότητά της, ὅταν εἶναι σέ κοινωνία μέ τίς ἄλλες Ἐκκλησίες» (παράγρ. 86). «Χωρισμένοι ἀπ’ ἀλλήλων εἴμαστε πτωχευμένοι» (παράγρ. 7)[49].
Ποιά σύνοδος θά καλέσει σέ ἀπολογία τούς ἐκπροσώπους πού ὑπέγραψαν τό αἱρετικό αὐτό κείμενο, ὅταν ὁ οἰκουμενικός πατριάρχης θριαμβολογεῖ ὑπέρ τοῦ κειμένου καί ἐκτιμᾶ ὅτι μέ τό κείμενο αὐτό «ἀπηλλάγημεν τῶν ἀγγυλώσεων τοῦ παρελθόντος»;
Ἐνωρίτερα, ἐναντίον μάλιστα τῆς σαφοῦς διδασκαλίας τῆς Δ΄ ἐν Χαλκηδόνι Οἰκουμενικῆς Συνόδου, οἱ Ὀρθόδοξοι ἀντιπρόσωποι ὑπέγραψαν δύο Κοινές Δηλώσεις μέ τούς Ἀντιχαλκηδονίους Μονοφυσίτες (1989 και 1990) στίς ὁποῖες ἀναγνωρίζουν ὅτι ἔχουμε κοινή πίστη!!!...μέ τούς αἱρετικούς Μονοφυσίτες, οἱ ὁποῖοι σέ καμμία φάση τοῦ Διαλόγου δέν δέχθηκαν νά ἀναγνωρίσουν τήν Δ΄ ἐν Χαλκηδόνι Οἰκουμενική Σύνοδο (451) καί νά ἀριθμήσουν σέ δύο τίς φύσεις τοῦ Χριστοῦ μετά τήν ἕνωση.
Λέγει ἡ Β΄ «Κοινή Δήλωσις» τῆς «Μικτῆς Ἐπιτροπῆς Θεολογικοῦ Διαλόγου μεταξύ Ὀρθοδόξου καί Ἀνατολικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν» πού συνετάχθη στό Σαμπεζύ τῆς Γενεύης τόν Σεπτέμβριο τοῦ 1990: «Ὑπό τό φῶς τῆς ἡμετέρας Κοινῆς Δηλώσεως ἐπί τῆς Χριστολογίας ὡς καί ἐπί τῶν ἀνωτέρων κοινῶν θέσεων, κατενοήσαμεν σαφῶς ὅτι ἀμφότεραι αἱ οἰκογένειαι διετήρησαν πάντοτε πιστῶς τήν αὐτήν αὐθεντικήν Ὀρθόδοξον Χριστολογικήν πίστιν καί τήν ἀδιάκοπον συνέχειαν τῆς ἀποστολικῆς παραδόσεως, καίτοι ἐχρησιμοποίησαν χριστολογικούς ὅρους κατά διάφορον τρόπον. Ἡ κοινή αὕτη πίστις καί συνεχής πιστότης πρός τήν ἀποστολικήν παράδοσιν δέον ὅπως καταστῆ ἡ βάσις τῆς ἡμετέρας ἑνότητος καί κοινωνίας» (παραγρ. 9)[50].

dialogoi katholikwn orthodoxwn 01


Μνημονεύουμε ἀκόμη ἐνδεικτικῶς μερικά ἀντιπατερικά μέτρα πού ἐλήφθησαν καί ἰσχύουν στην Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ὅπως ἡ τέλεση τῶν μικτῶν γάμων, ἡ κατάργηση τῆς ἀναγνώσεως τῶν ἀναθεμάτων ἐναντίον τῶν αἱρετικῶν την Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας στους ναούς, ἡ ἀφαίρεση ἀπό τά ἐγκώμια τοῦ ὄρθρου τοῦ Μ. Σαββάτου ὅσων τροπαρίων ἔχουν δυσμενεῖς χαρακτηρισμούς γιά τούς Ἑβραίους, καί ἄλλες λειτουργικές καινοτομίες τῆς λεγομένης «Λειτουργικῆς Ἀναγέννησης», ὅπως οἱ μεταφράσεις τῶν λειτουργικῶν κειμένων, στίς ὁποῖες ἀναφερθήκαμε.

Ἀκόμη οἱ ἐπισκέψεις καί οἱ ὑποδοχές τοῦ πάπα, ὡς κανονικοῦ ἐπισκόπου Ρώμης στίς ὀρθόδοξες ἐκκλησίες καί στήν Ἑλλάδα, καί οἱ ὁλοένα διογκούμενες κατ’ ἔτος οἰκουμενιστικές συμπροσευχές, ἰδιαίτερα ἡ καθορισμένη γιά τήν τελευταία ἑβδομάδα τοῦ Ἰανουαρίου κάθε ἔτους οἰκουμενιστική συμπροσευχή, στήν ὁποία μετέχουν ἀκόμη καί ὀρθόδοξοι πατριάρχες. Ὡς πρός τό τελευταῖο ἀξίζει νά σημειώσουμε τήν πατερική καί ὁμολογιακή δήλωση τοῦ μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Ἀνθίμου, ὁ ὁποῖος ἐρωτηθείς γιατί δέν παρέστησαν ὀρθόδοξοι κληρικοί στήν συμπροσευχή πού ἔγινε στήν Θεσσαλονίκη στήν Ἐκκλησία τῶν Φράγκων, ὅπου κάθε χρόνο πρωτοστατεῖ ὁ καθηγητής τῆς Θεολ. Σχολῆς Μ. Κωνσταντίνου, ἐφέτος δέ ὡς ὁμιλητής παρέστη καί ὁ ἐπίκουρος καθηγητής Χαρ. Ἀτματζίδης, εἶπε: «Δεν εἶναι μέσα στήν τάξη τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας νά συμμετέχη σε θρησκευτικές τελετές ἤ συμπροσευχές μέ ἑτεροδόξους καί πολύ περισσσότερο μέ ἐκπροσώπους ἄλλων θρησκειῶν».
Τό Μασονοκρατούμενο, τέλος, Παιδαγωγικό Ἰνστιτοῦτο τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας ἐπί ἔτη προσπαθεῖ νά μειώσει τό κατηχητικό, ὁμολογιακό ὀρθόδοξο μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν, εἴτε μέ μείωση τῶν ὡρῶν διδασκαλίας εἴτε μέ μεταβολή του σέ προαιρετικό, ἀκόμη και γιά τούς Ὀρθοδόξους μαθητάς. Τελικός καί ἐπιθυμητός στόχος του νά τό μεταβάλει σέ μάθημα Θρησκειολογίας, ὥστε νά μυοῦνται τά παιδιά ἀπό τό Δημοτικό Σχολεῖο ἀκόμη στήν σατανοκίνητη αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί τῆς Πανθρησκείας. Δυστυχῶς φαίνεται να τό ἐπιτυγχάνει μέ τήν συνεργασία, τήν σύμφωνη γνώμη καί ἐνθάρρυνση τῶν Θεολόγων συμβούλων του, συνεργατῶν τῆς Διοικούσης Ἐκκλησίας, φίλων καί ὁμοφρόνων τῆς «Ἀκαδημίας Θεολογικῶν Σπουδῶν» τοῦ Βόλου, πρωτοστατοῦντος τοῦ θεολόγου Σταύρου Γιαγκάζογλου, τοποθετηθέντος ἐσχάτως ὡς διευθυντοῦ τοῦ ἐπισήμου περιοδικοῦ τῆς Ἐκκλησίας «Θεολογία». Εἶναι δυνατόν διευθυντικό στέλεχος τῆς Ἐκκλησίας νά ὑπονομεύει τόν ὀρθόδοξο χαρακτήρα τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν; Τό ἀξιοσημείωτο εἶναι ὅτι, ἐνῶ ὡς ὁμολογιακό καί κατηχητικό τελοῦσε ὑπό διωγμόν, τώρα ὡς θρησκειολογικό τό ἀναβαθμίζουν και τοῦ δίνουν μόρια ἀκόμη καί γιά τις εἰσαγωγικές ἐξετάσεις στά Πανεπιστήμια. Πολλά καί μεγάλα τά βαθέα τοῦ Σατανᾶ!

Ἐπίλογος

Ἡ Ἐκκλησία κατά τή διαχρονική της συνείδηση, ἀπό τήν ἀποστολική ἐποχή μέχρι σήμερα, σέβεται καί τιμᾷ τούς Ἁγίους Πατέρες και διδασκάλους, ὄχι γιά τήν ἀνθρώπινη σοφία τους, ἡ ὁποία ὡς κτιστή παλιώνει καί φθείρεται καί γερνᾷ, ἀλλά γιά τόν φωτισμό τους ἀπό το Ἅγιο Πνεῦμα, οἱ ἐνέργειες τοῦ ὁποίου καί στήν διδασκαλία τους καί στήν ζωή τους δέν παλιώνουν οὔτε γερνοῦν, ὥστε νά χρειάζονται ὑπέρβαση καί ξεπέρασμα, κατά τήν καινοφανῆ διδασκαλία τῶν Μεταπατερικῶν Θεολόγων, παλαιῶν καί συγχρόνων.
Ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι μόνον Ἀποστολική, ἀλλά καί Πατερική. Ἄν ἐπιτρεπόταν νά γίνει κάποια προσθήκη στό Σύμβολο τῆς Πίστεως, στό ἐκκλησιολογικό ἄρθρο «Εἰς Μίαν, Ἁγίαν, Καθολική και Ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν», θά μπορούσαμε κάλλιστα νά προσθέσουμε «καί Πατερικήν»: «Εἰς Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικήν καί Πατερικήν Ἐκκλησίαν». Δέν χρειάζονται ὑπέρβαση καί ξεπέρασμα οἱ Πατέρες, ὅπως δέν ὑπερβαίνεται οὔτε τό κήρυγμα τῶν Ἀποστόλων, διότι, ὅπως λέγει ὁ α΄ κανών τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, «ἐξ ἑνός γάρ ἅπαντες καί τοῦ αὐτοῦ Πνεύ-ματος αὐγασθέντες ὥρισαν τά συμφέροντα» . Τῶν Ἀποστόλων το κήρυγμα καί τῶν Πατέρων τά δόγματα ὑφαίνουν ἀπό κοινοῦ τον χιτῶνα τῆς Ἀληθείας, κατά το ὡραῖο κοντάκιο τῆς ἑορτῆς τῶν Ἁγίων Πατέρων. Κατά δέ τό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας πού ἐπαναλαμβάνει τόν Ὅρο τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου: «Αὕτη ἡ πίστις τῶν Ἀποστόλων, αὕτη ἡ πίστις τῶν Πατέρων, αὕτη ἡ πίστις τῶν Ὀρθοδόξων, αὕτη ἡ πίστις τήν Οἰκουμένην ἐστήριξεν».
Λυπούμεθα, διότι ὁ Παπισμός, ὁ Προτεσταντισμός καί ὁ Διαφωτισμός, πού ἐμείωσαν πρῶτοι τούς῾Αγίους Πατέρες, ἀπέκτησαν καλούς μαθητάς καί ὀπαδούς καί ἐκ τῶν Ὀρθοδόξων, κυρίως μεταξύ τῶν ὑποστηρικτῶν τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, στούς ὁποίους ἀνήκει καί ἡ προκαλέσασα την συζήτηση «Ἀκαδημία Θεολογικῶν Σπουδῶν τοῦ Βόλου», μέ τό πατρομαχικό της συνέδριο γιά την «μεταπατερική» καί «συναφειακή» Θεολογία. Γιατί ἆραγε παραμερίζουν καί ὑπερβαίνουν τους Πατέρες οἱ σύγχρονοι Πατρομάχοι; Γιά τόν ἴδιο λόγο πού ἀντέδρασε καί ὁ παπικός θεολόγος Ἰωάννης τῆς Ραγκούσης λίγο πρίν ἀπό τήν Σύνοδο τῆς Φερράρας-Φλωρεντίας, ὅταν οἱ ὀρθόδοξοι Πατριάρχες ἐδέσμευαν διά ἐπισήμων γραμμάτων τούς ἐκπροσώπους των, νά ἀκολουθήσουν ὅσα οἱ Πατέρες στίς οἰκουμενικές συνόδους καί στά συγγράμματά τους ὅριζαν.
Ἄν εἶχε τηρηθῇ αὐτό, δέν θά φθάναμε στήν τελική προδοσία και ἀποστασία τῆς πίστεως. Ἐπειδή λοιπόν καί τώρα μέ τόν Οἰκουμενισμό σχεδιάζεται παρόμοια καί χειρότερη ἀποστασία, θεωροῦν ὅτι μέγα ἐμπόδιο στά σχέδιά τους εἶναι οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καί θέλουν νά τούς ὑπερβοῦν. Ἀποτελεῖ πάντως καί αὐτό περιφανῆ νίκη τῶν Ἁγίων Πατέρων, διότι ἀποδεικνύει ὅτι οἱ «μεταπατερικοί» θεολόγοι δέν μποροῦν νά διαλεχθοῦν καί νά ἀντιμετωπίσουν τήν διδασκαλία τους καί ἀλλάζουν δρόμο ξεπερνώντας τους.
Ἡ ἀντιπατερική πάντως στάση τοῦ μασωνικῆς ἐμπνεύσεως Οἰκουμενισμοῦ καί Συγκρητισμοῦ, εἶναι σαφής ἀπόδειξη τοῦ ἀντιχρίστου χαρακτῆρος των, ἐφ’ ὅσον κατά το ἱερό κείμενο τῆς Ἀποκαλύψεως, ὁ ἴδιος ὁ Ἀντίχριστος θά βλασφημήσει τούς Ἁγίους : «Καί ἤνοιξε το στόμα αὐτοῦ εἰς βλασφημίαν προς τόν Θεόν, βλασφημῆσαι τό ὄνομα αὐτοῦ καί τήν σκηνήν αὐτοῦ, τους ἐν τῷ οὐρανῷ σκηνοῦντας» [51].
Οἱ τῆς Ἐκκλησίας θά ἐξακολουθήσουμε νά ἀκολουθοῦμε τούς Ἁγίους Πατέρες, «ἑπόμενοι τοῖς θείοις Πατράσι» , καί νά μή μετακινοῦμε ἤ ὑπερβαίνουμε τά ὅρια τά ὁποῖα ἐκεῖνοι ἔθεσαν· «μή μεταίρειν ὅρια αἰώνια, ἅ ἔθεντο οἱ Πατέρες ἡμῶν». Πρός ὅλους δέ τούς μεταπατερικούς καί ἀντιπατερικούς τοῦ συγχρόνου Οἰκουμενισμοῦ και πανθρησκειακοῦ Συγκρητισμοῦ, πού ἐκτός τῶν ἄλλων διακατέχονται ἀπό ἐγωισμό καί φιλοσοφική ἔπαρση ἐπαναλαμβάνουμε τό τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης: «Παυσώμεθα τοῦ θέλειν εἶναι τῶν διδασκάλων διδάσκαλοι. Μισήσωμεν το λογομαχεῖν ἐπί καταστροφῇ τῶν ἀκουόντων. Πιστεύσωμεν ὡς οἱ Πατέρες ἡμῶν παραδεδώκασιν. Οὐκ ἐσμέν τῶν Πατέρων σοφώτεροι· οὐκ ἐσμέν τῶν διδασκάλων ἀκριβέστεροι»[52].

kyrie ihsoy xriste elehson me 01


Ὑποσημειώσεις

[1] Βλ. τά σχετικά εἰς H. BIEDERMANN «Einige Grundlinien Orthodoxen Kirchenvertandnisses», Ostkirchliche Studien 19(1970) 3ἑ. M-J. LE GUILLU, Vom Geist der Orthodoxie, Aschaffenburg 1963, σ. 7 καί Πρωτοπρεσβυτέρου ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΖΗΣΗ, Ἑπόμενοι τοῖς θείοις πατράσι, Ἀρχές καί κριτήρια τῆς Πατερικῆς Θεολογίας, Θεσσαλονίκη 1997, σελ. 179.
[2] Ὑπάρχει πολύ πλούσια βιβλιογραφία γιά τήν θεολογία τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ. Μεταξύ τῶν πολλῶν ἄλλων βλ. καί δικές μας μελέτες στό βιβλίο Πρωτοπρεσβυτέρου ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΖΗΣΗ, Θεολόγοι τῆς Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1997.
[3] Ὑπέρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων 1, 1, 3, ἐν Π. ΧΡΗΣΤΟΥ, Γρηγορίου Παλαμᾶ, Συγγράμματα, τόμ. 1, σελ. 363.
[4] Περί τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος 2, 38, ἐν Π. ΧΡΗΣΤΟΥ, ἔνθ’ ἀνωτ. σ. 111-112: «Τῶν γάρ ἀδυνάτων ἐστί μή ὁμολογεῖν ἀλλήλοις ἅπαντας τούς θεοφόρους και Χριστῷ τῷ Θεῷ τῶν θεοφόρων μιᾶς αὐτοῖς ἐκ τοῦ ἑνός Πνεύματος τοῦ Χριστοῦ τῆς ἐπιπνοίας οὔσης».
[5] Προς Βαρλαάμ 1, 31, Π. ΧΡΗΣΤΟΥ, ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 243.
[6] Ὑπέρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων 2, 1 42, Π. ΧΡΗΣΤΟΥ, ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 504.
[7] Ὑπέρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων 1, 1, 14, Π. ΧΡΗΣΤΟΥ, σελ. 377-378.
[8] Πρός Βαρλαάμ 1, 55, Π. ΧΡΗΣΤΟΥ, σελ. 257: «Συνῆκας ᾗ κακοῦ φέρει... τό ζητεῖν τήν ὑπέρ τούς Πατέρας εὐσέβειαν;»
[9] Ὑπέρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων 3, 3, 3, Π. ΧΡΗΣΤΟΥ, σελ. 680-681. ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Εἰς Ἠσαΐαν 1, PG 56, 14.
[10] V. LAURENT, Les «Memoires» de Grand Ecclesiarque de l’Eglise de ConstantinopleSylvestreSyropoulossurleconcile de Florence (1438-1439), Paris 1971, Ἀπομνημονεύματα 3, 5, σελ.166.
[11] Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως PG94, 1128.
[12] Πρός Σεραπίωνα 1, 28.
[13] Ἀπομνημονεύματα 3, 5, V. LAURENT, αὐτόθι.
[14] Αὐτόθι 5, 29, σελ. 282: «Κατά δε την ἀποτεταγμένην ἡμέραν πάλιν συνήλθομεν καί ἀπελογήσατο ὁ Ἐφέσου πρόςτά παρά Ἰωάννου εἰρημένα ἀπολογίαν ἀρίστην, συνιστῶν τά παρ’ αὐτοῦ λεγόμενα ἀπό τε τῆς θείας Γραφῆς και ἀπό μαρτυριῶν τῶν ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας διδασκάλων».
[15] Αὐτόθι 9, 28, V. LAURENT, σελ. 464.
[16] Αὐτόθι 9, 27-28, V. LAURENT.
[17] Γιά τήν μεγάλη αὐτή προφητική μορφή τοῦ Γένους καί τῆς Ὀρθοδοξίας, πού συκοφαντήθηκε καί κακοποιήθηκε ἀπό τούς δυτικούς ἱστορικούς καί γραμματολόγους καί μερικούς ἀνοήτους δικούς μας, βλ. τήν μεγάλη μας μονογραφία: Γεννάδιος Β΄ Σχολάριος. Βίος-Συγγράμματα-Διδασκαλία, Ἀνάλεκτα Βλατάδων 30, Θεσσαλονίκη, 1988.
[18] ΣΧΟΛΑΡΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ-ΓΕΝΝΑΔΙΟΥ, Ἅπαντα τά εὑρισκόμενα• ἔκδ.L.PETIT - X. SIDERIDES - M. JUGIE, Oeuvres Completes de Georges Scholarios, Paris 1928-1936, τόμ. 2, 15, καί 2, 44.
[19] Ἀρχιμ. ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΠΟΠΟΒΙΤΣ, Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία και Οἰκουμενισμός, σελ.176 και 219.
[20] Ι. ΚΑΡΜΙΡΗ, Τά Δογματικά και Συμβολικά Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, Graz-Austria 1968, τόμ. 2, σελ. 819 (899).
[21] Αὐτόθι, σελ.862-863 (942-943).
[22] Αὐτόθι, σελ. 489 (569).
[23] Βλ. σχετικῶς Πρωτοπρεσβυτέρου ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΖΗΣΗ, Πρέπει νά μεταφρασθοῦν τά λειτουργικά κείμενα; Νεοβαρλααμισμός ἡ «ΛειτουργικήἈναγέννηση», Θεσσαλονίκη 2003.
[24] ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, Χρηστοήθεια τῶν Χριστιανῶν, ἐκδ. Β. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1999, σελ. 305, ὑποσημ.
[25] Περί ὅλων αὐτῶν βλ. εἰς Πρωτοπρεσβυτέρου ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΖΗΣΗ, Διαθρησκειακές Συναντήσεις. Ἄρνηση τοῦ Εὐαγγελίου καί προσβολή τῶν Ἁγίων Μαρτύρων, Θεσσαλονίκη 2003.
[26] Ἐπισκόπου ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΟΥ, μητροπολίτου Φλωρίνης, Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός (1714-1779). Συναξάριον – Διδαχαί - Προφητεῖαι - Ἀκολουθία, Ἀθῆναι2005, σελ. 286.
[27] Αὐτόθι, σελ. 348.
[28] Αὐτόθι, σελ. 131-132.
[29] ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗ, Ἀπομνημονεύματα. «Ἀφάνισαν ὅλως διόλου τά μοναστήρια και οἱ καημένοι οἱ καλόγεροι, ὁπού ἀφανίστηκαν εἰς τόν ἀγῶνα, πεθαίνουν τῆς πείνας μέσα στούς δρόμους, ὁπού αὐτά τά μοναστήρια ἦταν τά πρῶτα προπύργια τῆς ἐπανάστασής μας.Ὅτι ἐκεῖ ἦταν καί οἱ τζεμπιχανέδες μας καί ὅλα τ’ἀναγκαῖα τοῦ πολέμου• ὅτι ἦταν παράμερον καί μυστήριον ἀπό τούς Τούρκους. Καί θυσιάσαν οἱ καημένοι οἱ καλογέροι• και σκοτώθηκαν οἱ περισσότεροι εἰς τον ἀγῶνα. Και οἱ Μπαυαρέζοι,παντύ χαιναν ὅτ’εἶναι οἱ Καπουτζίνοι τῆς Εὐρώπης, δεν ἤξεραν ὅτ’εἶναι σεμνοί κι’ἀγαθοί ἄνθρωποι καί μέ τά ἔργα τῶν χεριῶν τους ἀπόχτησαν αὐτά, ἀγωνίζοντας καί δουλεύοντας τόσους αἰῶνες καί ζοῦσαν μαζί τους τόσοι φτωχοί κι’ ἔτρωγαν ψωμί. Καί οἱ ἀναθεματισμένοι τῆς πατρίδας πολιτικοί μας καί οἱ διαφταρμένοι ἀρχιγερεῖς κι’ ὁ τουρκοπιασμένος Κωνσταντινοπολίτης Κωστάκης Σκινᾶς συνφώνησαν μέ τους Μπαυαρέζους και χάλασαν και ρήμαξαν ὅλους τούς ναούς τῶν μοναστηριῶν».
[30] ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΜΟΥΡΑΤΙΔΟΥ, Ἡ Οἰκουμενική Κίνησις. Ὁ σύγχρονος μέγας πειρασμός τῆς Ὀρθοδοξίας, Ἀθῆναι 1973, σελ. 14.
[31] Βλ. «Καθολική» 38 (1996) σ. 4, εἰς Ἀρχιμ. ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ ΜΠΙΛΑΛΗ, Ὀρθοδοξία καί Παπισμός, Ἀθῆναι 1988, σελ. 409.
[32] ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ ΠΑΝΩΤΗ, Παῦλος ΣΤ΄ Ἀθηναγόρας Α΄. Εἰρηνοποιοί, Ἀθῆναι 1971, εἰς Ἀρχιμ. ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ ΜΠΙΛΑΛΗ, Ἡ αἵρεση τοῦ Filioque, Ἀθῆναι1972, τόμ. Α΄ σελ. 476.
[33] Βλ. ἐφημ. Ὀρθόδοξος Τύπος, φ. 94 - Δεκ. 1968.
[34] Βλ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΜΟΥΡΑΤΙΔΟΥ, ἔνθ’ἀνωτ., σελ. 29 καί τοῦ αὐτοῦ, Οἱ Ἱεροί Κανόνες στόχος καί ἑδραίωμα τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἀπάντησις, εἰς τόν σεβασμιώτατον ἀρχιεπίσκοπον Θυατείρων καί Μ.Βρεττανίας κ. Ἀθηναγόραν, Ἀθῆναι 1972, σελ. 21-22.
[35] Βλ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΜΟΥΡΑΤΙΔΟΥ, Ἡ Οἰκουμενική Κίνησις, σελ. 45.
[36] Ἀρχιμ. ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ ΑΡΧΟΝΤΩΝΗ, Περί τήν κωδικοποίησιν τῶν Ἱ. Κανόνων καί τῶν κανονικῶν διατάξεων ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ, Ἀνάλεκτα Βλατάδων 6, Θεσσαλονίκη 1970, σελ. 27, 31, 70.
[37] Βλ. «Καθολική», 22-7-2003, σελ. 4 καί 5 καί ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΥ, Ἀντιοικουμενιστικά, Ἀθῆναι 2004, σελ. 24-26.
[38] Βλ. Μητρ. ᾽Ωρωποῦ καί Φυλῆς ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ, Ἡ πατερική στάσις ἔναντι τοῦ Διαθρησκειακοῦ Συγκρητισμοῦ, Σειρά Β΄, 9 , Ἀθήνα 2004, σελ.140.
[39] Βλ. «Ἐκκλησιαστική Ἀλήθεια» 16.12.1998 καί Ἱερομ. ΘΕΟΔΩΡΗΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, Ὅταν οἱ φύλακες προδίδουν, Ἀθῆναι 2001, σελ. 285.
[40] Βλ. εἰς Ἱερομ. ΘΕΟΔΩΡΗΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, ἔνθ’ ἀνωτ. σελ. 195.
[41] Βλ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΜΟΥΡΑΤΙΔΟΥ, Ἡ Οἰκουμενική Κίνησις, σελ. 33.
[42] Αὐτόθι, σελ. 34-35.
[43] Βλ. Μοναχοῦ ΘΕΟΚΛΗΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΑΤΟΥ, Περί θείου καί ἀνθρωπίνου ἔρωτος. Α΄. Ὁ Νεονικολαϊτισμός τοῦ Χρ. Γιανναρᾶ, Ἐκδ. Σπηλιώτη, Ἀθῆναι 2003, σελ.27.
[44] Αὐτόθι, σελ. 28-29.
[45] Αὐτόθι, σελ. 77.
[46] Πρεσβυτέρου ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΒΟΛΟΥΔΑΚΗ, ᾽Ορθοδοξία καί Χρ. Γιανναρᾶς, Ἀθήνα 1993, ἐκδ. «Ὑπακοή», σελ. 37. 53-54.
[47] Αὐτόθι, σελ. 268.
[48] Περισσότερα βλ. εἰς Πρωτοπρεσβυτέρου ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΖΗΣΗ, Οὐνία. Ἡ καταδίκη καί ἡ ἀθώωση (στό Freising καί στό Balamand), Θεσσαλονίκη 2002, σελ. 156 ἑ.
[49] Σύναξη Ὀρθοδόξων Κληρικῶν καί Μοναχῶν, «Οὐκ ἐσμέν τῶν Πατέρων σοφώτεροι», Ἀναίρεση τῆς ἐπιχειρηματολογίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου στή Μεγίστη Λαύρα, Ἔκδοση τῆς Συνάξεως Ὀρθοδόξων Ρωμηῶν «Φώτης Κόντογλου», Τρίκαλα, Χριστούγεννα 2011, σελ. 72ἑ. καί Θεοδρομία 13 (2011) 629.
[50] Βλ. ΣΤΑΥΡΟΥ ΜΠΟΖΟΒΙΤΗ, Τά αἰώνια σύνορα τῆς Ὀρθοδοξίας καί οἱ Ἀντιχαλκηδόνιοι, Ἀδελφότης Θεολόγων «Ὁ Σωτήρ», Ἀθῆναι 1994, σελ. 109. Τήν καλύτερη κριτική παρουσίαση τῶν γενομένων καί συμφωνηθέντων στόν διάλογο μέ τούς Μονοφυσίτες ὀφειλουμε στόν θεολόγο δρ. Θεολογίας καί τ. Ἐπιθεωρητή Μέσης Ἐκπαιδεύσεως στήν Κύπρο ΑΝΔΡΕΑ ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, ὁ ὁποῖος μετεῖχε τοῦ διαλόγου ὡς ἐκπρόσωπος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου καί μᾶς ἐχάρισε ἀντικειμενική ἱστορικοδογματική εἰκόνα στήν μονογραφία του: Ὁ Θεολογικός Διάλογος μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Ἀντιχαλκηδονίων. Εἶναι ἡ συμφωνία ἐπί τοῦ χριστολογικοῦ δόγματος θεολογικῶς ἀδιάβλητη καί πατερικῶς ἔγκυρη;, Λευκωσία 2000.
[51] Ἀποκ. 13, 6.
[52] Εἰς τό Οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου ο ἀγαπητός, PG 46, 1112A.

Πηγή: Ορθόδοξος Τύπος, 4/05/2012.