Παρασκευή 19 Οκτωβρίου 2018

Προσωπείο και πρόσωπο κατά τους τρεις Ιεράρχες Ιωάννης Καραβιδόπουλος, Ομότιμος Καθηγητής Ερμηνείας της Καινής Διαθήκης,


Ο υποκριτικός διάλογος του ανθρώπου με το Θεό, τον εαυτό του και το διπλανό του είναι, όπως με πολλή συντομία είδαμε ως τώρα, μια αναμφισβήτητη πραγματικότητα, τόσο συνυφασμένη με τη ζωή, ώστε το υποκριτι­κό προσωπείο να αποβαίνει σε πολλές περιπτώσεις το πρόσωπο και η φυσιο­γνωμία του ανθρώπου. Δε θα ωφελούσε όμως σε τίποτα η ανάλυση πού έγινε προηγουμένως, εάν δεν προσθέταμε αμέσως ότι εκείνο που ενδιαφέρει κυρίως την πατερική σκέψη είναι η αντίστροφη πορεία, η ανάπλαση του ανθρώπου, η «καλή αντιστροφή», όπως τη χαρακτηρίζει ο Θεολόγος Γρηγόριος, η πορεία δηλ. από το προσωπείο στο πρόσωπο. Το αρνητικό φιλμ της ψυ­χής του ανθρώπου που μας έδωσαν οι Τρεις ‘Ιεράρχες έχει άξια, μόνο γιατί μπορεί από αυτό να εμφανιστεί η θετική και σωστή όψη του προσώπου μέσα στο εργαστήριο της Εκκλησίας.
proswp3ierar2
Πραγματικά, η νέα διάσταση της έννοιας του προσώπου κατακτήθηκε μέσα στην Εκκλησία, και μπορούμε ιστορικά να διαπιστώσουμε την αλλαγή που συντελέστηκε κάνοντας μια σύγκριση της αρχαίας ελληνικής και της χριστιανικής έννοιας του ανθρώπινου προσώπου. Στην αρχαία Ελλάδα ο όρος πρόσωπο, έκτος από τις περιπτώσεις  που αναφέρεται στο φυσικό πρό­σωπο του ανθρώπου, δηλώνει ακόμη το προσωπείο, το ρόλο δηλ. του ηθοποιού, το ρόλο που υποδύεται κάποιος χωρίς να είναι στην πραγματικότητα αυτός τον όποιο παριστάνει, και πολύ σπάνια, κατά την ελληνιστική ιδίως εποχή, από τη σκηνή του θεάτρου ο όρος μεταφέρεται στη σκηνή της ζωής. Το αρχαίο θέατρο, και μάλιστα η τραγωδία, αποτελεί μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα για το θέμα μας περιοχή, γιατί σ’ αυτή επιχειρείται η προσπάθεια να αναδειχτεί ο άνθρωπος αληθινό πρόσωπο, για να διαπιστώσει όμως τελικά ότι η ελεύθερη προσωπικότητά του συνθλίβεται από τη λογική αναγκαιότητα και τη μοίρα που κατευθύνουν τα πάντα. Οι ανυπέρβλητοι περιορισμοί της προσωπικής του ελευθερίας τον υποχρεώνουν να διαπιστώσει ότι το πρόσωπό του είναι προσωπείο μέσα στο θέατρο της ζωής και ότι δεν έχει οντολογικό περιεχόμενο. Θα περάσουν μερικοί αιώνες ώσπου να φτάσουμε στην ταύτιση του ανθρώπινου προσώπου με το είναι, με την υπόσταση. Αυτή ακριβώς υπήρξε η σημαντική προσφορά των πατέρων της Εκκλησίας.
Από τους τιμώμενους σήμερα Τρεις Ιεράρχες, ιδιαίτερα ο Μ. Βασί­λειος είναι εκείνος που έκανε την ιστορική και αποφασιστική ταύτιση «υποστάσεως» και «προσώπου», ενώ ως τότε ταυτιζόταν κατά επίδραση του ’Α­ριστοτέλη η υπόσταση με την ουσία. Η ταύτιση αυτή έγινε βέβαια στην περιοχή των θεολογικών συζητήσεων για τον Τριαδικό Θεό και έβαζε τέλος στις δογματικές συζητήσεις δυτικών και ανατολικών θεολόγων για την έν­νοια των δύο αυτών όρων, είχε όμως και τεράστιες ανθρωπολογικές προε­κτάσεις. Ο βαθυστόχαστος θεολόγος της Καππαδοκίας διέκρινε την ουσία του Θεού, που είναι απρόσιτη στις αισθήσεις και στη λογική μας, από την υπόσταση, που επικοινωνεί με τους ανθρώπους. Αυτή τη συγκεκριμένη υπόσταση ονόμασε πρόσωπο, κι από τότε η λέξη αυτή απόκτησε καινούργια έν­νοια και διάσταση. Οι ανθρωπολογικές συνέπειες αυτής της διδασκαλίας του Μ. Βασιλείου υπογραμμίζονται ακόμη περισσότερο αν λάβουμε υπόψη ότι σύγχρονά μας φιλοσοφικά ρεύματα προτάσσουν τη συγκεκριμένη ύπαρξη από τη γενική ουσία και ότι το ανθρώπινο πρόσωπο έχουν για κεντρικό άξονα των στοχασμών τους.
Η πατερική αυτή σύλληψη της έννοιας του προσώπου έχει τις ρίζες της στη βιβλική διδασκαλία για τη δημιουργία των όντων εκ του μη όντος, εκ του μηδενός. Η αδιανόητη αυτή για τον αρχαίο ελληνικό κόσμο διδασκα­λία υπογραμμίζει ότι τα όντα, επειδή προέρχονται από τη δημιουργική πρά­ξη του Θεού, είναι έργα αγάπης και ελευθερίας. Η διδασκαλία για τη δημιουρ­γία από το μηδέν έδωσε στους πατέρες την αφετηρία για μια δυναμική θεώρη­ση του ανθρώπου, που πορεύεται ως προϊόν ελευθερίας, είτε προς το καλό είτε προς το κακό. Κι αυτό γιατί η κτιστή φύση, σε αντίθεση προς την άκτι­στη, είναι τρεπτή, μπορεί δηλ. να αλλοιωθεί, αφού άλλωστε προήλθε από μια ριζική μεταβολή: από το μη ον στο είναι. Σ’ αυτή την τρεπτότητα και τη δυνατότητα «αλλοιώσεως» και «αντιστροφής» στηρίζεται η ελευθερία του προσώπου.
Ο τονισμός της ελευθερίας του προσώπου από όλη τη χριστιανική σκέ­ψη και ιδιαίτερα από τους Τρεις ‘Ιεράρχες, καθώς και η αγεφύρωτη απόσταση του προσώπου από το προσωπείο, δικαιώνονται από την αντιπαράθεση προσωπείου και προσώπου, στην οποία προχωρούμε αμέσως και η οποία μάς δίνει τις ακόλουθες διαφοροποιήσεις:
  1. Το προσωπείο σημαίνει πρώτα πρώτα τυποποίηση, αυτοματισμό, ρουτίνα, καταναγκασμό, ενώ το πρόσωπο χαρακτηρίζεται από την ελεύθερη και υπεύθυνη εκλογή. Γιατί δεν είναι το πρόσωπο δεδομένο ούτε τελειωμένο, αλλά γίνεται συνεχώς και εξελίσσεται· πορεύεται από ένα αρχικό στάδιο δη­μιουργίας σ’ ένα τελικό. Το πρόσωπο είναι εικόνα του Θεού, η εικόνα όμως -κατά την πλατωνική αντίληψη, που δεν άφησε ανεπηρέαστους τούς πατέ­ρες – υπολείπεται από το πρωτότυπό της, γι’ αυτό χρειάζεται να ολοκληρω­θεί, να φτάσει ο άνθρωπος στο «καθ’ ομοίωσιν Θεού». Έτσι, το πρόσωπο είναι κίνηση και ζωή· ανήκει στη δυναμική τάξη του είναι και όχι του στατικού εχειν.
  2. Το προσωπείο σημαίνει ακόμη εγκλωβισμό μέσα στο άτομο, και το άτομο διακατέχεται από ποικίλους φόβους, κυρίως από τον αγχώδη φόβο του βιολογικού τερματισμού του. Το κλείσιμο στην ατομικότητα αποπροσωποποιεί τον άνθρωπο. Το πρόσωπο αντίθετα είναι η εκρηκτική διάσπαση του άτομου, το όποιο διασπά τον απομονωτισμό του και έρχεται σε προσω­πική σχέση με τα άλλα πρόσωπα της κοινωνίας. Έτσι, τη θέση του φόβου την παίρνει η αγάπη. Η τραγικότητα του θανάτου και κυρίως ο φόβος του θανάτου υπερνικώνται από την αγάπη που είναι προσφορά του προσώπου προς την κοινωνία, χωρίς ιδιοτέλεια και ανταλλάγματα. Στο σημείο αυτό ας αναλογιστούμε όχι μόνο τη θεωρητική προσφορά των Τριών Ιεραρχών στη χριστιανική σκέψη αλλά και την πρακτική συμμετοχή τους στα κοινωνικά προβλήματα της εποχής τους.
  3. Το προσωπείο με τα δύο προηγούμενα χαρακτηριστικά του, δηλ. της ανελευθερίας και του ατομισμού, αυτόματα οδηγείται στην άρνηση της δημιουργίας. Εξαιτίας της τρεπτότητας της φύσεως του ανθρώπου, της δυνατότητας δηλ. που έχει να οδεύσει ο άνθρωπος είτε προς την τελείωση είτε προς την εκμηδένιση, το προσωπείο τον οδηγεί προς τη δεύτερη δυνατότητα, προς το μηδέν. Κι αυτό είναι το μεγαλύτερο κακό που μπορεί να διαπράξει ο άνθρωπος. Ο «θεόπλαστος» όμως άνθρωπος είναι συνδημιουργός, συνεχί­ζει το δημιουργικό έργο του Θεού σε άλλο βέβαια επίπεδο, κοινωνικό, επι­στημονικό κτλ. Έτσι, χαρακτηριστικό του προσώπου είναι η δημιουργία και η πρόοδος. Η πρόοδος βρίσκεται στην ίδια γραμμή της δημιουργικής πράξεως του Θεού, που τη συνεχίζει το ελεύθερο ανθρώπινο πρόσωπο· όταν όμως αυτή η πρόοδος αλλοτριώνει τον άνθρωπο από την προσωπική του υπόσταση και τον κάνει απάνθρωπο και σκληρό, τότε παίρνει χαρακτήρα σατανικό και ολέθριο. Τότε μπορεί να καταστρέψει τον ίδιο τον άνθρωπο, το δημιουργό της. Η αυτοκαταστροφή θα είναι η νίκη του δαίμονα. Γι’ αυτό και ο Γρηγόριος ο Θεολόγος προτρέπει χαρακτηριστικά: «Μη φοβηθής την πρόοδον, φοβήθητι την άλλοτρίωσιν».
  4. Το προσωπείο με τον εγκλωβισμό του στο βιολογικό άτομο είναι δέσμιο των δυνάμεων της φθοράς και του θανάτου, ενώ το πρόσωπο έχει πνευματικές διαστάσεις και χαρακτηρίζεται από την ελευθερία. «Ου δε το Πνεύμα Κυρίου, εκεί ελευθερία»(Β’ Κορ 3,17). Στο σημείο αυτό ας επι­χειρήσουμε μια ερμηνευτική εμβάθυνση στα κείμενα της Καινής Διαθήκης, από τα οποία τροφοδοτήθηκαν και τα οποία ερμήνευσαν οι Τρεις Ιεράρχες. Γίνεται λόγος σ’ αυτά για την πάλη ανάμεσα στη «σάρκα» και στο «πνεύμα» που δε συμπίπτει, όπως θα νόμιζε κανείς με μια πρώτη ματιά, με την πλα­τωνική διαμάχη σώματος και ψυχής, γιατί η βιβλική λέξη «σαρξ» έχει με­γαλύτερο πλάτος από το πλατωνικό «σώμα». Σάρκα είναι, κατά την Αγία Γραφή, ολόκληρος ο άνθρωπος — σώμα και ψυχή μαζί —, που ξεμάκρυνε από την προσωπική κοινωνία με το Θεό και υποδουλώθηκε στις δυνάμεις της φθοράς και του κακού, ή, για να χρησιμοποιήσουμε την ορολογία του θέματος της ομιλίας μας, σάρκα είναι ο άνθρωπος που φέρει το υποκριτικό προσωπείο και που ζει συμβιβασμένος μ’ αυτό σ’ όλες του τις εκδηλώσεις. Αντίθετα, «πνεύμα» ή «πνευματικός» χαρακτηρίζεται ο άνθρωπος που πέταξε το προσωπείο του συμβιβασμού, για να επικοινωνήσει ελεύθερα, υπεύ­θυνα και δημιουργικά είτε με το Θεό είτε με τους άλλους ανθρώπους. Πνευ­ματικός είναι ο άνθρωπος με προσωπικότητα.
  5. Βέβαια, προσωπείο και προσωπικότητα, ενώ προσδιορίζουν δύο διαμετρικά διαφορετικούς τρόπους ζωής, είναι δυνατό να συνυπάρχουν στον άν­θρωπο με μια διαρκή ανταγωνιστική διάθεση. Πολλές φορές η προσωπικότητα χάνει προς στιγμή την ελευθερία της και τη δημιουργικότητα, για να σκεπαστεί από το προσωπείο. Άλλοτε πάλι, επαναστατεί ο άνθρωπος στον καταναγκαστικό αυτοματισμό του προσωπείου, για να κερδίσει την ελεύθερη προσωπικότητα. Αυτό το τελευταίο σημείο μας ενδιαφέρει εδώ. Η εκρηκτική στιγμή της διαμορφώσεως του προσώπου σημειώνεται με μια επανάσταση κατά της συμβατικότητας. Οι προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης δια­μαρτύρονται και κραυγάζουν ασταμάτητα βλέποντας γύρω τους, ακόμη κι ανάμεσα στο ιερατείο, θρησκευτικά προσωπεία. «Έως πότε υμείς χωλανείτε επ’ αμφοτέραις ταις ιγνύαις;», διαμαρτύρεται ο προφήτης Ηλίας. «Ει έστι Κύριος ο Θεός, πορεύεσθε οπίσω αυτού· ει δε ο Βάαλ, πορεύεσθε οπίσω αυτού» (Γ’ Βασ 18,21). Στην ίδια γραμμή κινήθηκαν και οι Τρεις Ιεράρχες όχι μόνο με τα συγγράμματα, αλλά και με τη ζωή τους. Ο Μ. Βασίλειος και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος υψώνουν το προσωπικό τους ανάστημα μπροστά στους κοσμικούς άρχοντες και δε διανοούνται να καταφύγουν σε συμβιβασμούς που θίγουν τη χριστιανική τους υπόσταση. Ο λεπτός και ευαίσθητος Γρηγόριος ο Θεολόγος φεύγει από τα αξιώματα που του προσφέρονται. Τη στα­διοδρομία του τη χαρακτηρίζει μια συνεχής φυγή. Από τη μια μεριά αισθά­νεται το επιτακτικό αίτημα της υπεύθυνης προσφοράς, από την άλλη αποφεύγει να δεχτεί μια υπεύθυνη θέση που δε συμφωνεί με τις εσωτερικές του διαθέσεις· το προσωπείο του αξιώματος δεν μπόρεσε ποτέ να επισκιάσει την προσωπικότητα του «σφοδρού αυτού εραστή της θεωρίας του Θεού».
Υπάρχουν αφυπνιστικές στιγμές που το «διπλούν του ήθους», όπως εί­δαμε ότι χαρακτηρίζει ο Μ. Βασίλειος την υποκριτική στάση, το αισθάνε­ται ο άνθρωπος ως ξένο προς τον αυθεντικό εαυτό του. Μιλήσαμε στην αρχή για διάλογο Θεού και ανθρώπου. Η βιβλική και πατερική διδασκαλία για την «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» Θεού δημιουργία του ανθρώπου δεν εί­ναι σε τελευταία ανάλυση παρά δηλωτική αυτού του διαλόγου: ο Θεός δη­μιουργεί τον άνθρωπο ως πρόσωπο, για να διαλέγεται και να επικοινωνεί μαζί του. Στο διάλογο όμως αυτόν ο άνθρωπος τοποθετήθηκε αρνητικά, υιοθετώντας το προσωπείο της δικαιολο­γίας και της ψευτιάς. Με πρωτοβουλία του Θεού ο διάλογος συνεχίζεται και αποκορυφώνεται ιστορικά στο πρόσωπο του Χριστού, ο όποιος χαράζει το δρόμο από το προσωπείο προς το πρόσωπο, από τον ατομοκεντρικό φόβο προς την κοινωνία της αγάπης.
  1. Μια ακόμη τελική παρατήρηση θα μας βοηθήσει να εκτιμήσουμε σωστότερα τη χριστιανική αντίληψη του ανθρώπινου προσώπου. Η εκτίμηση αυτή θα προέλθει από τη συγκριτική εξέταση της βιβλικής απόψεως για τη θέση του ανθρώπου μέσα στον κόσμο με την αντίστοιχη των Στωικών φιλοσόφων. Οι τελευταίοι αυτοί, σύμφωνα με τη γνωστή διδασκαλία τους για τον προκαθορισμό όλων των φαινομένων του κόσμου από το διάχυτο στο σύμπαν Λόγο, πιστεύουν ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να παρεκκλίνει από το ρόλο που του όρισε ο Λόγος μέσα στη ζωή. Έργο του σοφού είναι να συνειδητοποιεί και να αποδέχεται αυτόν το ρόλο, ώστε να μη σέρνεται χωρίς να το θέλει από τη μοίρα του, όπως συμβαίνει με το φαύλο. Ο Θεός, λέγει ο Επίκτητος, έδωσε στον κάθε άνθρωπο ένα ρόλο μέσα στον κόσμο· το να είναι κανείς ικανοποιημένος μ’ αυτόν τον προκαθορισμένο ρόλο αποτελεί το ύψιστο ηθικό χρέος: «Μέμνησο, γράφει, ότι υποκριτής ει δράματος, οίου αν θέλη ό διδάσκαλος· αν βραχύ, βραχέος· αν μακρόν, μακρού· αν πτωχόν υποκρίνασθαί σε θέλη, ίνα και τούτον ευφυώς υποκρίνη· αν χωλόν, αν άρχοντα, αν ιδιώτην. Σον γάρ τούτ’ έστι, το δοθέν υποκρίνασθαι πρόσωπον καλώς».
Αντίθετα, στη χριστιανική σκέψη, όπως αναβλύζει από τη Βίβλο και ερμηνεύεται από τους πατέρες της Εκκλησίας, ο άνθρωπος δεν προσδιορίζε­ται από κάποια ανάγκη, αλλά προσδιορίζει ο ίδιος τη ζωή και την προσωπικό­τητά του· ακόμη σωστότερα, προσδιορίζεται από την αναφορά του στο Θεό. Ο τρόπος της υπάρξεώς του προσδιορίζει την ουσία του και όχι το αντίστροφο. Το αν θα αυτοκαταστραφεί οδηγούμενος προς το μηδέν ή θα ολοκληρωθεί ως ελεύθερο πρόσωπο εξαρτάται από τον ίδιο. Αυτό δείχνει πόσο κοντά βρί­σκεται η χριστιανική ανθρωπολογία προς την υπαρξιακή σκέψη των χρό­νων μας, με τις αφετηριακές της βέβαια διαφοροποιήσεις. Κι η αφετηρία της χριστιανικής ανθρωπολογίας, ταυτόχρονα μάλιστα και τέρμα της, είναι η πραγματικότητα του θείου Προσώπου, από την αναφορά προς το οποίο κερ­δίζεται και ολοκληρώνεται το ανθρώπινο πρόσωπο, αφού ελευθερωθεί από το υποκριτικό προσωπείο. Γιατί το προσωπείο καθηλώνει τον άνθρωπο μέσα στις ενδοκοσμικές διαστάσεις, ενώ η υπέρβαση του προσωπείου σημαίνει αυ­τόματα και την αποκατάσταση της γνήσιας σχέσεως με το Θεό, αλλά και με τον άνθρωπο. Αυτή είναι μια σημαντική αλήθεια, που την υπογραμμίζουν με κάθε τρόπο οι τιμώμενοι σήμερα πατέρες, γιατί στη σκέψη τους είναι οργα­νικά δεμένες μεταξύ τους θεολογία και ανθρωπολογία.
Εδώ ακριβώς μπορούμε να διαπιστώσουμε μια συνάντηση αλλά ταυτόχρονα και μια διαφοροποίηση της πατερικής ανθρωπολογίας από την αρχαία ελληνική. Ο σημαντικός στίχος του Πινδάρου: «Γένοιο οίος εσσί μαθών» δείχνει την πορεία του ανθρώπου προς τον αληθινό εαυτό του και τον καλεί να πραγματώσει ως πρόσωπο ό,τι είναι ήδη κατά τη φύση του· κι οδηγός στην πορεία αυτή είναι η μάθηση και η γνώση. Στον αληθινό εαυτό του, στο ελεύθερο πρόσωπο, οδηγεί τον άνθρωπο και ο χριστιανισμός με καθοριστικό παράγοντα την «θεοείδεια» του ανθρώπου, την ομοιότητά του προς το Θεό. Ο άνθρωπος καταλαβαίνει καλύτερα τον εαυτό του, γίνεται ο εαυτός του, όταν καταλάβει το Θεό. «Τα περί Θεού διδαχθώμεν, τα περί ημών αυτών νοήσωμεν», θα πει ο αδελφός του Βασιλείου Γρηγόριος ο Νύσσης. Κι όταν πραγματώσει κανείς τον αληθινό εαυτό του, αυτόματα θα οδεύσει την προς το Θεό ανοδική του πορεία. Αυτήν περιγράφει σ’ ένα ποίημά του, «ο—κατά τον υμνογράφο— των θεολόγων νους ο ακρότατος», Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός:
«Έν έργον αυτή (ενν. ψυχή) φυσικόν τε και μόνον
άνω φέρεσθαι και συνάπτεσθαι Θεώ,
αεί τε πάντη προς το συγγενές βλέπειν».
Στην εποχή μας, που είναι έποχή ιδεολογικών συγκρούσεων και θεαμα­τικών κοσμογονικών εξελίξεων, οι Τρεις Ιεράρχες υπενθυμίζουν τους πολ­λούς, φανερούς  ή αφανείς, κινδύνους που διατρέχει το ανθρώπινο πρόσωπο από την υποδούλωσή του στο πλέγμα της ειδωλολατρίας, από τον ασφυκτικό εγκλωβισμό του στο άτομο, από τη δαιμονική άρνηση της δημιουργικό­τητας, από τους ανελεύθερους συμβιβασμούς· με ενα λόγο από την υποκριτική δύναμη του προσωπείου που ελλοχεύει μέσα του. Μα δε σταματούν εδώ. Δείχνουν παράλληλα το δρόμο για την υπέρβαση αυτών των κινδύνων και για τη δημιουργία ενός καινούργιου, ανθρωπινότερου κόσμου.
( Προσωπείο και πρόσωπο κατά τους τρεις Ιεράρχες, Θεσ/νίκη 1979. σ.  19-26)

Πέμπτη 18 Οκτωβρίου 2018

Ὁ θεσμός τῆς Αὐτοκεφαλίας στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου κ. Ἱεροθέου






Μέ ἀφορμή τήν διαδικασία χορηγήσεως ἐκκλησιαστικῆς Αὐτοκεφαλίας στήν Οὐκρανία ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, γίνεται ἔντονη συζήτηση καί διατυπώνονται διάφορες ἀπόψεις.

Ὁ θεσμός τῆς Αὐτοκεφαλίας στήν Ὀρθόδοξη ἘκκλησίαΤό κεντρικό θέμα εἶναι τί ἀκριβῶς εἶναι Αὐτοκεφαλία, ποιός τήν χορηγεῖ καί πῶς λειτουργεῖ ἡ Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία μέσα στό σύστημα τῆς Μιᾶς Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας. Δέν πρόκειται γιά διάσπαση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας, ἀλλά γιά ἕναν τρόπο συνοδικῆς λειτουργίας της, ὑπό τήν εὐθύνη τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, πού εἶναι ἡ Πρωτόθρονη Ἐκκλησία στό ἐκκλησιαστικό Συνοδικό σύστημα διοικήσεως καί λειτουργίας.

Πολλοί ἑκατέρωθεν παραθέτουν διάφορα στοιχεῖα γιά τό θέμα πού ἀνέκυψε, ἀλλά πρίν ἀπ' ὅλα πρέπει νά ἐντοπισθῆ τό σημεῖο ὅτι ἡ Αὐτοκεφαλία δέν τίθεται σέ μιά σχέση ἀνεξαρτησίας, ἀλλά σέ μιά σχέση ἀλληλεξάρτησης. Νομίζω ὅτι αὐτό εἶναι τό πιό βασικό θέμα πού ἀπασχολεῖ τήν Ἐκκλησία μας αὐτές τίς ἡμέρες. Αὐτές τίς σκέψεις τίς ἔχω διατυπώσει καί σέ παλαιότερες μελέτες μου.
1. Ὁ ὅρος Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία

Κατά τόν καθηγητή Ἰωάννη Καρμίρη καί ἄλλους μελετητές, ἀπό τήν ἀρχή της ἡ Ἐκκλησία διοργανώθηκε «ἱεραρχικῶς καί συνοδικῶς», δηλαδή ἡ ἐκκλησιαστική ζωή ἐξελίχθηκε σέ ἐπισκοπική, μητροπολιτική, πατριαρχική καί ἔπειτα συνοδική, μέχρι τόν βαθμό τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἔτσι, τό ὀρθόδοξο ἐκκλησιαστικό πολίτευμα εἶναι συνοδικό καί ἱεραρχικό. Ἡ συνοδικότητα δέν καταργεῖ τήν ἱεραρχικότητα, καί ἡ ἱεραρχικότητα δέν καταργεῖ τήν συνοδικότητα. Ἔτσι τό ἐκκλησιαστικό πολίτευμα εἶναι «ἱεραρχικῶς συνοδικόν» ἤ «συνοδικῶς ἱεραρχικόν», κατά τόν Ἀλέξανδρο Σμέμαν.

Ἀντίθετα στήν Δύση ὁ παπικός θεσμός προσέλαβε τό φεουδαλιστικό σύστημα διοικήσεως καί ἔτσι εἰσήχθη τό «ἀπολυταρχικόν-μοναρχικόν-συγκεντρωτικόν πολίτευμα» καί ἀργότερα οἱ Προτεστάντες πού ἀποσχίσθηκαν ἀπό τόν Ρωμαιοκαθολικισμό εἰσήγαγαν τό σύστημα τῆς συνομοσπονδίας, χωρίς νά ὑπάρχη κέντρο.

Αὐτό σημαίνει ὅτι στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δέν ἰσχύει τό παπικό πρωτεῖο, οὔτε ἡ προτεσταντική συνομοσπονδία, ἀλλά λειτουργεῖ τό συνοδικό καί ἱεραρχικό πολίτευμα μέ τήν προεδρία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου, πού ἔχει συντονιστικό ρόλο καί ἀναλαμβάνει πρωτοβουλίες γιά τήν καλή λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας.

Τό ἐκκλησιαστικό πολίτευμα εἶναι προέκταση τῆς θείας Εὐχαριστίας, στήν ὁποία ὑπάρχει ὁ προεξάρχων καί οἱ λειτουργοῦντες κατά τά πρεσβεῖα τους. Ἔτσι, ἀποφεύγεται τόσο ὁ Παπισμός ὅσο καί ὁ Προτεσταντισμός.

Μέσα σέ αὐτήν τήν προοπτική πρέπει νά ἀντιμετωπισθῆ καί τό Αὐτοκέφαλον, ὄχι ὡς ἀνεξάρτητη κεφαλή, ἀλλά ὡς κεφαλή μιᾶς τοπικῆς Ἐκκλησίας πού ἐντάσσεται καί λειτουργεῖ μέσα στό συνοδικό καί ἱεραρχικό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας. Ἔτσι, οὔτε παραθεωρεῖται ἡ συνοδικότητα οὔτε ὑπονομεύεται ἡ ἱεραρχικότητα.

Ὕστερα ἀπό τά γενικά αὐτά, πρέπει νά σημειωθῆ ὅτι ἀπό διάφορες μελέτες γνωρίζουμε ὅτι ὁ ὅρος «Αὐτοκέφαλο» ἐμφανίστηκε ἀρχικά συνδεδεμένος μέ τόν τίτλο τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, ὁ ὁποῖος βέβαια Ἀρχιεπίσκοπος δέν εἶχε τότε τήν ἔννοια τοῦ ἀρχηγοῦ μιᾶς Τοπικῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά ἦταν ὁ Ἐπίσκοπος ὁ ὁποῖος εἶχε ἐξάρτηση καί ἀναφορά (ἀπό, καί) στόν Πατριάρχη καί ὄχι στόν Μητροπολίτη τῆς Ἐπαρχίας. Ἔτσι, ὁ «αὐτοκέφαλος Ἀρχιεπίσκοπος» ἐξαρτόταν ἀπό τόν Πατριάρχη, ἀπό τόν ὁποῖο λάμβανε τήν χειροτονία καί βέβαια τόν μνημόνευε κατά τίς ἱερές Ἀκολουθίες.

Ἀπό τόν 9ο αἰώνα καί μετά, ὅπως σημειώνει ὁ καθηγητής Ἰωάννης Ταρνανίδης, ἡ σημασία τοῦ Αὐτοκεφάλου ἀναβαθμίστηκε, ὅταν, βεβαίως, ἡ ἐκκλησιαστική ἀνεξαρτησία ἐτέθη μέσα στίς πολιτικές - ἐθνικιστικές ἐπιδιώξεις τῶν Σλαύων.

Ὅμως, καί στήν περίπτωση αὐτή τῆς ἀναβαθμίσεως τοῦ ὅρου καί τοῦ ρόλου τοῦ αὐτοκεφάλου Ἀρχιεπισκόπου, τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο μποροῦσε ἀνά πᾶσα στιγμή νά ἐπεμβαίνη στά ἐσωτερικά της, νά διευρύνη τίς δικαιοδοσίες του στόν χῶρο τῆς ἐκκλησιαστικῆς διοίκησής της, νά χειροτονῆ τόν Ἀρχιεπίσκοπο καί αὐτό, βέβαια, συνδέεται μέ τήν ὑποχρέωση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου νά μνημονεύη τόν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως.

Ἔπειτα, ὁ ὅρος «Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία» εἰσήχθη μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου, ὄχι μέ τήν ἔννοια ὅτι ἀποτελεῖ μιά ἀνεξάρτητη Ἐκκλησία, ἀλλά μέ τήν ἔννοια ὅτι ἀποτελεῖ μιά ἑνιαία ἐκκλησιαστική διοίκηση πού καθορίζει τά τῆς ἐκλογῆς, χειροτονίας καί δίκης τῶν Ἐπισκόπων καί ρυθμίζει ὅλα τά ἐκκλησιαστικά θέματα τῆς Τοπικῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά ἔχει ὁπωσδήποτε σύνδεσμο μέ ὅλη τήν Ἐκκλησία, ἰδιαιτέρως μέ τήν Πρωτόθρονη Ἐκκλησία, τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο.

Δέν πρόκειται γιά αὐτόνομη καί ἀνεξάρτητη κεφαλή, πού ξεχωρίζεται ἀπό τήν ἑνιαία καί μία κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά γιά μιά διοικητική ἐλευθερία μέσα στό ἑνιαῖο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ.

Ἀκόμη καί ἡ λέξη Αὐτοκέφαλος Ἐκκλησία πρέπει νά ἑρμηνευθῆ ὀρθόδοξα καί ἐκκλησιολογικά, ἀπό τήν ἄποψη ὅτι ὁ ὅρος εἶναι ἀρκετά συμβατικός, δηλαδή χρησιμοποιεῖται μόνο γιά τήν αὐτοδιοίκηση καί τήν διοικητική διάρθρωση τῶν Ἐκκλησιῶν καί δέν σημαίνει διάσπαση τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας, τῆς ὁποίας Κεφαλή εἶναι ὁ Χριστός.

Γιά τό θέμα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητος ἰσχύει ὅ,τι λέγεται γιά τόν μελισμό τοῦ ἄρτου τῆς θείας Εὐχαριστίας, κατά τόν λόγο τοῦ Λειτουργοῦ: «Μελίζεται καί διαμερίζεται ὁ ἀμνός τοῦ Θεοῦ ὁ μελιζόμενος καί μή διαιρούμενος ὁ πάντοτε ἐσθιόμενος καί μηδέποτε δαπανώμενος». Ὅσοι κοινωνοῦν δέν λαμβάνουν ἕνα τμῆμα τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά ὁλόκληρο τόν Χριστό. Τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ τίς Ὀρθόδοξες Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες, ἀρκεῖ νά ὑπάρχη ὀρθόδοξη πίστη, κανονική εὐταξία καί ἑνότητα μεταξύ τῶν Ἐκκλησιῶν.

Μελετώντας τούς Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας δέν συνάντησα τόν ὅρο Αὐτοκέφαλος Ἐκκλησία, ἀλλά παρατήρησα ὅτι ἀφ᾿ ἑνός μέν ὁ ὅρος συναντᾶται στίς ἑρμηνεῖες τῶν ἐξηγητῶν τῶν Κανόνων, ἀφ᾿ ἑτέρου δέ καθιερώθηκε ἐπίσημα σέ νεώτερες Πατριαρχικές Πράξεις.

Γιά παράδειγμα, ὁ η΄ Κανόνας τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἀναφερόμενος στήν Ἐκκλησία τῆς Κύπρου, γράφει: «Ἓξουσι τό ἀνεπηρέαστον καί ἀβίαστον οἱ τῶν ἁγίων ἐκκλησιῶν, τῶν κατά τήν Κύπρον, προεστῶτες, κατά τούς κανόνας τῶν ὁσίων Πατέρων, καί τήν ἀρχαίαν συνήθειαν, δι᾿ ἑαυτῶν τάς χειροτονίας τῶν εὐλαβεστάτων ἐπισκόπων ποιούμενοι· τό δέ αὐτό καί ἐπί τῶν ἄλλων διοικήσεων, καί τῶν ἁπανταχοῦ ἐπαρχιῶν παραφυλαχθήσεται...». Περιγράφεται ὁ ὅρος «ἀνεπηρέαστον» καί «ἀβίαστον», χωρίς νά ἀναφέρεται ὁ ὅρος Αὐτοκέφαλο. Ὁ Βαλσαμών, ἑρμηνεύοντας τόν λθ΄ Κανόνα τῆς ἐν Τρούλλῳ ΣΤ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὁ ὁποῖος ἀναφέρεται στό ἴδιο θέμα, τήν διοίκηση τῆς Κύπρου ἀποκαλεῖ «αὐτοκέφαλον»: «...ὡρίσθη αὐτοκέφαλον εἶναι τήν ἐκκλησίαν τῆς Κύπρου».

Πρέπει ἀκόμη νά ὑπογραμμισθῆ ὅτι οἱ Οἰκουμενικές Σύνοδοι ἔδωσαν τήν αὐτοδιοίκηση στίς Ἐκκλησίες μέ ὅρους πού προβλέπονται ἀπό τούς προηγουμένους ἱερούς Κανόνες. Εἶναι χαρακτηριστικός ὁ β΄ Κανόνας τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου: «Φυλαττομένου δέ τοῦ προγεγραμμένου περί τῶν διοικήσεων κανόνος, εὔδηλον ὡς τά καθ᾿ ἑκάστην ἐπαρχίαν ἡ τῆς ἐπαρχίας σύνοδος διοικήσει». Ὅμοιοι εἶναι καί οἱ Κανόνες: η΄ τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς, κη΄ τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς, λθ΄ τῆς ΣΤ΄ Οἰκουμενικῆς. Καθώς ἐπίσης στό θέμα τῆς μνημονεύσεως τοῦ «Πρώτου» εἶναι χαρακτηριστικοί οἱ ιδ΄ καί ιε΄ Κανόνες τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου. Οἱ Κανόνες αὐτοί σαφῶς παραπέμπουν καί ὑπονοοῦν τόν λδ΄ Κανόνα τῶν ἁγίων Ἀποστόλων καί προϋποθέτουν ἤ Μητροπολιτικό ἤ Πατριαρχικό σύστημα διοικήσεως μιᾶς Ἐκκλησίας.

Ὁ Μητροπολίτης Σάρδεων Μάξιμος, ἐπικαλούμενος μαρτυρία τοῦ Ἀλεξάνδρου Σμέμαν, γράφει ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ «αὐτοκεφάλου» δέν ἀνήκει στήν «ὀντολογία» τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά στήν ἱστορική της «ὑπόσταση». Εἶναι χρήσιμος αὐτός ὁ διαχωρισμός μεταξύ τῆς ὀντολογικῆς καί τῆς ἱεραρχικῆς τάξεως τῆς οἰκουμενικῆς Ἐκκλησίας, ὥστε νά ἀποφύγουμε τόσο τόν κίνδυνο τοῦ Παπισμοῦ, ὅσο καί τόν πειρασμό τοῦ Προτεσταντισμοῦ. Ἑπομένως, οὔτε ἀρνούμαστε τήν ὀντολογική ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, ὡς Σώματος τοῦ Χριστοῦ, οὔτε ὅμως ἀρνούμαστε καί τήν ἱεράρχηση μεταξύ τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν.

Ἐπίσης, ὁ ἴδιος Μητροπολίτης παρατηρεῖ: «Ἡ ἱστορία καί ἡ μακραίων παράδοσις τῆς Ἐκκλησίας ἐδημιούργησε καί κατωχύρωσε τήν πρᾶξιν τῆς "ἱεραρχίας τῆς τιμῆς", ἡ δέ ἄρνησις αὐτῆς ἐν ὀνόματι τῆς κακῶς ἐννοουμένης "ἰσοτιμίας" εἶναι ἐσκεμμένη καί ὑποβολιμαία ἀντικατάστασις τῆς γνησίας καθολικότητος διά τινος "δημοκρατικῆς" ἰσότητος».

Γι᾿ αὐτό ὁ ὅρος «αὐτοκέφαλος Ἀρχιεπίσκοπος» στήν διάρκεια ὅλων τῶν αἰώνων δέν εἶχε τήν ἔννοια τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀπόλυτης ἀνεξαρτησίας.
2. Τό Αὐτοκέφαλο καί ἡ ἐνότητα τῆς Ἐκκλησίας

Ὁ καθηγητής Παναγιώτης Τρεμπέλας σέ ἄρθρο του μέ τίτλο «Οἱ ὅροι καί οἱ παράγοντες τῆς ἀνακηρύξεως τοῦ αὐτοκεφάλου» καί ὑπότιτλο «Τό αὐτοκέφαλον καί οἱ ἱεροί κανόνες» ἀναλύει διεξοδικῶς ἐπί τῇ βάσει τῶν ἱερῶν Κανόνων καί τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας τό πῶς λειτουργοῦσαν οἱ Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες, καθώς ἐπίσης ἐξετάζει διεξοδικῶς τούς ὅρους καί τούς παράγοντες πού διαμορφώνουν μιά Ἐκκλησία σέ Αὐτοκέφαλη.

Ἀπό τό ἄρθρο αὐτό σημειώνω ὅτι ἡ Αὐτοκεφαλία τῶν Ἐκκλησιῶν ἔχει σχέση μέ τήν συνοδική διάρθρωση τῆς καθόλου Ἐκκλησίας καί τήν διατήρηση τῆς ἑνότητος τῶν Ἐκκλησιῶν ὑπό τήν ἐπίβλεψη καί κηδεμονία τοῦ «Πρώτου», πού εἶναι ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης. Μέ κανέναν λόγο ἡ Αὐτοκεφαλία δέν μπορεῖ νά ἐξυπηρετήση ἀποσχιστικές ἐνέργειες καί τάσεις καί «καπετανάτα» μέσα στήν Ἐκκλησία. Γι᾿ αὐτό ὁ Τρεμπέλας παρατηρεῖ:

«Τέλος δέν πρέπει κατ᾿ οὐδένα λόγον νά λησμονῆται, ὅτι ἡ τοιαύτη ἐπαφή τῶν ἐπισκόπων ὑπό τόν ἕνα Πρῶτον ἀπέβλεπεν εἰς τήν ἐνίσχυσιν τῆς ἐν Χριστῷ ἑνότητος. Προδήλως λοιπόν κατ᾿ οὐδένα λόγον ἐπιτρέπεται νά ἄγῃ εἰς τήν δημουργίαν εἴδους τινός καπετανάτων ἤ ἐκκλησιαστ.(ικῶν) ἐπικρατειῶν ξένων πρός ἀλλήλας, ἀλλά μᾶλλον δέον νά ἀποβλέπῃ εἰς τήν εὐχερεστέραν ἐπικοινωνίαν πάντων τῶν ἁπανταχοῦ ἐπισκόπων διά τῶν κέντρων αὐτῶν ἤ τῶν Ἀρχιεπισκόπων. Ἐντεῦθεν καί πρωΐμως, ὡς εἴδομεν, ἐκδηλοῦται ἡ τάσις πρός διεύρυνσιν τῶν ὁρίων τῶν ἐκκλησ.(ιαστικῶν) περιφερειῶν διά τῆς ὑπαγωγῆς τῶν διαφόρων Μητροπολιτῶν ἤ Πρώτων ὑπό τούς Ἐξάρχους ἤ Πατριάρχας, τῶν ὁποίων ἐν τέλει ὁ ἀριθμός περιορίζεται μόλις εἰς πέντε».

Ἀναλύοντας τούς παράγοντες πού συνετέλεσαν στό Αὐτοκέφαλο τῶν Ἐκκλησιῶν, τό ὁποῖο Αὐτοκέφαλο λειτουργοῦσε ὡς αὐτοδιοίκητο χωρίς ὅμως νά διακόπτεται ἡ σχέση τῆς Τοπικῆς Ἐκκλησίας μέ τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη, ὁ καθηγητής Τρεμπέλας παρατηρεῖ ὅτι σημαντικό ρόλο γιά τήν Αὐτοκεφαλία διαδραμάτισε ἡ ἀρχή «τῆς αὐτοδιαθέσεως τῶν λαῶν» καί «λαμβάνεται ὑπ᾿ ὄψει σοβαρῶς ἡ δεδηλωμένη γνώμη τῶν πληρωμάτων», δηλαδή τῶν λαῶν. Τό ἴδιο ἰσχύει καί γιά τήν ἄρση τοῦ Αὐτοκεφάλου, ὅπως ἔγινε στήν περίπτωση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀχρίδος.

Βεβαίως, καί στήν περίπτωση αὐτή «οἱ πόθοι τοῦ ἐκκλησ.(ιαστικοῦ) πληρώματος ἐγίνοντο ἀναντιρρήτως δεκτοί, μόνον ἐφ᾿ ὅσον δέν προσέκρουον πρός τά καλῶς ἐννοούμενα ἐκκλησιαστικά συμφέροντα. Ἐντεῦθεν παρουσιάζεται ἰσοστάσιος ἤ καί ὑπερκείμενος τοῦ λαϊκοῦ παράγοντος ὁ συνοδικός παράγων, ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τοῦ ὁποίου ἡ κίνησις τοῦ λαϊκοῦ ἤ τοῦ ἐκπροσωποῦντος αὐτόν κυβερνητικοῦ παράγοντος μόνον πραξικοπήματα, εἰς αὐτά τά ὅρια τοῦ σχίσματος ἐγγίζοντα ἤ καί εἰσβάλλοντα, δύναται νά δημιουργήσῃ. Ὁ συνοδικός παράγων διά τοῦτο παρουσιάζεται ἀνέκαθεν καθορίζων, κανονίζων καί ἐπεγκρίνων τάς κινήσεις τοῦ λαϊκοῦ παράγοντος».

Γίνεται σαφές ὅτι ἡ Αὐτοκεφαλία δέν δίνεται γιά τήν ἀνεξαρτησία μιᾶς Τοπικῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά γιά τήν διατήρηση τῆς ἑνότητος ὅλων τῶν Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν ὑπό τήν προεδρία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου. Ἄλλωστε, παρά τήν αὐτοδιοίκηση μερικῶν Ἐκκλησιῶν, δέν ὑπάρχει διάσπαση τῆς Ἐκκλησίας αὐτῆς ἀπό τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη.

Εἰδικῶς ἀναφέρονται ἀπό τά Πρακτικά τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ὅτι οἱ Ἐπίσκοποι ἀπό τήν διοίκηση τῆς Ἀσιανῆς καί Ποντικῆς δήλωσαν τήν ἐξάρτησή τους ἀπό τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη. Γιά παράδειγμα ὁ Ἐπίσκοπος Μύρων Ρωμανός εἶπε: «Οὐκ ἠναγκάσθην ἐγώ· ἡδέως ἔχω ὑπό τόν θρόνον Κων/λεως εἶναι, ἐπεί καί αὐτός μέ ἐτίμησε καί αὐτός μέ ἐχειροτόνησε». Αὐτό σημαίνει ὅτι ὑπῆρχε ἀλληλεξάρτηση τῶν αὐτοδιοικήσεων μέ τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη.

Τό συμπέρασμα τῶν ἀναλύσεων αὐτῶν εἶναι ὅτι ἡ αὐτοδιοίκηση - αὐτοκεφαλία δίνεται κυρίως καί πρό παντός γιά τήν ἑνότητα τῶν Ἐκκλησιῶν καί ὄχι γιά λειτουργία «καπετανάτων», ὅτι οἱ παράγοντες παραχωρήσεως τῶν Αὐτοκεφαλιῶν εἶναι κατά πρῶτον ἡ Σύνοδος περί τόν «Πρῶτον», κυρίως τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί στήν συνέχεια ἡ Οἰκουμενική Σύνοδος, ἀφοῦ ἐν τῷ μεταξύ κρίνει τήν ὡριμότητα τῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας. Ὑπάρχει δέ περίπτωση νά αἴρεται τό Αὐτοκέφαλο μέχρι τῆς ἀναγνωρίσεώς του ἀπό Οἰκουμενική Σύνοδο.

Σημειώνει ὁ Παναγιώτης Τρεμπέλας:

«Διά τῆς τοιαύτης δέ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων ἀποφάνσεως τό αὐτοκέφαλον, ὑπέρ οὗ αὗται ἀπεφαίνοντο, κατησφαλίζετο ἑδραίως ὡς ἐμφαίνεται ἐκ τοῦ ὅτι αὐτοκέφαλοι ἐκκλησίαι μή τυχοῦσαι τῆς τοιαύτης ἐπικυρώσεως καί κατασφαλίσεως κατηργήθησαν σύν τῷ χρόνῳ καί κατελύθησαν (Καρθαγένης, Λουγδούνων, Μεδιολάνων, Πρώτης Ἰουστιανῆς, Ἀχριδῶν, Τυρνόβου, Ἰπεκίου κλπ), ἐνῷ τοὐναντίον αὐτοκέφαλοι τυχοῦσαι τῆς ἀναγνωρίσεως ταύτης, καίπερ εἰς δεινάς ἐμπεσοῦσαι περιστάσεις ἤ καί παρακμάσασαι, παρέμειναν καί κατ᾿ ὀλίγον ἀνέζησαν (ὁ ἐκπατρισμός τῶν Κυπρίων καί ἡ κατά τό ΛΘ΄ κανόνα τῆς Πενθέκτης ὑπαγωγή τοῦ Κυζίκου καί τῆς Ἑλληνοσποντίων ἐπαρχίας εἰς τόν πρόεδρον τῆς Κυπρίων νήσου· πατριαρχεῖα Ἀντιοχείας, Ἀλεξανδρείας, Ἱεροσολύμων».
3. Οἱ σύγχρονες Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες

Οἱ πρῶτες Οἰκουμενικές Σύνοδοι καθόρισαν τόν κανονικό θεσμό τῆς Πενταρχίας τῶν Πατριαρχῶν, ἤτοι τῆς Παλαιᾶς Ρώμης, τῆς Νέας Ρώμης - Κωνσταντινούπολης, τῆς Ἀλεξανδρείας, τῆς Ἀντιοχείας, τῶν Ἱεροσολύμων. Πρόκειται γιά ἕναν κανονικό θεσμό, κατά τόν ὁποῖον οἱ πέντε Πατριάρχες ἀπετέλουν τήν ἀρχή τῆς διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Γ' Οἰκουμενική Σύνοδος χορήγησε τό αὐτοδιοίκητο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου, ἀλλά ὁ θεσμός τῶν πέντε Πρεσβυγενῶν Πατριαρχείων διηύθυνε τήν Ἐκκλησία ἤ μᾶλλον τό Ἅγιον Πνεῦμα δι' αὐτοῦ τοῦ θεσμοῦ διατήρησε τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας.

Ὁ ἅγιος Θεόδωρος Στουδίτης θεωροῦσε ὅτι οἱ πέντε Πατριάρχες ἀποτελοῦσαν «τό πεντακόρυφον κράτος τῆς Ἐκκλησίας» ἤ «τό πεντακόρυφον σῶμα τῆς Ἐκκλησίας» ἤ τό «πεντακόρυφον ἐκκλησιαστικόν σῶμα». Ὁ Θεόδωρος Βαλσαμών παραλληλίζει τήν ὕπαρξη τῆς Πενταρχίας μέ τίς πέντε αἰσθήσεις στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ὅμως κάθε ἐκκλησιαστική διοίκηση εἶχε αὐτοδιοίκηση καί διέθετε «τό δίκαιο τῶν χειροτονιῶν» καί τό «δίκαιον τῶν κρίσεων», κατά τόν καθηγητή Βλάσιο Φειδᾶ.

Ὅταν ἀπομακρύνθηκε ἀπό τήν Ἐκκλησία ἡ Παλαιά Ρώμη, τό Πατριαρχεῖο τῆς Νέας Ρώμης- Κωνσταντινουπόλεως ἔγινε Πρωτόθρονη Ἐκκλησία πού προεδρεύει καί ἔχει συντονιστικό ρόλο. Καί τόν 16ο αἰώνα μ.Χ. τήν πέμπτη θέση κατέλαβε τό Πατριαρχεῖο τῆς Μόσχας. Ὅλα αὐτά ἔγιναν ἀπό Οἰκουμενικές καί Μεγάλες Συνόδους.

Μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου, ἀναγνωρίσθηκαν καί ἄλλες Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες, χωρίς βέβαια, νά συγκληθῆ Οἰκουμενική Σύνοδος. Μεταξύ αὐτῶν συγκαταλέγεται καί ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία ἀνακηρύχθηκε Αὐτοκέφαλη μέ τόν Συνοδικό καί Πατριαρχικό Τόμο τοῦ 1850, ἄλλες Ἐκκλησίες ἔλαβαν καί τήν Πατριαρχική ἀξία καί τιμή.

Ὁ καθηγητής Σπύρος Τρωϊάνος, ἔχοντας ὑπ᾿ ὄψη τούς Κανόνες διά τῶν ὁποίων ἀναγνωρίσθηκαν οἱ Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες, ἰσχυρίζεται ὅτι τό ἁρμόδιο ὄργανο ἀναγνωρίσεως μιᾶς Ἐκκλησίας ὡς Αὐτοκεφάλου εἶναι ἀναμφιβόλως ἡ Οἰκουμενική Σύνοδος. Αὐτή καθορίζει ὅλα τά θέματα τά σχετικά μέ τό Αὐτοκέφαλο τῶν Ἐκκλησιῶν, ὅπως τήν ἀνακήρυξή τους, τήν τάξη τους, τά ὅρια τῆς δικαιοδοσίας τους κλπ. Ὅταν ὅμως ἀπό τόν 9ο αἰώνα καί μετά δέν συνεκαλοῦντο Οἰκουμενικές Σύνοδοι, τότε τήν θέση τους κατέλαβε ἡ ἐνδημοῦσα Σύνοδος στήν Κωνσταντινούπολη.

Μάλιστα ὁ Καθηγητής, ἀναφερόμενος στίς περιπτώσεις τῶν Πατριαρχείων Σερβίας, Ρουμανίας καί Βουλγαρίας, γράφει ὅτι τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο αὐτοδεσμεύθηκε νά δώση ἀπό πρίν τήν συναίνεσή του, ἀλλά ὅπως λέγεται στά κείμενα τῶν Τόμων, ἡ ἀνακήρυξη θά γίνη «ἐν Οἰκουμενικῇ ἤ καί μεγάλῃ ἄλλῃ Συνόδῳ ἐν πρώτῃ εὐκαιρίᾳ συνερχομένῃ». Γι᾿ αὐτό καταλήγει: «Ἑπομένως, ἡ διαδικασία γιά τήν ἀνύψωση τῶν Ἐκκλησιῶν Σερβίας, Ρουμανίας καί Βουλγαρίας σέ Πατριαρχεῖα, ἀπό αὐστηρά νομική ἄποψη δέν ἔχει ἀκόμη ὁλοκληρωθεῖ».

Γίνεται δέ σαφές ὅτι οἱ Αὐτοκεφαλίες πού δόθηκαν τόν 19ο καί 20ό αἰώνα ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί λειτουργοῦν ὡς Πατριαρχεῖα τελοῦν ὑπό τήν αἴρεση ἐγκρίσεώς τους ἀπό τήν Οἰκουμενική, Πανορθόδοξη Σύνοδο πού πρόκειται νά συνέλθη. Ἐπίσης θά πρέπει νά ἀποφασισθῆ καί ὁ τρόπος λειτουργίας της, ὥστε νά συντελῆ στήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, ὡς Σώματος Χριστοῦ, καί ὄχι στήν διάσπαση τῆς Ἐκκλησίας, στήν αὐτονόμηση ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί στήν προτεσταντική νοοτροπία τῆς δημοκρατικῆς συγκροτήσεως τῶν Ἐκκλησιῶν.

Ἄλλωστε, τό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας δέν λειτουργεῖ μέ τίς ἀρχές μιᾶς ἀστικῆς δημοκρατίας, ἀλλά εἶναι ἱεραρχικό, μέ τήν ἔννοια τῆς ἱεραρχήσεως τῶν διακονιῶν πρός οἰκοδομή τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ καί πρός δόξαν Θεοῦ Πατρός.

Ὁ Καθηγητής Ἰωάννης Ταρνανίδης, εἰδικός ἐρευνητής, πού μελέτησε τό Αὐτοκέφαλο τῶν Σλαυικῶν Ἐκκλησιῶν, ὕστερα ἀπό ἐνδελεχῆ ἀνάλυση τῶν πηγῶν καί τῆς βιβλιογραφίας σχετικά μέ τό θέμα τοῦ Αὐτοκεφάλου, κατέληξε σέ συμπεράσματα, τά ὁποῖα εἶναι πάρα πολύ σημαντικά.

Θά καταγραφοῦν στήν συνέχεια διότι μᾶς διευκολύνουν νά ἐντοπίσουμε ἐπιστημονικά καί νηφάλια τό θέμα τοῦ Αὐτοκεφάλου. Γράφει:

«Σέ μιά γενική καί διαχρονική ἐκτίμηση αὐτῆς τῆς πραγματικότητας, θά μπορούσαμε νά συνοψίσουμε τήν πολιτική τῆς Κωνσταντινούπολης ὡς ἀκολούθως:

α. Τήν πρωτοβουλία σέ ὅλες τίς περιπτώσεις προαγωγῆς κάποιας Σλαβικῆς Ἐκκλησίας τήν εἶχε ὁ αὐτοκράτορας· εἴχαμε καί περιπτώσεις προαγωγῆς μόνο ἀπό τόν αὐτοκράτορα καί χωρίς οὔτε τήν τυπική συμμετοχή τοῦ πατριάρχη (Πατριάρχης Δρήστρας, Ἀρχιεπισκοπή Ἀχρίδας).

β. Ἡ συμβολή τοῦ πατριάρχη σ᾿ αὐτές τίς περιπτώσεις εἶχε χαρακτήρα τελετουργικό· περιοριζόταν στήν ἐκκλησιαστική ἐπικύρωση, μέ κάποιο συνοδικό Τόμο, αὐτῶν πού εἶχε προαποφασίσει ἡ «βασιλική σύγκλητος» ἤ ὁ «βασιλεύς».

γ. Πρωτοβουλίες ἀνελάμβανε τό Πατριαρχεῖο στίς περιπτώσεις ἀφορισμοῦ, ὕστερα ἀπό κάποια αὐθαιρεσία τῆς σλαβικῆς πλευρᾶς, ἤ ἀποκατάστασης ὁμαλῶν σχέσεων μετά τήν ἄρση τῆς παρεξήγησης.

δ. Ἐνῶ ὑπῆρξαν περιπτώσεις κατά τίς ὁποῖες ἀγνοήθηκε τό Πατριαρχεῖο ἀπό μέρους τοῦ αὐτοκράτορα καί δέν ἔλαβε μέρος στήν προαγωγή κάποιας Ἐκκλησίας, σέ καμιά περίπτωση δέν ἀντικαταστάθηκε ἀπό ἄλλο Πατριαρχεῖο. Ἡ προαγωγή ὅλων τῶν Σλαβικῶν Ἐκκλησιῶν καί σέ ὅλο τό φάσμα τῆς ἐξέλιξής τους ὑπῆρξε ἀποκλειστικό προνόμιο τοῦ Πατριαρχείου τῆς Κωνσταντινούπολης.

ε. Ἡ προαγωγή τῶν Σλαβικῶν Ἐκκλησιῶν δέν ὑπαγορεύτηκε οὔτε ὑπάκουσε σέ κάποιους κανόνες. Ὑποκινήθηκε πάντα ἀπό τήν πλευρά τῆς κοσμικῆς ἡγεσίας τῶν Σλάβων καί γι᾿ αὐτό θεωρήθηκε ἀπό τήν πλευρά τῆς Κωνσταντινούπολης προϊόν τῆς «ἀνωμαλίας τῶν καιρῶν».

στ. Ὡς προϊόν πίεσης καί συνδιαλλαγῆς εἶχε καί τήν ποικιλομορφία πού ἐπέβαλαν ἡ δύναμη τῆς πίεσης, ἡ ἀντοχή τῆς ἀντίστασης σ᾿ αὐτή τήν πίεση καί ἡ σημαντικότητα τοῦ ἐπιδιωκόμενου κατά τήν συνδιαλλαγή σκοποῦ· μεγαλύτερη πίεση ἤ μεγαλύτερη σπουδαιότητα ἐπιδιωκόμενων στόχων εἶχαν ὡς ἀποτέλεσμα τήν παραχώρηση περισσότερων προνομίων, ὑψηλότερων τίτλων καί εὐρύτερη ἀναγνώριση τῆς συγκεκριμένης προαγωγῆς. Τό ἀντίθετο συνέβαινε ὅταν ἡ πίεση ἦταν μικρή καί ἡ δυνατότητα εὐρύτερης ἐκμετάλλευσης τοῦ γεγονότος ἀσήμαντη.

ζ. Ἡ Κωνσταντινούπολη εἶχε πάντα τήν εὐχέρεια, ὅταν ἡ δύναμή της καί οἱ καιροί τό ἐπέτρεπαν, νά ἐπανέρχεται καί νά ἐπανεξετάζει τήν σχέση της μέ τίς θυγατρικές Ἐκκλησίες, περιορίζοντας τά προνόμιά τους, ἐλέγχοντας τήν συμπεριφορά τους ἤ καί σέ μερικές περιπτώσεις καταργώντας πλήρως τήν αὐτονομία τους.

η. Σέ γενικές γραμμές, ἡ πολιτική τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου ἔναντι τῶν νέων Σλαβικῶν Ἐκκλησιῶν ἀποτελοῦσε ἀντιγραφή τῆς πολιτικῆς τοῦ Αὐτοκρατορικοῦ Θρόνου ἀπέναντι στούς γειτονικούς λαούς, οἱ ὁποῖοι διεκδικοῦσαν ὑψηλούς τίτλους, προνόμια καί ἀνεξαρτησία. Ὅπως ἐκεῖ ὁ αὐτοκράτορας φρόντιζε νά παραχωρεῖ στούς ἡγεμόνες τους μικρότερης σημασίας τίτλους καί ἐπίθετα, ἐπιδιώκοντας πάντα νά κρατεῖ γιά τόν ἑαυτό του τόν ὑψηλότερο τίτλο καί νά συμπεριφέρεται ὡς ἐπικεφαλής τῶν ἄλλων ἡγεμόνων, ἔτσι καί ὁ πατριάρχης διατηροῦσε γιά τόν ἑαυτό του ὄχι μόνον τόν τίτλο τοῦ «Οἰκουμενικοῦ», ἀλλά καί στήν πράξη ὅλα τά προνόμια τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, πού ἀπέρρεαν ἀπό τή δύναμη καί ἐπιβολή τῆς Αὐτοκρατορίας».

Ἀπό ὅλη αὐτήν τήν παράθεση φαίνεται καθαρά ὅτι τό «Αὐτοκέφαλο», αὐτοδιοίκητο ἀπό τήν ἀρχή τῆς ἐμφανίσεώς του εἶχε πάντοτε μιά μορφή ἐξάρτησης ἀπό τήν Πρωτόθρονη Ἐκκλησία, τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, ἀλλά καί ὅταν ἀργότερα μιά Τοπική Ἐκκλησία λάμβανε, μέ τήν πολιτική ἐπέμβαση, τό αὐτοδιοίκητο, τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο διατηροῦσε βασικά προνόμια, δικαιοδοσίες καί πολλές φορές ἔκανε οὐσιαστικές παρεμβάσεις. Γι᾿ αὐτό καί ἡ Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία δέν μπορεῖ νά ὑφίσταται σέ μιά μορφή ἀνεξαρτησίας ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, ἀλλά σέ μιά μορφή ἀλληλεξάρτησης ἀπό αὐτό.
4. Αὐτοκεφαλία καί αὐτοκεφαλαρχία

Γιά νά γίνη περισσότερο κατανοητή αὐτή ἡ ἄποψη καί γιά νά τονισθῆ ὅτι ἡ Αὐτοκεφαλία δέν διασπᾶ τήν ἐκκλησιαστική ἑνότητα, καθώς ἐπίσης ὅτι δέν πρέπει μιά Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία νά λειτουργῆ διασπαστικά, θά ἤθελα νά σημειώσω τήν διάκριση μεταξύ αὐτοκεφαλίας καί αὐτοκεφαλαρχίας.

Τήν διάκριση αὐτήν τήν συνάντησα στόν Olivier Clement, ὁ ὁποῖος συνδέει πολύ στενά τήν αὐτοκεφαλία μέ τήν ἀλληλεξάρτηση, καί τήν αὐτοκεφαλαρχία μέ τήν ἀνεξαρτησία. Δηλαδή, ἀπό ὅ,τι φαίνεται, στήν ἀρχαία Ἐκκλησία, ὅπως ἦταν ὀργανωμένη στήν Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία, τό Αὐτοκέφαλο λειτουργοῦσε σέ μιά ἀλληλεξάρτηση μέ τήν Πρωτόθρονη Ἐκκλησία, καθώς ἐπίσης τό ἴδιο βλέπουμε καί στήν λεγομένη Πενταρχία, ἀφοῦ τά Πέντε Πρεσβυγενῆ Πατριαρχεῖα λειτουργοῦσαν ὡς πέντε αἰσθήσεις στόν ἕνα καί ἑνιαῖο ὀργανισμό. Καί ὅπως μιά αἴσθηση στό ἀνθρώπινο σῶμα δέν ἀνεξαρτητοποιεῖται ἀπό τίς ἄλλες, τό ἴδιο ἀκριβῶς συμβαίνει καί μέ τίς ἐκκλησιαστικές διοικήσεις. Ὅμως ἡ αὐτοκεφαλαρχία λειτουργεῖ περισσότερο ὡς ἀνεξάρτητη Ἐκκλησία, πράγμα πού ὑπονομεύει τό συνοδικό σύστημα τῆς Ἐκκλησίας.

Φαίνεται ὅτι στήν ἀρχαία παράδοση ἡ λεγομένη Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία εἶχε σχέση ἀλληλεξάρτησης μέ τήν Μητέρα Ἐκκλησία, τήν Ἐκκλησία τῆς Νέας Ρώμης - Κωνσταντινουπόλεως, ὅπως σήμερα λειτουργοῦν οἱ αὐτόνομες Ἐκκλησίες ἤ ἡ ἡμιαυτόνομη Ἐκκλησία τῆς Κρήτης. Δηλαδή, ἡ Ἐκκλησία τῆς Κρήτης δέν μπορεῖ νά θεωρηθῆ ἀνεξάρτητη Ἐκκλησία, ἀλλά τίθεται μέσα σέ μιά ἀλληλεξάρτηση μέ τήν Ἐκκλησία τῆς Νέας Ρώμης - Κωνσταντινουπόλεως.

Ὅμως τά πράγματα ἄρχισαν νά διαφοροποιοῦνται ἀπό τήν διάσπαση τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας καί τήν ἀνάπτυξη τῶν ἐθνικιστικῶν διαφορῶν. Κάθε ἔθνος ἤθελε νά ἀποκτήση τήν δική του «ἐθνική Ἐκκλησία», ὁπότε δημιουργήθηκαν προβλήματα καί ἔτσι ἀναπτύχθηκε ἡ αὐτοκεφαλαρχία σέ βάρος τῆς αὐτοκεφαλίας, ἤ μᾶλλον τό Αὐτοκέφαλο θεωρήθηκε περισσότερο μέ τήν ἔννοια τῆς αὐτοκεφαλαρχίας, τῆς ἀνεξαρτήτου, δηλαδή, Ἐκκλησίας καί ὄχι τῆς ἀλληλεξαρτημένης Ἐκκλησίας.

Ὁ Clement παρατηρεῖ ὅτι τόν 19ο αἰώνα ἡ ἀποδυνάμωση τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας καί ἡ ἀνάπτυξη τῶν ἐθνοτήτων «ὁδηγοῦν στόν πολλαπλασιασμό τῶν ἐθνικῶν κρατῶν στήν νοτιο-ανατολική Εὐρώπη».

Γράφει χαρακτηριστικά:

«Κάθε ἔθνος διεκδικεῖ καί ἐγκαθιδρύει αὐταρχικά –ἐκτός ἀπό τή Σερβία πού ἐπιτυγχάνει προηγουμένως τή συγκατάθεση τῆς Κωνσταντινουπόλεως– τήν ἐκκλησιαστική του ἀνεξαρτησία. Ἡ πολιτική καί ὁ ἐθνικισμός ἀνατρέπουν τήν παραδοσιακή κλίμακα τῶν ἀξιῶν: τό ἔθνος δέν προστατεύεται πιά καί δέν ὑποστηρίζεται ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἐκείνη πού ἀποβαίνει μιά διάσταση τοῦ ἔθνους, ἕνα σημεῖο ὅτι κάποιος ἀνήκει σ᾿ ἕνα ἔθνος, καί ἡ ὁποία ὀφείλει ἑπομένως νά ὑπηρετεῖ τό Κράτος.

Ἔτσι τό παραδοσιακό Αὐτοκέφαλον τείνει νά μετατραπῆ σέ αὐτοκεφαλαρχία ἀπόλυτη καί συνάμα ὁμογενή. ῎Οχι πιά ἀλληλεξάρτηση, ἀλλά ἀνεξαρτησία. Ἡ λειτουργία τῆς ἐκκλησιαστικῆς διοίκησης ἀντιγράφει τήν ἀντίστοιχη τῆς κρατικῆς ἐξουσίας, καί οἱ ἐπίσκοποι γίνονται περίπου δημόσιοι ὑπάλληλοι.

Ἡ αὐτοκεφαλαρχία σχηματίζει σταδιακά τή θεωρία της, λέει πώς τό θεμέλιο τῆς ἐκκλησιολογίας δέν εἶναι ἡ εὐχαριστιακή ἀρχή, ἀλλά ἡ φυλετική καί ἐθνική ἀρχή. Ἡ "τοπική" Ἐκκλησία σημαίνει στό ἑξῆς τήν "ἐθνική" Ἐκκλησία, μέ παράλληλη ἐφαρμογή τῆς τριαδικῆς ἀναλογίας, καθώς τό "πρωτεῖο τιμῆς" γίνεται "ἰσότητα τιμῆς"».

Αὐτό κυρίως φαίνεται στόν Βαλκανικό χῶρο. Στήν ἀρχή τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο «διαφύλαξε τήν ὑπερεθνική παγκοσμιότητα τῆς Ἐκκλησίας» κατά τόν Clement. Μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου, καθώς τά σύνορα στήν Βυζαντινή Αὐτοκρατορία ὑποχωροῦσαν καί ἡ ἱεραποστολή προχωροῦσε πρός βορρᾶν, ἀναπτύχθηκε μιά ἰδιαίτερη δομή διοικήσεως ἡ λεγομένη «δομή κοινοπολιτείας» δηλαδή ἀναπτύχθηκαν «γύρω ἀπό τήν ἐπιβλητική μέσα στήν ἴδια της τήν κατάπτωση, Αὐτοκρατορία, καινούργια, πολιτικῶς ἀνεξάρτητα ἔθνη, ἀλλά πού οἱ Προκαθήμενοι τῶν εὐέλικτα αὐτόνομων Ἐκκλησιῶν τους ἐπικυρώνονταν, ἀκόμα καί ὁρίζονταν ἀπό τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη: πράγμα πού τούς ἐξασφάλιζε μιά πραγματική ἀνεξαρτησία ἀπέναντι στούς τοπικούς μονάρχες. Μέσα σ᾿ αὐτήν ἀκριβῶς τήν ἀτμόσφαιρα ἐμφανίσθηκαν στά Βαλκάνια οἱ πρῶτες "Αὐτοκεφαλίες" χωρίς ἐπιθετικότητα οὔτε κλείσιμο τῆς καθεμιᾶς στόν ἑαυτό της, ἀλληλεξαρτησίες μᾶλλον παρά ἀνεξαρτησίες».

Ὅμως, ἡ πραξικοπηματική ἀνακήρυξη τοῦ Αὐτοκεφάλου ἀπό τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος μέ τήν συνδρομή καί ἔμπνευση ξένων δυνάμεων, καθώς ἐπίσης καί ἡ μίμηση αὐτῆς τῆς μορφῆς Αὐτοκεφαλίας ἀπό τίς ἄλλες βαλκανικές χῶρες, κατά τό λουθηρανικό πρότυπο, «ἡ αὐτοκεφαλία δέν ἐννοεῖτο πιά ὡς ἀλληλεξάρτηση, ἀλλά ὡς πλήρης ἀνεξαρτησία. Ὁ πειρασμός πήγαινε πρός μιάν ἀπόλυτη αὐτοκεφαλαρχία».

Ἔτσι, λοιπόν, οἱ πολιτικές συνθῆκες ὁδήγησαν τήν Ἐκκλησία ἀπό τήν Αὐτοκεφαλία ὡς ἀλληλεξάρτηση μέ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, «στήν δομή τῆς κοινοπολιτείας», μέ κατάληξη τήν μορφή τῆς αὐτοκεφαλαρχίας, δηλαδή τῆς πλήρους ἀνεξαρτησίας, μέ τήν ἔννοια ὅτι τό ἔθνος προσδιορίζει τήν Ἐκκλησία. Ἡ Ἐκκλησία ἀπό Τοπική, βάσει τῶν ἱερῶν Κανόνων, γίνεται Ἐθνική Ἐκκλησία, Ἐκκλησία ἑνός συγκεκριμένου Ἔθνους-Κράτους.

Πρέπει νά παρατηρήσω ὅτι τήν διάκριση πού κάνει ὁ Clement μεταξύ αὐτοκεφαλίας καί αὐτοκεφαλαρχίας τήν ἀντιλαμβάνομαι μέ τήν ἔννοια ὅτι ὡς Αὐτοκεφαλία ἐννοεῖται ἡ αὐτοδιοίκηση σ᾿ ἕνα σύστημα ἀλληλεξαρτήσεως τῶν Ἐκκλησιῶν γιά τήν ἑνότητά τους, μέ τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη, ὡς δέ αὐτοκεφαλαρχία ἐννοεῖται μιά τάση ὄχι μόνον αὐτοδιοίκησης, ἀλλά καί ἀνεξαρτητοποίησης ἀπό τήν Πρωτόθρονη Ἐκκλησία καί μάλιστα τήν Μητέρα τους Ἐκκλησία. Καί ἀπό ὅ,τι γνωρίζουμε μιά τέτοια τάση καλλιεργήθηκε ἀπό τόν πανσλαυισμό μέ σαφῆ πρόθεση μειώσεως τοῦ κύρους τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἀλλά τό ἴδιο ἐπιδιώχθηκε καί ἀπό τούς ποικίλους ἐθνικισμούς. Καί ἀπό αὐτό γίνεται φανερό ὅτι δέχομαι τόν ὅρο Αὐτοκεφαλία μέσα ἀπό τήν ἐκκλησιολογική πρακτική, ὡς ἀλληλεξάρτηση καί ὄχι ὡς πλήρως ἀνεξάρτητη.

Σέ ἑπόμενο ἄρθρο μου θά παρουσιάσω τήν οὐσία καί τήν βάση τοῦ προβλήματος τῆς διαδικασίας χορηγήσεως τῆς Αὐτοκεφαλίας πού προκάλεσαν τά σύγχρονα γεγονότα. Κατά συνέπειαν, τά ὅσα γράφονται στό παρόν ἄρθρο εἶναι εἰσαγωγικά στό θέμα πού ἀπασχολεῖ αὐτόν τόν καιρό τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.

Τετάρτη 17 Οκτωβρίου 2018

π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ: Ὁ Μῦθος περὶ ξένων ἐπιδράσεων σὲ ἔργα τοῦ Ἅγιου Νικοδήμου Ἁγιορείτου Πρωτοπρεσβυτέρου π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ



Ὁ Μῦθος περὶ ξένων ἐπιδράσεων σὲ ἔργα τοῦ Ἅγιου Νικοδήμου ἉγιορείτουὉ λόγος γιά τήν χρήση δυτικῶν πηγῶν ἀπό τόν ἃγιο Νικόδημο, παλαιότερα τουλάχιστον, ἦταν εὐρύτατος. Συνεχίζεται δέ καί σήμερα ἀπό ἐκείνους, πού δέν παρακολουθοῦν τήν πορεία τῆς ἐπιστημονικῆς ἒρευνας καί ἀγνοοῦν τά νεώτερα πορίσματά της. Ὑπάρχουν ὃμως καί ἐκεῖνοι, πού παρασύρονται ἀπό τήν γλώσσα τοῦ Ἁγίου καί καταλήγουν σέ ἀνέρειστα συμπεράσματα. Τό κρίσιμο ὃμως ἐρώτημα σ’ αὐτή τήν προβληματική εἶναι, πῶς ὁ συγγραφέας τοῦ «Συμβουλευτικοῦ Ἐγχειριδίου», τῆς «Νέας Κλίμακος» καί ἐκδότης τῆς «Φιλοκαλίας» ἦταν δυνατόν νά χρησιμοποιεῖ δυτικά πρότυπα. Δυτικές ἐπιδράσεις στόν ἃγιο Νικόδημο δέχθηκε καί ἓνας ἀπό τούς ἐγκυρότερους ἐρευνητές του, ὁ γερμανός ἰησουϊτης Gerhard Podskalky [1], ἀπό τόν ὁποῖο ἒχουν ἐπηρεαστεῖ καί Ἓλληνες συγγραφεῖς.

1. Γίνεται λόγος γιά ἒμμεσες ἐπιδράσεις στόν ἃγιο Νικόδημο, μέ ἀναφορά στά ἒργα του «Ἐξομολογητάριον» (1794) καί «Χρηστοήθεια» (1803)[2]. Στή διάρκεια τῆς δουλείας κυκλοφοροῦσαν διάφορα «Ἐξομολογητάρια» (Ὁδηγός Έξομολόγου καί Ἐξομολογουμένου), Ἑλληνικά καί Ξένα [3]. Στά δεύτερα ἀνῆκαν καί τά μεταφρασμένα ἀπό τά ἰταλικά ἒργα τοῦ Paolo Segneri «Ὁ Μετανοῶν διδασκόμενος» [4] καί «Ὁ Πνευματικός διδασκόμενος»[5], πού θεωρήθηκαν ὡς πηγή τοῦ Νικοδήμου. Ἀναδύεται ὃμως τό κρίσιμο ἐρώτημα: Τὀ «Ἐξομολογητάριον» συνετάχθη μετά τήν ἐνασχόληση τοῦ Νικοδήμου μέ τά συγγράμματα τοῦ ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου [6], ἂρα σέ κλίμα καθαρά ἡσυχαστικό-φιλοκαλικό, στό ὁποῖο μόνιμα ἐκινεῖτο ὁ Ἃγιος. Γιατί, λοιπόν, νά καταφύγει σέ παπικῆς προελεύσεως πηγές;

2. Γίνεται ὃμως λόγος καί γιά ἂμεσες ἐπιδρἀσεις, σχετικά με τά ἒργα τοῦ Νικοδήμου «Ἀόρατος Πόλεμος» (1795) [7] καί «Γυμνάσματα Πνευματικά» (1800) [8], πού θεωροῦνται ἀντιγραφή ὁμοτίτλων δυτικῶν προτύπων. Ἡ περί ἰταλικῶν προτύπων ἐκδοχή, τά ὁποῖα μάλιστα ἐπέλεξε ὁ ἲδιος ὁ Νικόδημος, ὁδήγησε σέ τερατώδεις ὑποθέσεις στό παρελθόν. Ἡ θέση ὃμως αὐτή ἒχει πιά ξεπεραστεῖ. Αὐτό δέ ὀφείλεται στήν ὁριακή παρέμβαση τοῦ ἒγκριτου ἱστορικοῦ-φιλολόγου κ. Ἐμμανουήλ Φραγκίσκου [9], ὁ ὁποῖος ἐξέτασε ἐκτενῶς τό πρόβλημα, καταλήγοντας στό συμπέρασμα, ὃτι «ἡ σχηματισμένη ὣς τώρα εἰκόνα γιά τή σχέση τοῦ Νικοδήμου Ἁγιορείτη μέ κείμενα τῶν Scupoli καί Pinamonti καί πέρα ἀπό αὐτό, γιά τήν ἐπίδραση τοῦ καθολικισμοῦ στό ἒργο του, ἒρχεται νἀ ἀλλάξει ριζικά. Εἶναι φανερό, ὃτι ἡ σχέση αὐτή ὑπῆρξε τελικά ἒμμεση [10]. Ἀλλά καί τό ἐπίθετο «ἒμμεση» ἒχει τήν ἐξήγησή του.

Πρῶτο σημαντικό δεδομένο εἶναι ὃτι ὁ Ἃγιος δέν γνώριζε ἰταλικά. Τά δύο ἰταλικά ἒργα μεταφράστηκαν στά ἑλληνικά ἀπό τόν «καγκελλάριο»-Γραμματέα τῆς Κοινότητας τῆς Πάτμου, Ἐμμανουήλ ἢ Μανουήλ Ρωμανίτη, κριτικῆς καταγωγῆς, πού πέθανε μετά τό 1758 ἢ 1762.Ὁ Ἃγιος Μακάριος (1741-1805), ἐκ τῶν πρωταγωνιστῶν τῆς Κολλυβαδικῆς Ὁμάδος καί «ἐργοδιώκτης» τοῦ ἁγίου Νικοδήμου, βρίσκοντας ἐνδιαφέροντα, ἀπό πλευρᾶς θεμάτων, τά ἒργα αὐτά, θεώρησε καλό νά δώσει ἀντίγραφα τῶν μεταφράσεων τοῦ Ρωμανίτη στόν Νικόδημο, ὡς ταλαντοῦχο Θεολόγο τοῦ Κολλυβαδικοῦ Κινήματος [11], γιά νά ἐμπνευσθεῖ ἀνάλογες συγγραφές γιά τό Ὀρθόδοξο Πλήρωμα.

Ὁ Νικόδημος, παίρνοντας ἀφορμή ἀπό τίς μεταφράσεις τοῦ Ρωμανίτη, συνέγραψε τά ὁμότιτλα ἒργα του, κατά πολύ ἐκτενέστερα τῶν μεταφράσεων, καί τό σημαντικότερο προσφέροντας στή θέση ἐκείνων ἒργα ὀρθόδοξα. Ὃ,τι προσλαμβάνει ἀπό τόν Ρωμανίτη ὀρθοδοξοποιεῖται, φέροντας τήν σφραγίδα τῆς πατερικότητας, διότι πάντα καταφεύγει σέ πατερικές πηγές [12]. Τό «’Εξομολογητάριον» λ.χ. στηρίζεται ἰδιαίτερα στούς 38 Κανόνες τοῦ πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ἰωάννου Δ΄ τοῦ Νηστευτοῦ (+595) [13] καί στά 17 Ἐπιτίμιά του, πού εἶχαν σωθεῖ σέ ἁγιορείτικα χειρόγραφα. Τὀ πολυσχολιαζόμενο ὃμως σχολαστικό ὓφος τοῦ ἒργου τοῦ Νικοδήμου δέν ὀφείλεται τόσο στή δυτική ἐπίδραση, κάτι πού ἦταν σύμπτωμα γενικότερα τῆς ἐποχῆς, ὃσο στό ἒργο τοῦ Ἰωάννου Νηστευτοῦ, πού ἐπηρέαζε τήν ὀρθόδοξη ποιμαντική πράξη, κυρίως δέ στή διάρκεια τῆς δουλείας.

3. Ἂς ἒλθουμε ὃμως εἰδικότερα στή γλώσσα τοῦ Νικοδήμου. Ἒχουν διατυπωθεῖ δύο θέσεις, ἡ μία τοῦ π. Θεοκλήτου Διονυσιάτη [14] καί ἡ ἂλλη τοῦ Καθηγητῆ Χρήστου Γιανναρᾶ [15], διαμετρικά ἀντίθετες μεταξύ τους. Γιά τόν ἁγιορείτη Μοναχό ὁ Νικόδημος εἶναι «ἐξομολόγος, οὗτινος τό τάλαντον σπανιώτατον», «δεινός ἑρμηνευτής Ἐπιτιμίων τῶν ἱερῶν Κανόνων, πατρικώτατος κῆρυξ τῆς μετανοίας, γλυκύς καί κατανυκτικός ἐν τῇ ἀναπτύξει τοῦ περί μετανοίας, ἐξομολογήσεως καί συγγνώμης μυστηρίου» [15]. Ὁ κ. Γιανναρᾶς, ἀντίθετα, ὑποστηρίζει ὃτι ὁ Ἃγιος συντελεῖ στό «νά διαρρηγνύει (πλῆθος ἀνθρώπων) τή σχέση του μέ τήν Ἐκκλησία, ὓστερα ἀπό μία καί μόνη ἒστω ἐμπειρία τραυματικῆς ἐξομολογήσεως μέ τίς προδιαγραφές τῆς δικανικῆς συναλλαγῆς». Ὁ Θεός τοῦ Αὐγουστίνου –συνεχίζει- τοῦ Ἀνσέλμου καί τοῦ Νικοδήμου, ὁ τρομοκράτης Θεός τῶν σαδιστικῶν ἀπαιτήσεων δικαιοσύνης δέν ἐνδιαφέρει τόν ἂνθρωπον» [16].

Ἡ γλώσσα τοῦ ἁγίου Νικοδήμου χαρακτηρίζεται σχολαστική καί εὐσεβιστική, κάτι πού σέ μεγάλο βαθμό εἶναι αἰσθητό. Ὁ ἱστορικός ἀναχρονισμός ὃμως, ἡ ἀντιμετώπιση δηλαδή μέ σημερινά κριτήρια θεμάτων τοῦ παρελθόντος, δέν ὁδηγεῖ σέ ὀρθά συμπεράσματα. Τά ἒργα τοῦ ἁγίου Νικοδήμου εἶναι καί αὐτά τέκνα τῆς ἐποχῆς τους, γλωσσικά καί ὑφολογικά. Δέν παύουν ὃμως νά εἶναι πνευματικά καί ποιμαντικά. Ὁ Ἃγιος καταφεύγει στόν Ἰωάννη Νηστευτή, πού ἒδωσε ἓνα νέο μέτρο στήν διαδικασία τῆς Μετανοίας, συντομεύοντας τήν διάρκεια τῆς ἀποχῆς ἀπό τό Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας καί τονίζοντας περισσότερο τόν ἀσκητικό κανόνα.

Αὐτό προβάλλει καί ὁ Νικόδημος γιά νά βοηθήσει τούς πιστούς, ὣστε νά μή ἀπομακρυνθοῦν καί ἀποκοποῦν ἀπό τό Μυστήριο. Ἂλλες οἱ προϋποθέσεις τῆς χριστιανικῆς ἀρχαιότητας μέ τίς τάξεις τῶν «μετανοούντων» καί «προσκλαιόντων», καί ἂλλες ἐκεῖνες τῆς ἐποχῆς τοῦ Νικοδήμου. Προσφέρει, συνεπῶς τήν ποιμαντική τῆς πατερικῆς παράδοσης μέ τά μέσα τῆς ἐποχῆς του. Ἂλλωστε, ἀπευθύνεται στό εὐρύ λαϊκό στρῶμα, λαμβάνοντας ὑπόψει τήν δεκτικότητά του. Κάτι ἀναλογο γίνεται καί σήμερα. Ἡ άποκρουστική γιά κάποιους «περιπτωσιολογία» τοῦ Νηστευτῆ καί τοῦ Νικοδήμου βοηθεῖ τόν ἐλάχιστα κατηχημένο πιστό νά ἀντιληφθεῖ τίς διαστάσεις καί τήν δυναμική τῆς ἁμαρτίας. Αὐτό τό ἀντιμετωπίζουμε ὡς Κληρικοί καί σήμερα.

Ἡ πνευματική δέ κατάσταση τότε τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ ἦταν πολύ χαμηλή, ὃπως ἀναπτύσσει ὁ Ἃγιος στήν «Χρηστοήθεια». Δέν χάνεται ὃμως ἡ πατερική προοπτική στήν ποιμαντική τοῦ Νικοδήμου. Καί συγκεκριμένα: Ὁ ὃρος «ἱκανοποίηση» (Satisfactio τοῦ Ἀνσέλμου, +1109) [17] ἀπαντᾶ συχνά στόν Νικόδημο καί γι’ αὐτό παρασύρει σέ ἀκρισίες. Ἡ συστηματική ὃμως μελέτη τῶν κειμένων του ἀποδεικνύει, ὃτι ὁ ὃρος αὐτός δέν σημαίνει τήν «ἐκδικητική διάθεση κάποιου ἂτεγκτου Θεοῦ», ἀλλά συνδέεται μέ τόν «Κανόνα» τοῦ μετανοοῦντος καί τήν ἐκπλήρωσή του. Ὁ ὃρος «ἱκανοποίηση» δέν ἀναφέρεται σέ κάποια «σαδιστική αὐθεντία», ἀλλά δηλώνει τήν «εύαρέστηση» καί τήν «χαρά» τοῦ Θεοῦ ὡς «ἰατροῦ τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων ἡμῶν» [18] γιά τήν λήψη τῶν πνευματικῶν φαρμάκων ἀπό τόν μετανοοῦντα. Τήν ἀποδοχή, δηλαδή, καί ἐκτέλεση τῆς συνταγῆς τοῦ θεράποντος ἰατροῦ του, τοῦ Πνευματικοῦ, καί στήν οὐσία τοῦ Θεοῦ.

Ἡ δυτική «Satisfactio» δηλώνει τήν ἐκδικητική καί τιμωρητική στάση τοῦ Θεοῦ ἀπέναντι στόν ἁμαρτωλό γιά τήν τρωθεῖσα ἀξιοπρέπειά του. Στόν Νικόδημο, ἀντίθετα, εἶναι ἡ φανέρωση τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ καί εὐαρέστησής του γιά τή θεραπεία τοῦ τέκνου του. Ταυτίζεται, ἒτσι, μέ τούς ὃρους εὐαρεστεῖν καί εὐαρέστηση, κατά τό Ἑβρ. 11,5-6 [19]: «χωρίς τῆς πίστεως (τῆς πλήρους δηλαδή παραδόσεως τοῦ ἀνθρώπου στόν Θεό) ἀδύνατον εὐαρεστῆσαι». (Πρβλ. Ρωμ. 14, 18). Ἡ Ἱκανοποίηση» δέ κατά τόν Νικόδημο εἶναι διπλῆ, σωματική καί πνευματική. Σωματική εἶναι ἡ νηστεία, οἱ γονυκλισίες, ἡ ἐλεημοσύνη. Πνευματική δέ ἡ «κατανυκτική προσευχή» (ἡ «Εὐχή»).

Ἡ σχέση, λοιπόν, τοῦ Νικοδήμου μέ τήν δυτική δικανική θεωρία εἶναι μόνο λεκτική καί αὐτό κατ’ ἀνάγκη, διότι οἱ ὃροι αὐτοί εἶχαν εἰσέλθει στό λεξιλόγιο τῶν Ἑλλήνων. Καί εἶναι γεγονός ὃτι στά κείμενά του ἀπαντοῦν φράσεις, ὃπως «ἂπειρος ὓβρις», «ἂπειρος πληρωμή», «ὀργή τοῦ Θεοῦ». Ἒχουν ὃμως ὀρθόδοξο νόημα. Ἂν ἀπομονωθοῦν, νοοῦνται δικανικά, ἀνατρέποντας τήν λειτουργία τῆς θείας ἀγάπης, κατά τά Ἰω. 3,16 καί Ρωμ. 5,8, τήν ὁποία ὃμως ὑπονοεῖ πάντοτε ὁ Νικόδημος. Ὁ Θεός τοῦ Νικοδήμου δέν εἶναι ἂτεγκτος κριτής, προβολή τῶν ἡγεμόνων τῆς φραγκικῆς φεουδαρχίας, ἀλλά Πατέρας πλήρης οἰκτιρμῶν καί φιλανθρωπίας. Ὁ στόχος τοῦ Νικοδήμου εἶναι νά μισήσει ὁ ἂνθρωπος καί νά σιχαθεῖ τήν ἁμαρτία, καί τό «μοτίβο» τῆς «προσβολῆς» τοῦ Θεοῦ εἶναι πολύ βοηθητικό σ’ αὐτή τήν κατεύθυνση. Ἡ χρήση, ἐξ ἂλλου, τῶν κανόνων τοῦ Νηστευτοῦ στοχεύει στό νά βοηθηθεῖ ὁ πιστός νά συλλάβει τήν ἒκταση καί πολυπλοκότητα τῆς ἁμαρτίας καί τήν βαρύτητά της ὡς ψυχικῆς ἀσθενείας. Ὁ Νηστευτής στά ἐπιτίμιά του εἶναι ἐπιεικέστερος καί λέγει ὁ Νικόδημος: «Σέ ἐκανόνισα κατά τόν συγκαταβατικόν Νηστευτήν», συμπληρώνοντας ὃμως: «Τόν ὁποῖον ἐδέχθη καί δέχεται ὃλη κοινῶς ἡ Ἐκκλησία τῶν Ὀρθοδόξων». Τά ἐπιτίμια κατά τόν Νικόδημο εἶναι «φάρμακα» γιά τήν θεραπεία τοῦ πιστοῦ. Καί, ὃπως γράφει, οἱ Πνευματικοί εἶναι «οἱ ἰατροί ἐκεῖνοι καί πανδοχεῖς, τούς ὁποίους ἐκατάστησεν ὁ Θεός εἰς τό Πανδοχεῖον τῆς Ἐκκλησίας, διά νά ἐπιμελῶνται τούς ἀσθενεῖς, ἢτοι τούς ἁμαρτωλούς ἐκείνους, πού πληγώνονται ἀπό τούς νοητούς ληστάς, δαίμονας» [20].

Τό ἲδιο πνεῦμα διέπει καί τή χρήση καί τῶν ἂλλων σχολαστικῶν ὃρων. Ὁ ὃρος «ἐξιλέωσις» σημαίνει ὃτι καλεῖται ὁ ἂνθρωπος νά γίνει δεκτικός τοῦ θείου ἐλέους καί ἒτσι δεκτός ἀπό τόν Θεό μέ τόν πνευματικό του ἀγώνα. Τό πρόβλημα, συνεπῶς, βρίσκεται στόν ἂνθρωπο καί ὂχι στόν Θεό [21]. Ὁ Θεός τοῦ Νικοδήμου εἶναι πάντα ἳλεως, συγκαταβατικός καί σπλαγχνικός. Στόν δυτικό νομικισμό ὁ ἁμαρτωλός στέκεται «μόνος καί ἒνοχος ἀπέναντι σέ ἓναν ἀμείλικτο δικαιοκρίτη καί τιμωρό Θεό, πού διψάει ἀκόρεστα ἱκανοποίηση, τῆς προσβεβλημένης ἀπό τήν ἀνθρώπινη ἁμαρτία δικαιοσύνης του» [22]. Ὁ Θεός ἐκεῖ ἀπαιτεῖ «τήν τιμωρία τοῦ ἁμαρτωλοῦ», κινούμενος ἀπό τή «σαδιστική ἀμετρία τοῦ πληγωμένου ἐγωϊσμοῦ του» [23]. Τά έπιτίμια, ἒτσι, εἶναι στή Δύση ποινές, τό λύτρο πού «πρέπει νά πληρώσει ὁ ἁμαρτωλός» [24].

Οὐδεμία σχέση ἒχει μ’ αὐτά ἡ ποιμαντική τοῦ Νικοδήμου. Ἡ γλώσσα τοῦ Ἐξομολογηταρίου εἶναι ἡ συνήθης γλώσσα τῆς ἐποχῆς, ἡ σημαντική της ὃμως εἶναι πατερική. Ὁ Νικόδημος, ὃπως πιστεύουμε, θέλει νά ἐντάξει στό ὀρθόδοξο πλαίσιο τίς ἐπικρατοῦσες στήν ἐποχή του ἀπόψεις, «συνδυάζοντας τίς ὑπάρχουσες τάσεις» [25]. Μερικά παραδείγματα: Λέγει ὁ Νικόδημος, ὃτι ἡ ἁμαρτία «βεβηλώνει» τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ καί «ὑβρίζει» τήν Χάρη Του. Ἀναπαράγει ὃμως τό Ἑβρ. 10,29: «Πόσῳ δοκεῖτε χείρονος ἀξιωθήσεται τιμωρίας ὁ τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ καταπατήσας καί τό αἷμα τῆς διαθήκης κοινόν ἡγησάμενος καί τό πνεῦμα τῆς χάριτος ἐνυβρίσας»; Γράφοντας γιά τήν ἁμαρτία, ὃτι συγχωρεῖται «μέ τήν ἂπειρον ἱκανοποίησιν» τῆς θυσίας τοῦ Χριστοῦ, ἀποδίδει πιστά τό Τίτ. 3,5: «Οὐκ ἐξ ἒργων τῶν ἐν δικαιοσύνῃ, ἃ ἐποιήσαμεν ἡμεῖς, ἀλλά κατά τό αὐτοῦ ἒλεος ἒσωσεν ἡμᾶς διά λουτροῦ παλιγγενεσίας». (Πρβλ. Α΄ Ἰω. 1,7).

Οἱ ὃροι ἐπίσης «τιμωρία», «ἐχθρός τοῦ Θεοῦ», «ὀργή τοῦ Θεοῦ», «ἒνοχος», εἶναι στόν Νικόδημο ἀπαλλαγμένοι ἀπό κάθε δικανική σημασία. Τό ὑπόβαθρό του εἶναι πάντα ἁγιογραφικό καί πατερικό. Παραπέμπει λ.χ. στόν ἃγιο Γρηγόριο Νύσσης: «Ὣσπερ τόν μισθόν λήψεται, καθώς φησίν ὁ Ἀπόστολος (πρβλ.Α΄Κορ. 3,3), κατά τόν ἲδιον κόπον ἓκαστος, οὓτω πάντως καί τήν τιμωρίαν ἐπί τῶν κατά δύναμιν πόνων ὀλιγωρίᾳ» [26]. Ἀλλά καί ὁ ἱ. Χρυσόστομος διδάσκει: «Τούτους καί ἡμεῖς μάθωμεν τῆς φιλανθρωπίας τούς νόμους... Καί γάρ ἳππον, ἂν ἴδῃς κατά κρημνόν φερόμενον, χαλινόν ἐμβάλλεις, καί ἀναχαιτίζεις μετά σφοδρότητος, καί μαστίζεις πολλάκις, καίτοι γε τοῦτο κόλασίς ἐστιν. Ἀλλ’ ἡ κόλασις αὓτη σωτηρίας μήτηρ ἐστί. Οὓτω καί ἐπί τῶν ἁμαρτανόντων ποίησον’ δῆσον τόν πλημμελήσαντα, ἓως ἂν ἐξιλεώσῃ τόν Θεόν, μή ἀφῆς λελυμένον, ἳνα μή πλέον δεθῇ τῇ τοῦ Θεοῦ ὀργῇ... Μή ὠμότητος νόμιζε τό τοιοῦτο καί ἀπανθρωπίας, ἀλλά τῆς ἂκρας ἡμερότητος καί ἀρίστης ἰατρείας καί πολλῆς κηδεμονίας» [27]. Αὐτή εἶναι ἡ ποιμαντική θεραπευτική τῆς αὐθεντικῆς χριστιανικότητας, καί αὐτῆς τῆς παράδοσης εἶναι φορέας καί ὁ Νικόδημος.

Δύο λόγια μόνο καί γιά τήν «Χρηστοήθεια» [28]. Ἀντιμετωπίσθηκε ὃπως τό Ἐξομολογητάριο, μέ βάση τά ἰσχύοντα στή σχολαστική Δύση. Καί στήν περίπτωση αὐτή πάλι συγκρούονται οἱ Φιλοσοφοῦντες καί Μεταφυσικοί μέ τούς ἐντεταγμένους στήν πατερική παράδοση τῆς ἂσκησης καί κάθαρσης.

Π.χ. ὁ Ἰησουΐτης Podskalsky [29] δείχνει τοὐλάχιστον ἒκπληξη, ὃταν λέγει ὁ Νικόδημος, ὃτι ὁ Χριστός «δέν ἐγέλασε ποτέ» [30]. Ὁ Νικόδημος ὃμως ἂλλα ἐννοεῖ. Ὁ Χριστός δέν ἐκάγχασε, διακωμωδώντας τόν συνάνθρωπο. Γράφει ὁ Νικόδημος: «Ἐντραπῆτε, ἀδελφοί, ἀπό τήν ζωήν καί τό παράδειγμα, ὃπου μᾶς ἀφῆκεν ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, διότι αὐτός εἰς ὃλην τήν περίοδον τῆς ἐπί γῆς αὐτοῦ πολιτείας δέν φαίνεται εἰς κανέν μέρος τῶν ἁγίων Εὐαγγελίων γεγραμμένον ὃτι ἐγέλασε». Παραπέμπει ὃμως εἰς τόν Μ. Βασίλειον: «Κατά τόν Μέγαν Βασίλειον λέγοντα καί ὁ Κύριος, τά μέν ἀναγκαῖα (=ἀδιάβλητα) πάθη τῆς σαρκός ὑπομείνας φαίνεται..., γέλωτα δέ μηδαμοῦ παραδεξάμενος, ὃσον ἐκ τῆς τῶν Εὐαγγελίων ἱστορίας» [31]. Συνεχίζει δέ ὁ Νικόδημος: «Τούς δέ γελῶντας, ἐξ ἐναντίας, ἐταλάνισε καί ἐθρήνησεν εἰπών΄ οὐαί ὑμῖν οἱ γελῶντες νῦν, ὃτι πενθήσετε καί κλαύσετε» (Λουκ. 6,25). Ὁ Χριστός, συμπληρώνει, μολονότι ἀναμάρτητος, ἒκλαυσε, ἐνῶ ἡμεῖς πού εἴμαστε ἁμαρτωλοί γελᾶμε».

«Εἰ δέ Χριστός, συνεχίζει, δέν ἐχοράτευεν, οὒτε ἐγέλασε ποτέ εἰς ὃλην του τήν ζωήν, πῶς ἐσεῖς ἀσύνετοι δέν ἐντρέπεσθε νά γελᾶτε καί νά χορατεύετε;». Πάλιν ὃμως παραπέμπει στόν Χρυσόστομο [32]. Οἱ γέλωτες πού καυτηριάζει ὁ Νικόδημος πατερικά, εἶναι ἡ «εὐτραπελία», οἱ «χορατάδες», κ.τ.λ.[33]. Eἶναι οἱ γέλωτες, πού προέρχονται ἀπό μία μή καθαρμένη καρδία. Προτρέπει ὃμως νά γελᾶ ὁ χρστιανός, ἀλλά χωρίς νά εὐτελίζει τόν ἂλλο. Γράφει: «Καί τοῦτο δέ τό χαμόγελο νά τό κάμνετε, γιά νά δείξετε μέ αὐτό τήν χαροποιάν διάθεσιν τῆς καρδίας σας καί νά πληρώσετε τό γεγραμμένον ἐκεῖνο, ὃτι ΄καρδίας εὐφραινομένης πρόσωπον θάλλει΄» (Παρ. 15,14) [34].

Ὁ Νικόδημος θέλει νά δείξει, ὃτι ὃποιος δέν συμπεριφέρεται φυσικά καί ἀβίαστα κατ’ αὐτόν τόν τρόπο, ἀποδεικνύει ὃτι δέν ἒχει φθάσει ἀκόμη στό ἐν Χριστῷ ἦθος καί συνεπῶς καλεῖται νά συνειδητοποιήσει τό ἒλλειμμά του. Ἡ πατερικὀτητα τοῦ Νικοδήμου φαίνεται καί ἀπό τό ὃτι καταγράφει καί τήν πατερική ἑρμηνεία τῶν ὃρων «γέλως» καί «γελῶ», ἐπικαλούμενος τόν Μ. Βασίλειο: «Τά ὀνόματα ταῦτα δηλοῦσιν ὂχι τόν καγχασμόν τοῦτον καί ἀπαίδευτον γέλωτα, ἀλλά τήν χαράν τῆς ψυχῆς καί φαιδράν διάθεσιν» [35].

Ὃλα αὐτά ὃμως ἀποκαλύπτουν τό πόσο πρόχειρα καί ἐπιφανειακά ἀντιμετωπίζεται ὁ Ἃγιος Νικόδημος, ὁ ὁποῖος δέν προσφέρει ἠθικολογικές ἐντολές, ἀλλά προσπαθεῖ νά ὁδηγήσει στό ἐν Χριστῷ ἦθος, πού εἶναι ὁ καρπός τοῦ ἐνοικοῦντος στόν ἀληθινό Χριστιανό ἁγίου Πνεύματος (Γαλ. 5,22).

Γεγονὸς καὶ Σχόλιο: Κακοποίηση καί σιωπή-ΙΕΡΟΘΕΟΣ ΒΛΑΧΟΣ



Μέ τίτλο «οἱ ἱερεῖς βίαζαν, ἡ Ἐκκλησία σιωποῦσε» δημοσιοποιήθηκε ἕνα κείμενο πολύ ἀποκαλυπτικό γιά «σεξουαλικές κακοποιήσεις ἀνηλίκων», γιά δεκαετίες «πάνω ἀπό 300 ἱερωμένους» Ρωμαιοκαθολικούς, καί τά θύματά τους ἦταν πάνω ἀπό 1.000 (Τά ΝΕΑ, 16-8-2018).

Πρόκειται γιά ἀποτελέσματα πού καταγράφησαν σέ μιά ἔκθεση πού μελέτησε 300 φακέλους, πού ἔγινε ἀπό «ἕνα σῶμα ἐνόρκων τῆς ἀμερικανικῆς Πολιτείας» στήν Πενσιλβάνια. Αὐτό ἀναφέρεται σέ «ἐπισκόπους, ἀρχιεπισκόπους, καρδιναλίους. Ἀπό ὅλους αὐτούς μόνον σέ δύο ἀσκήθηκαν διώξεις, ἀφοῦ τῶν ἄλλων ἔχουν παραγραφεῖ, λόγῳ χρόνου ἤ θανάτου».

Τό πλέον ἐκπληκτικό πού ἀπεκάλυψε ἡ ἔρευνα εἶναι ὅτι μέχρι τώρα ὅσοι διέπραξαν τέτοια ἐγκλήματα σέ παιδιά, ἀγόρια καί κορίτσια, «τυγχάνουν ὑψηλῆς προστασίας», «ἔπαιρναν μετάθεση χωρίς ἐξήγηση», πού σημαίνει ὅτι ἐξακολουθοῦσαν νά πράττουν τά ἴδια σέ ἄλλες περιοχές, εἴτε προάγονταν.

Γενικά οἱ προϊστάμενοί τους σιωποῦσαν καί κάλυπταν αὐτά τά ἐγκλήματα. Ὑπῆρξε δέ καί περίπτωση πού κάποιος Ρωμαιοκαθολικός ἱερέας κακοποίησε δεκαπέντε παιδιά, μεταξύ τῶν ὁποίων καί ἕνα ὀκτάχρονο ἀγόρι, καί ὅμως «δέχθηκε συγχαρητήρια ἀπό τόν ἐπίσκοπό του γιά τήν "πρόοδο" πού σημείωσε στόν ἔλεγχο τοῦ "ἐθισμοῦ" του», προφανῶς προηγουμένως κακοποιοῦσε περισσότερα παιδιά.

Ὅλα αὐτά τά περιστατικά εἶναι ὄντως τραγικά. Τό ἐρώτημα εἶναι γιατί τά γράφω. Κυρίως γιά τρεῖς λόγους.

Ὁ πρῶτος λόγος, γιατί οἱ Ρωμαιοκαθολικοί ἔχουν ἀποδεσμευθῆ τελείως ἀπό τήν ἡσυχαστική παράδοση, πού ἀποβλέπει στήν θεραπεία τῶν παθῶν καί τοῦ ἐσκοτισμένου νοῦ. Ἔτσι, στίς Ἱερατικές Σχολές διδάσκουν λογικοκρατία, ἠθικισμό, ψυχολογισμό. Πῶς μπορεῖ κανείς νά θεραπεύση τό λογιστικό, κυρίως ὅμως τό παθητικό μέρος τῆς ψυχῆς;

Ὁ δεύτερος λόγος εἶναι ὅτι, δυστυχῶς, καί πολλοί Ὀρθόδοξοι Κληρικοί παραθεωροῦν ὅλο τό θεραπευτικό σύστημα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὅπως ἐκφράζεται στήν Φιλοκαλία τῶν Ἱερῶν Νηπτικῶν, καί τήν ἡσυχαστική παράδοση τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, πού μεταμορφώνει τό γνωμικό θέλημα σέ φυσικό θέλημα, καί διδάσκουν τά περί τῆς «ἐλευθερίας τοῦ προσώπου», τά περί τῶν «ἀτομικῶν δικαιωμάτων», τήν παραθεώρηση τῶν ἱερῶν κανόνων τῆς Ἐκκλησίας.

Καί ὁ τρίτος λόγος εἶναι ὅτι, δυστυχῶς, μερικοί Ἐπίσκοποι δέν ἐξετάζουν ἐπιμελῶς τούς προσερχομένους ὑποψηφίους γιά τήν Ἱερωσύνη, μέ ἀποτέλεσμα νά ἐκδηλώνωνται πολλά πάθη, κατά τήν ἐξάσκηση τῆς ἱερατικῆς διακονίας. Καί στήν συνέχεια σέ ἀποδεδειγμένες ἐκτροπές ἐπιδεικνύεται ὑπερβολική ἐπιείκεια, ἡ ὁποία ἑρμηνεύεται ποικιλοτρόπως.

Ἡ Ἐκκλησία δέν πρέπει νά καλύπτη καί νά σιωπᾶ σέ τέτοιες ἀπαράδεκτες συμπεριφορές, ὅταν κακοποιοῦνται παιδιά, καί ἀκόμη ὅταν κακοποιῆται τό κανονικό δίκαιό της.

Ν.Ι.

Γεγονότα καὶ Σχόλια: Ποιμαντικές ἰδιορρυθμίες - Ἡ εἰρήνη τῆς ἀγάπης Ποιμαντικές ἰδιορρυθμίες


Ὅλο τό νόημα τῆς καθημερινότητας συνοψίζεται, ἀπό πολλούς στίς μέρες μας, στό νά αἰσθάνεται κανείς καλά μέ τόν ἑαυτό του, νά μήν αἰσθάνεται ἐνοχές καί τύψεις, νά μήν ἐνοχοποιῆ τίς ἐπιθυμίες του, οὔτε τούς θυμούς του, νά μή λυπᾶται γενικά γιά τά πάθη του, ἀλλά νά ἀποδέχεται μέ εἰλικρίνεια τόν ἑαυτό του. Στάση ζωῆς πού ἐνισχύεται ἀπό τήν κοσμική τηλεοπτική ψυχοθεραπεία ἐλαφρῶν ἐκπομπῶν, ἡ ὁποία ὅμως πέρασε (καί ἔχει πέραση) καί σέ μιά ἰδιόμορφη διαδικτυακή ποιμαντική, ἰδιωτικῆς πρωτοβουλίας, ἰδιόρρυθμων ποιμένων.

Τό συνθετικό «ἴδιο» στίς παραπάνω λέξεις παραπέμπει στήν ἰδιοτέλεια τῆς ἐγωκεντρικῆς ἀγάπης, ἡ ὁποία ἐκμεταλλευόμενη ἀκόμη καί τήν δημόσια ἐξομολόγηση, δέν ἀλλάζει, δέν μετανοεῖ, ἀλλά ἐπιχειρεῖ νά κάνῃ ἀποδεκτή, ὅπως εἶναι, τήν κατάσταση τῆς ἀνθρώπινης ἀνομίας. Ἄλλωστε… «οὐδείς καθαρός ἀπό ρύπου», ὅπως λέγεται στήν τρίτη εὐχή τῆς Πεντηκοστῆς. Ὅμως στήν ἐν λόγῳ εὐχή ἡ πρόταση συμπληρώνεται μέ τό «ἐνώπιόν σου». Ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι κανείς καθαρός ἀπό ρύπου κι αὐτό γεννᾶ προσευχή μετανοίας.

Πάντως, ἡ διαδικτυακή ἰδιόρρυθμη ποιμαντική, μέ πολύ «γλυκύτητα», «ἐξομολογητικότητα» καί ἐπιδεικτική συγκαταβατικότητα στίς ἀνθρώπινες ἀδυναμίες, βγάζει τούς ἀνθρώπους ἔξω ἀπό τόν κυρίως Ναό τῆς Ἐκκλησίας, στόν Νάρθηκα ἤ τόν αὐλόγυρό της, δημιουργώντας τους ταυτόχρονα τήν αἴσθηση ὅτι εἶναι αὐθεντικοί Χριστιανοί καί ὄχι κίβδηλοι εὐσεβιστές καί νομικιστές. Ἔσχατοι χρόνοι…

Αὐτή ἡ ποιμαντική ἐκτροπή, ὅμως, ἐκπέμπει καί ἕνα σημαντικό μήνυμα: ἡ εὔκολη ἀποδοχή της ἀπό πολύ λαό, δείχνει, σέ ὅλους τούς ποιμένες, τήν ἀνάγκη πού ἔχουν οἱ σύγχρονοι ἄνθρωποι νά τούς ἀγγίζῃ ὁ θεραπευτικός λόγος τῆς Ἐκκλησίας στίς πιό κρυφές πληγές τῆς ψυχῆς τους μέ διάκριση καί ἀγάπη, ὥστε μέ ἐπίγνωση, ταπείνωση καί ἐλπίδα νά λαμβάνουν δύναμη γιά τήν ἑκούσια ἄρση τοῦ σταυροῦ τῆς μετανοίας τους.
Ἡ εἰρήνη τῆς ἀγάπης

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἔλεγε ὅτι αὐτός πού φέρει τήν ἱερωσύνη τοῦ Χριστοῦ καί καθοδηγεῖ λαό πρέπει νά εἶναι μέσα στόν κόσμο καί ταυτόχρονα ἔξω ἀπό τόν κόσμο. Δύσκολος λόγος γιά τήν ἐποχή μας, κατά τήν ὁποία ἡ ἁμαρτία ἔχει γίνει «ἀτομικό δικαίωμα», ἱερό σάν τήν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου.

Ὁ Ὀρθόδοξος ποιμένας, ὅπως τόν βλέπουμε σέ βίους ἁγίων, παλαιῶν καί νεωτέρων, γνωρίζει καί ζῇ τά προβλήματα τοῦ κόσμου, ἀλλά ὁ νοῦς του εἶναι στόν Θεό, ἐλεύθερος ἀπό ἡδονές καί λύπες, ἀπό πάθη ψεκτά πού σκοτίζουν τήν ψυχή.

Κύριο γνώρισμά του εἶναι ἡ εἰρήνη· αὐτή πού διαρκῶς μεταδίδει σέ ὅλες τίς ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ εἰρήνη αὐτή, σύμφωνα μέ τόν ὅσιο Σιλουανό τόν Ἀθωνίτη, συνδέεται μέ τήν ἀγάπη. Σέ λόγο του γιά τήν εἰρήνη ὁ ὅσιος Σιλουανός ἀναφέρεται στόν ὅσιο Ἰωάννη τῆς Κροστάνδης καί γράφει χαρακτηριστικά:

«Θυμόμαστε πώς μετά τήν Λειτουργία, ὅταν τοῦ ἔφεραν τήν ἅμαξα καί πήγαινε νά καθήσῃ, τόν περικύκλωσε ὁ λαός ζητώντας τήν εὐλογία του. Καί μέσα σ’ ἐκεῖνο τόν συνωστισμό ἡ ψυχή του παρέμενε συνεχῶς κοντά στόν Θεό καί δέν σκορπιζόταν, δέν ἔχανε τήν εἰρήνη τῆς ψυχῆς. Πῶς, ἆραγε, τό κατόρθωνε; -νά τό θέμα μας.  Τό κατόρθωνε γιατί ἀγαποῦσε τόν λαό καί δέν ἔπαυε νά προσεύχεται γι’ αὐτόν».

Γιά τόν ὅσιο Σιλουανό, ἡ εἰρήνη, γέννημα τῆς ἀγάπης γιά τόν λαό, καί ἡ μυστική προσευχή εἶναι ἡ οὐσία τῆς ἐκκλησιαστικῆς ποιμαντικῆς.
π.Θ.Α.Β.

Φιλοκαλικός Φωτισμός Ναυπάκτου Ἱεροθέου: Παλαιά καί Νέα Ρώμη



Τό δεύτερο μισό τοῦ 18ου αἰῶνος ἀναπτύχθηκε στό Ἅγιον Ὄρος μιά πνευματική κίνηση, πού ἐπεκτάθηκε καί ἔξω ἀπό αὐτό, ἡ λεγόμενη νηπτική καί φιλοκαλική κίνηση καί παράδοση, στήν ὁποία συγκαταλέγονταν πιστά τέκνα τῆς Ἐκκλησίας, κυρίως Ἱερομόναχοι καί μοναχοί.(…) Ἡ πνευματική αὐτή κίνηση δέν μπορεῖ νά κλεισθῆ μέσα στόν χαρακτηρισμό “κολλυβάδες’’, ἀλλά ὅσοι συγκαταλέγονταν στήν πνευματική αὐτή κίνηση πρέπει νά ὀνομασθοῦν φιλοκαλικοί Πατέρες, γιατί, ὅπως ἀποδείχθηκε, βοήθησαν πολύ τούς Χριστιανούς καί τό Γένος να παραμείνουν στήν πίστη τῶν Πατέρων τους καί νά διαφυλάξουν την πνευματική ταυτότητά τους.(…)

Εἶναι γνωστόν ὅτι στήν Δύση ἀναπτύχθηκε τήν ἐποχή ἐκείνη ὁ διαφωτισμός ὡς ἀντίδραση στήν μεταφυσική θεολογία τῆς Δύσεως, ὁ ὁποῖος διαφωτισμός ἔδινε προτεραιότητα στόν ὀρθό λόγο καί τίς αἰσθήσεις. Τίς ἀρχές τοῦ διαφωτισμοῦ προσπάθησαν νά περάσουν μέσα στόν χῶρο τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολῆς, μέ τόν λεγόμενο «νεοελληνικό διαφωτισμό», Ἕλληνες λόγιοι πού σπούδαζαν στήν Δύση καί διακατέχονταν ἀπό ἀρχαιολατρεία.

Πρός ἀντιμετώπιση τοῦ κινήματος τοῦ νεοελληνικοῦ διαφωτισμοῦ ἐργάσθηκαν οἱ φιλοκαλικοί-Κολλυβάδες Πατέρες πού διακόνησαν τόν λαό τοῦ Θεοῦ μέ διαφόρους τρόπους.(…)

Οἱ Φιλοκαλικοί Πατέρες, ὅπως φαίνεται ἀπό τό ἔργο το ὁποῖο ἄφησαν, πρόβαλαν τήν ἐμπειρική θεολογία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὅπως τήν συναντοῦμε στά κείμενα τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καί τούς βίους τῶν ἁγίων· ἀντέταξαν στόν δυτικό σχολαστικισμό τά ἐμπειρικά κριτήρια τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως, τόν ἡσυχαστικό τρόπο ζωῆς·(…) στούς κατά κόσμο σοφούς, τούς θεουμένους ἁγίους καί τούς Νεομάρτυρες· ἐξισορρόπησαν ὡς πατερικοί τόν ἀνατρεπτικό φιλελευθερισμό μέ τόν τυποποιημένο συντηρητισμό ὅπως καί συνέδεσαν τό δόγμα μέ τό ἦθος·

Ναυπάκτου Ἱεροθέου: Παλαιά καί Νέα Ρώμη

Ἡ πιὸ εὔκολη ἁμαρτία… Ἡ κατάκριση!



Πρὶν βιαστεῖς νὰ βγάλεις συμπέρασμα γιὰ κάποιον…
Κάποτε στὸ Ἅγιον Ὅρος ἦταν ἕνας μοναχὸς πού διέμενε στὶς Καρυές.
Ἔπινε καθημερινὰ καὶ μεθοῦσε καὶ γινόταν αἰτία νὰ σκανδαλίζονται οἱ προσκυνητές.
Κάποια στιγμὴ πέθανε καὶ ἀνακουφισμένοι κάποιοι πιστοὶ πῆγαν στὸν Ἅγιο Παΐσιο νὰ τού ποῦν μὲ ἰδιαίτερη χαρὰ ὅτι ἐπιτέλους λύθηκε αὐτὸ τὸ τεράστιο πρόβλημα.
Ὁ Ἅγιος Παΐσιος τοὺς ἀπάντησε ὅτι γνώριζε γιὰ τὸ θάνατο τού μοναχοῦ, ἀφοῦ εἶδε ὁλόκληρο τάγμα ἀγγέλων πού ἦρθαν νὰ παραλάβουν τὴν ψυχή τοῦ.
Οἱ προσκυνητὲς ἀπόρησαν καὶ διαμαρτυρήθηκαν καὶ κάποιοι προσπαθοῦσαν νὰ ἐξηγήσουν στὸν Ἅγιο γιὰ ποιὸν ἀκριβῶς μιλοῦσαν, νομίζοντας ὅτι δὲν κατάλαβε ὁ Ἅγιος.
Τότε ὁ Ἅγιος Παΐσιος τοὺς διηγήθηκε:
«Ὁ συγκεκριμένος μοναχὸς γεννήθηκε στὴ Μ. Ἀσία, λίγο πρὶν τὴν καταστροφὴ ὅταν οἱ Τοῦρκοι μάζευαν ὅλα τὰ ἀγόρια.
Γιὰ νὰ μὴν τὸ πάρουν ἀπὸ τοὺς γονεῖς τοῦ, αὐτοὶ τὸ ἔπαιρναν μαζί τούς στὸ θερισμὸ καὶ γιὰ νὰ μὴν κλαίει, τού ἔβαζαν λίγο ρακὶ στὸ γάλα γιὰ νὰ...

κοιμᾶται.
Ὡς ἐκ τούτου μεγαλώνοντας ἔγινε ἀλκοολικός. Κάποια στιγμὴ καὶ μετὰ ἀπὸ ἀποτρεπτικὲς ἀπαντήσεις ἀπὸ διάφορους γιατροὺς νὰ μὴν κάνει οἰκογένεια, ἀνέβηκε στὸ Ὅρος καὶ ἔγινε μοναχός.
Ἐκεῖ βρῆκε γέροντα καὶ τού εἶπε ὅτι εἶναι ἀλκοολικός.
Τοῦ εἶπε ὁ γέροντας νὰ κάνει μετάνοιες καὶ προσευχὲς κάθε βράδυ καὶ νὰ παρακαλεῖ τὴν Παναγία νὰ τὸν βοηθήσει νὰ μειώσει κατὰ 1, τὰ ποτήρια πού ἔπινε.
Μετὰ ἕνα χρόνο κατάφερε μὲ ἀγώνα καὶ μετάνοια νὰ κάνει τὰ 20 ποτήρια πού ἔπινε, 19 ποτήρια.
Ὁ ἀγώνας συνέχισε μὲ τὴν πάροδο τῶν χρόνων καὶ ἔφτασε τὰ 2-3 ποτήρια, μὲ τὰ ὁποῖα ὅμως πάλι μεθοῦσε.»
Ὁ κόσμος ἔβλεπε χρόνια ἕναν ἀλκοολικὸ μοναχὸ πού σκανδάλιζε τοὺς προσκυνητές, ὁ Θεὸς ἔβλεπε ἕναν ἀγωνιστὴ μαχητὴ πού μὲ μεγάλο ἀγώνα ἀγωνίστηκε νὰ μειώσει τὸ πάθος τοῦ.
Χωρὶς νὰ ξέρουμε γιατί ὁ κάθε ἕνας προσπαθεῖ νὰ κάνει αὐτὸ πού θέλει νὰ κάνει, μὲ ποιὸ δικαίωμα νὰ κρίνουμε τὴν προσπάθειά τοῦ;