Σάββατο 12 Ιουλίου 2014

“Θάνατος και χαρά”


Ομιλία π. Βασιλείου Γοντικάκη
Κάθε φορά που ο άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με τον θάνατο, τα συναισθήματα που κυριαρχούν είναι η θλίψη, η απογοήτευση και ο φόβος. Ο π. Βασίλειος Γοντικάκης στην ιστορική, πλέον, ομιλία του στην Φιλοσοφική Σχολή του Α.Π.Θ. το 1986 έδειξε, με αφορμή την πορεία προς Εμμαούς, τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να αντιμετωπίζουμε το θάνατο. Ο τίτλος της ομιλίας: “Θάνατος και Χαρά”. Παρακολουθήστε τον!
«Σήμερα, λοιπόν, θα μιλήσουμε για τον θάνατο και μου ήρθε στο νου η αγωνία, αν θέλετε και η απογοήτευση των μαθητών μετά τον θάνατο του Χριστού και ο φόβος τους. Για αυτό θα ήθελα να σας υπενθυμίσω την προς Εμμαούς πορεία.
Θα το πω με δύο λόγια μιας και είναι γνωστή η πορεία: Δύο μαθητές, τρεις μέρες μετά τον θάνατο του Κυρίου, προχωρούν εις Εμμαούς, συζητούν μεταξύ τους για τον Ιησού, αγωνιούν, μιλούν για τα γεγονότα. Έρχεται ο Χριστός, χωρίς να τον αναγνωρίσουν, και τους ερμηνεύει τις γραφές. Εν τέλει Τον αγαπούν αυτόν τον Συνοδοιπόρο. Του λένε “μείνε μαζί μας”. Μένει. Φτάνουν στο τραπέζι και στην κλάση του άρτου Τον γνωρίζουν. Τότε Αυτός γίνεται άφαντος, εκείνοι γεμίζουν χαρά και προχωρούν προς τα Ιεροσόλυμα.
Oι δύο μαθητές, λοιπόν, μιλούσαν και συζητούσαν για τον Χριστό. Και εκείνος παρουσιάστηκε δίπλα τους να συμπορεύεται. “Οι δε οφθαλμοί αυτών εκρατούντο του μη επιγνώναι αυτόν”. Τα μάτια τους ήταν ακόμα κλειστά και δεν Τον γνώρισαν. Νομίζω ένα μεγάλο πράγμα είναι το εξής: ο Χριστός είναι η οδός και είναι και ο αληθινός Συνοδοιπόρος μας. Κι αν τυχόν αγωνιούμε, αν συζητάμε, αν ψάχνουμε, αν βαδίζουμε, αν τυχόν για κάπου πάμε, Αυτός είναι μαζί μας. Μα, λέει κάποιος: “δεν Τον ξέρουμε”. Αλλά πρέπει να ξέρουμε ένα πράγμα: μαζί με την αγωνία μας και Αυτός συμπορεύεται. Και ας μην Τον διακρίνουμε.
O Χριστός, στη συνέχεια, δεν θέλει να τους κάνει διδασκαλία, αλλά θέλει να τους δώσει τη δυνατότητα να πουν αυτά που έχουν μέσα τους. Γι’ αυτό προσποιείται άγνοια και μάλιστα επιμένει. Τότε «του εξηγούν» για τον Ιησού τον Ναζωραίο τον οποίο παρέδωσαν “οι άρχοντες ημών εις κρίμα θανάτου” και Tον σταύρωσαν. Στη συνέχεια λένε κι οι δυο τους τον πόνο τους: «Εμείς ελπίζαμε ότι αυτός θα λύτρωνε το Ισραήλ. Αλλά ήδη πέρασαν τρεις μέρες αφού έγιναν αυτά, αφού Τον σταύρωσαν και δεν είδαμε ακόμη τίποτε που να στηρίξει τις ελπίδες μας. Μας παραξένεψαν μερικές γυναίκες από τη δική μας συντροφιά, γιατί πήγαν πρωί στο μνημείο και λένε ότι δεν βρήκαν το σώμα Του. Ήλθαν και μας είπαν ότι είδαν οπτασία αγγέλων κι ότι οι άγγελοι λένε ότι ζει. Και πήγαν και μερικοί από μας στο μνημείο και το βρήκαν έτσι όπως είπαν οι γυναίκες, “Αυτόν δε ουκ είδον”».
Τους δίνει, λοιπόν, τη δυνατότητα ο Χριστός να πουν το λογισμό τους. Αυτοί, με τετράγωνη λογική, λένε ότι “Εμείς ελπίζαμε. Τώρα δεν ελπίζουμε. Τι να ελπίζουμε; Εφ’ όσον Αυτός σταυρώθηκε, πέθανε και είναι τρεις μέρες που πέρασαν, τελείωσε η ιστορία”. Αποδεικνύουν τετραγωνικά ότι δεν υπάρχει δυνατότητα να ελπίζει κανείς. Νομίζω ότι ο μεγάλος δάσκαλος, ο Χριστός, αυτό ήθελε να πουν κι αυτοί. Αυτό ήθελε να βγάλει από μέσα τους: ότι, κοίταξε, με την τετράγωνη λογική, η υπόθεση τελείωσε – και νομίζω ότι είναι καλό να τελειώνουν οι υποθέσεις.
Όμως αρχίζει Εκείνος και μιλά: “Ώ ανόητοι και βραδείς τη καρδία του πιστεύειν επί πάσιν οις ελάλησαν οι προφήται”. Επειδή και ο Κύριος ένιωθε ότι ήταν φίλοι Του, τους μιλάει αυστηρά. Και λέει τη φράση τη μεγάλη παρακάτω: “Ουχί ταύτα έδει παθείν τον Χριστόν και εισελθείν εις την δόξα αυτού;” Δεν έπρεπε να πάθει αυτά ο Χριστός για να περάσει στη δόξα Του; Στο σημείο αυτό μπαίνουμε στο μεγάλο μυστήριο και λέμε: Αν τυχόν έπρεπε να πάθει Αυτός, που ήταν ο ίδιος ο Χριστός, εμείς τι πρέπει να πάθουμε;
Άρχισε από τον Μωυσή και όλους τους προφήτες και εξήγησε σε όλες τις γραφές αυτά που αφορούσαν το πρόσωπό Του. Μαζί με την πορεία προχωρούσε και η ερμηνεία, κι έβλεπαν οι μαθητές ότι κάπου αλλού τους πηγαίνει. Μόλις έφτασαν στην πόλη που πήγαιναν, Αυτός προσποιήθηκε ότι πάει κάπου αλλού. Αλλά αυτοί: “παρεβιάσαντο αυτόν λέγοντες μείνον μεθ’ ημών, ότι πρός εσπέραν εστί καί κέκλικεν η ημέρα”. Νομίζω ότι οι μαθητές είπαν: Τώρα πού πάς; Τελείωσε η μέρα, τελειώνει η πορεία. Έτσι που μας έκανες δεν μπορούμε να φύγουμε από κοντά Σου, ούτε Εσύ από μας, έλα να μείνεις μαζί μας. Και ο Χριστός πέρασε μαζί τους.
Και “εν τω κατακλινθήναι αυτόν μετ’ αυτών λαβών τόν άρτον ευλόγησε, καί κλάσας απέδιδον αυτοίς, αυτών δέ διηνοίχθησαν οι οφθαλμοί, καί επέγνωσαν αυτόν, καί αυτός άφαντος εγένετο απ’ αυτών”. Μετά από τον λόγο, την ιερολογία, φτάσαμε στην ιερουργία. Έγιναν οι εξηγήσεις και δεν έμενε πια τίποτα άλλο παρά η πράξη της ιερουργίας. O Χριστός δεν είπε τίποτα, αλλά τεμάχισε τον άρτο. Eν τη κλάσει του άρτου Τον γνώρισαν και μόλις Τον γνώρισαν έγινε άφαντος, χάθηκε. Φυσικά, εγώ νομίζω ότι όταν λέμε χάθηκε εννοούμε βρέθηκε. Γιατί αν τυχόν έμενε θα τον έχαναν? θα έλεγαν ότι “Αυτός είναι εδώ, εκεί”, θα Τον εντόπιζαν, ενώ Αυτός είναι πανταχού παρών. Oπότε αφού Τον κατάλαβαν, παίρνουν δύναμη, ανοίγονται οι οφθαλμοί τους. Επομένως “διηνοίχθησαν οi οφθαλμοί τους” σημαίνει ότι άρχισαν να βλέπουν τα αόρατα, να καταλαβαίνουν τα περασμένα και να έχουν δύναμη για να προχωρήσουν στα μέλλοντα, δηλαδή να συνεχιστεί η πορεία.
Oπότε γνωρίζουν τώρα μέσα στην Θεία Ευχαριστία, μέσα στη Θεία Λειτουργία, εν τη κλάσει του άρτου, τις γραφές αληθινά. Γνωρίζουν αυτά που πέρασαν και παίρνουν δύναμη για να προχωρήσουν. O Κύριος γνωρίζεται ως άρτος κλώμενος και αίμα εκχυνόμενον. Στην κλάση του άρτου γνωρίζεται ο Κύριος και ταυτόχρονα γνωρίζουμε κι εμείς τον Κύριο “εν τη κλάσει τη ημετέρα”. Εάν τυχόν και εμείς δεν πονέσουμε, εάν τυχόν και εμείς δεν πεθάνουμε, δεν σταυρωθούμε, δεν πρόκειται να γνωρίσουμε τον Κύριο. Όπως και Κείνος έπρεπε να πάθει για να μπει στη δόξα Του, και εμείς πρέπει να πάθουμε, πρέπει να υποφέρουμε. Όλα αυτά τα βάσανα είναι ευλογία για να ανοιχτούν τα μάτια μας και έτσι να Τον βλέπουμε διαφορετικά.
Είμαστε άνθρωποι, πονάμε και έχουμε τη δική μας λογική. Κι ο Χριστός επιτρέπει τον λογισμό μας. Δίδει τις αφορμές, στους μαθητές, να ακούν το λογισμό τους και να δικαιολογήσουν τετραγωνικά την απελπισία τους. Αλλά όμως όταν απελπίζεσαι, όταν ψάχνεις, όταν πορεύεσαι, Αυτός είναι μαζί σου. Στη συνέχεια θα έρθει καιρός, όταν φτάσεις πια στην κλάση του άρτου, όταν φτάσεις στον πολύ πόνο και είσαι μαζί Του, να διανοιχτούν οι οφθαλμοί σου. Τότε Τον βλέπεις, Eκείνος χάνεται, δηλαδή, μένει διαρκώς μαζί σου…
Εντάξει η λογική μας, εντάξει η αναζήτησή μας αλλά είμαστε πλασμένοι για κάτι μεγαλύτερο. Ό,τι κι αν πετύχουμε με τη δική μας αναζήτηση, με τη δική μας γνώση δεν μας ικανοποιεί. O Χριστός έχει να δώσει σε μας κάτι πολύ μεγαλύτερο και δεν μας το έδωσε πριν Αυτός πάθει και μπει στη δόξα Του. Δηλαδή, μπορούμε να πεθάνουμε και να ζήσουμε. Μπορούμε να χαθούμε και να βρούμε την ψυχή μας, κι αν κανείς θέλει να την σώσει, θα την χάσει. Κι αν την χάσει ενσυνείδητα, όπως λέει, “ένεκεν εμού καί τού ευαγγελίου” αυτός θα την σώσει. Oπότε νομίζω ότι το μεγάλο πράγμα που έχουμε και κουβαλάμε δεν είναι το τι έχουμε αλλά το τι είμαστε. Αυτό που λέει και ο ‘Αγιος Κοσμάς ο Αιτωλός: το μεγάλο πράγμα είναι ότι μπορούμε να γίνουμε όλοι κοινωνοί του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, δηλαδή μπορούμε σιγά σιγά να αναχθούμε σε αυτή την άλλη λογική. Oπότε τα πάντα είναι ευλογία.
Όπως για παράδειγμα οι νεομάρτυρες, οι οποίοι ζούσαν σε αυτή την κατάσταση, και ζούσαν σε αυτόν τον παράδεισο. Oπότε λένε: “αν τυχόν μας αφήσετε να ζήσουμε σας είμαστε ευγνώμονες γιατί ζούμε στον παράδεισο, μέσα σε αυτήν την λογική της Θείας Λειτουργίας, την άλλη λογική, εάν μας σκοτώσετε, σας είμαστε χίλιες φορές πιο ευγνώμονες γιατί το συντομότερο θα δοκιμάσουμε αυτό το πράγμα το οποίο δεν παρέρχεται και το οποίο είναι χαρά εν όλω τω κόσμω και για όλο τον κόσμο. Κι ο καθένας τότε γεννιέται, όταν πεθαίνει και τότε αγκαλιάζει όλους και βρίσκει μες την καρδιά του όλους.
Και ταυτόχρονα ενώ μιλάμε με αυτόν τον τρόπο, δεν υποτιμούμε το σώμα αλλά αντίθετα βλέπουμε ότι θεώνεται. Κι αυτή είναι η αντίθετη κίνηση που γίνεται μέσα εδώ. Δηλαδή, δεν ενώνεται μόνο η πορεία με τη στάση, η θεότης με την ανθρωπότητα, αλλά γίνεται και μια αντίστροφη κίνηση, όπως λέει το Συναξάρι των Αγίων Πάντων, “τό Πνεύμα κάτεισιν καί ο Νούς άνεισιν”. Το πνεύμα κατέρχεται, ο λόγος σαρκούται και το χώμα, η φύση μας, αναλαμβάνεται, θεώνεται. Και το πιστεύουμε αυτό και το περιμένουμε να γίνει κάποτε, αλλά γίνεται από τώρα. Ήδη προγεύεται κανείς, νομίζω, προπαντός ο πονεμένος και σφαγμένος, ο τιμημένος με το να δεχτεί πολλές δοκιμασίες, νιώθει σαν άλλο σκαμμένο χωράφι που μπαίνει μέσα μια νωτίδα ουράνια, έτσι μπαίνει μέσα στην ψυχή του ανθρώπου και μέσα στο σώμα του ανθρώπου μια άλλη παράκληση θεϊκή και προχωρεί εις πάντας αρμούς, εις νεφρούς, εις καρδίαν.
Oπότε το θέμα, νομίζω, δεν είναι αν θα μπορέσουμε να κάνουμε μια ψεύτικη ερώτηση ή να δώσουμε μια ψεύτικη απάντηση σχετικά με τον θάνατο. Το θέμα είναι αν είναι δυνατόν να μπορούμε να κάνουμε υπομονή. Αυτό που λέει ο Κύριος, ότι το χωράφι το αγαθό, η γη η καλή είναι αυτοί που δέχονται το λόγο του Θεού και καρποφορούν εν υπομονή. Μπορούμε να κάνουμε υπομονή; Κάποιος γεωργός υπάρχει που φροντίζει για μας. Μπορούμε να περιμένουμε;
“Βρε παιδάκι μου, πεθαίνουμε”
Mα λέει κανείς: “βρε παιδάκι μου, πεθαίνουμε”. Βλέπουμε στο Ευαγγέλιο ότι το άρρωστο παιδί που έφερε ο πατέρας, έπεσε κάτω ξερό σαν νεκρό και πολλοί άρχισαν να λένε πως πέθανε. Νομίζω ότι δεν έχει σημασία αν νομίζουμε εμείς ότι πεθάναμε, αν νομίζουν όλοι οι άλλοι ότι και εμείς πεθάναμε. Αυτό που έχει σημασία είναι να μένουμε κοντά στα πόδια κάποιου ο οποίος υπήρχε προτού τον κόσμον είναι, προτού υπάρξει ο κόσμος κι ο οποίος “τά πάντα διά τό πλήθος του ελέους του εξ ουκ όντων εις τό είναι παρήγαγε”. Oπότε εάν τυχόν είσαι δίπλα σε Αυτόν, άσχετα αν είσαι πεθαμένος ή ζωντανός ελπίζεις και περιμένεις να έρθει η ζωή. Αλλά νομίζω ότι η ζωή έρχεται δια του θανάτου. Όπως ο σπόρος, εάν δεν πέσει στη γη να πεθάνει, μένει μόνος, έτσι και εμείς, αν δεν πονέσουμε θα μείνουμε μόνοι.
Το θέμα είναι το εξής: Ότι πολύ πονούμε και λίγο ζωογονούμαστε, πολύ υποφέρουμε και λίγο μπαίνουμε στη χαρά. Νομίζω ότι το μήνυμα το χαρούμενο του Χριστού είναι ότι μας δίνει τη δυνατότητα να περάσουμε τη ζωηφόρο νέκρωση. Όταν ζήτησαν δυο μαθητές να δοξαστούν και να καθίσει ο ένας εκ δεξιών και ένας εξ ευωνύμων, Αυτός είπε, όπως αναφέρεται στο Τριώδιο, ότι ο Κύριος δεν δίδει τέτοια πράγματα στους δικούς Του, υπόσχεται ποτήριο θανάτου. Το μεγάλο γεγονός είναι ότι μπορούμε να πεθάνουμε περιμένοντας. Όταν περνάμε την Γεσθημανή, δεν μπορούμε να μιλάμε. Τώρα το ότι μιλάμε σημαίνει ότι δεν περνάμε Γεσθημανή. Αλλά τι γίνεται; Τα χάνουμε. Μπορεί να τα χάσουμε, μπορεί να πέσουμε κάτω, μπορεί να μας εγκαταλείψει κάθε δύναμη σωματική, ψυχική, πνευματική. Το θέμα είναι αν μπορείς και ξερός να περιμένεις και να ευγνωμονείς. Κάποιος υπάρχει μέσα μας και δίπλα μας, που ιερουργεί διαφορετικά το μυστήριο της ζωής.
Θα μπορούσε εύκολα να μας πει ψεύτικα πράγματα, δεν θέλει. Θέλει να μας φέρει στην αιώνια ζωή. Και για να μπεις στην αιώνια ζωή πρέπει να περάσεις από τον θάνατο. Θα μπορούσε ο Χριστός, αν ήταν ταχυδακτυλουργός, να έκανε αυτό που ζήτησαν οι Εβραίοι, όταν έλεγαν “κατέβα από τον Σταυρό και θα πιστέψουμε”. Θα μπορούσε να το κάνει. Δεν ήρθε για να εντυπωσιάσει. Κατέβηκε από τον Σταυρό νεκρός. Νεκρός για να νικήσει τον θάνατο για πάντα, για όλους μας.
Όποτε ένα πράγμα μπορούμε να πούμε ότι μπορούμε να πετύχουμε. Ότι υπάρχει μέσα μας ένας συγκεκριμένος δυναμισμός και δια του θανάτου, μέσα στη γη την καλή και αγαθή της Εκκλησίας, αυτός ο δυναμισμός εκρήγνυται και προχωρούμε σε άλλο τόπο, σε άλλο χώρο, όπου τα φοβερά τελεσιουργείται και τα πάντα λειτουργούν διαφορετικά. Αυτός ο άλλος χώρος και ο άλλος χρόνος είναι αυτός εδώ που ζούμε. Αν θα πάμε με πύραυλους στα αστέρια δεν αυξάνει ο χώρος της ζωής μας και η ελευθερία μας. Αν τυχόν παρατείνουμε τη ζωή μας με μεταμόσχευση καρδιάς δεν γευόμαστε της χάριτος της αιωνιότητος.
Σε μια στιγμή μπορεί να χωρέσει η αιωνιότης και μέσα σε ένα μικρό άγιο μαργαρίτη να χωρέσει όλος ο Χριστός. Ακριβώς γι’ αυτό ο Κύριος ενώ έρχεται να μας φέρει τη χαρά , ενώ έρχεται να μας φέρει τη ζωή, λέει: “μακάριοι οι πενθούντες, μακάριοι οι κλαίοντες καί ουαί οι γελώντες”. Ακριβώς γιατί θέλει να μας φέρει τον πραγματικό γέλωτα, την πραγματική χαρά και την αιώνια ζωή από σήμερα…
Η ψυχή μετά τον θάντο
Τι γίνεται η ψυχή του ανθρώπου μετά τον θάνατο; Νομίζω δεν μπορούμε να τα λύσουμε και όλα τα προβλήματα. Ξέρετε, είναι πολύ μεγάλο δράμα να νομίζεις ότι έχεις λύσει τα προβλήματά σου. Επίσης, είναι άσχημο ένας δάσκαλος, όποιος από μας κάνει τον δάσκαλο, να δίδει απαντήσεις και να κλείνει τα θέματα. Στην πορεία προς Εμμαούς ο Κύριος κατ’ αρχήν δίνει τη δυνατότητα στον άλλον να βγάλει τα απωθημένα του. Για να εκτονωθούν οι άνθρωποι, για να πουν το λογισμό τους, για να δείξουν την απογοήτευσή τους, για να φτάσουν στην απόγνωση. Λέει ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος ότι δεν υπάρχει μεγαλύτερο όπλο από την απόγνωση. Γιατί όταν κανείς απογοητευθεί από όλα τα εγκόσμια, όπως λέει κι ο άγιος Νικόδημος, όταν φτάσουμε στην απιστία για τον εαυτό μας τότε αρχίζει να αναδύεται μια άλλη πίστη και μια άλλη δύναμη να υπάρχει μέσα μας.
Αυτό που έχει σημασία δεν είναι αν θα πούμε μια κουβέντα σαν απάντηση. Μπορούμε να δεχτούμε τη χάρη του Θεού μέσα μας και να αναχθεί όλο το είναι μας σε ένα άλλο χώρο; Μπορούμε να ελπίζουμε στην ανάσταση των σωμάτων; Αυτό είναι που δίδει η Εκκλησία. Αυτό που έχει σημασία είναι όχι να λύνουμε τις απορίες μας με ένα τρόπο εγκυκλοπαιδικό, με τη λογική του κομπιούτερ, αλλά ει δυνατόν να μετανοούμε, να μπαίνουμε στην άλλη λογική, τη λογική της Εκκλησίας. Τότε καταλαβαίνουμε ότι όταν ο Χριστός φανερώνεται, κρύπτεται. Όταν γίνεται άφαντος φανερώνεται. Αυτό που λέει ο Αγ. Γρηγόριος Νύσσης: «ο Χριστός απαντά δι’ ων αρνείται να απαντήσει». Αν, λοιπόν, δεν μπορούμε να ακούμε τη σιωπή Του, σημαίνει ότι δεν καταλαβαίνουμε τον λόγο Του. Αν τυχόν νομίζουμε ότι τον καταλαβαίνουμε, κάτι δεν πάει καλά μέσα μας.
Tο μεγάλο πράγμα είναι ότι υπάρχει η μητέρα μας Εκκλησία, μπορούμε να βάλουμε τον εαυτό μας μέσα εκεί ώστε σιγά-σιγά να παίρνει αυτήν την άλλη λογική. Πρέπει με ταπείνωση να τρεφόμαστε από την στερεά τροφή που προσφέρει η Εκκλησία και τότε νομίζω ότι συνέχεια η καρδιά μας θα ευφραίνεται. Έχουμε ένα μεγάλο χρέος: δια της ταπεινώσεως και δια της υπομονής να δεχτούμε αυτά τα μεγάλα τα οποία τελεσιουργείται στον υπερώον τόπο τον λειτουργικό, για να μπορέσουμε και εμείς να καταλάβουμε τι είναι άνθρωπος, να χαρούμε τη ζωή μας και μετά χωρίς άλλα σχόλια να δώσουμε τη δυνατότητα και στους άλλους να χαρούν την ζωή τους.
Αυτό που έχουμε να κάνουμε είναι να νιώσουμε ότι η αγάπη “εκ του μή όντως εις τό είναι ημάς παρήγαγε” και εάν τυχόν υπομένομε, στο τέλος από τη δακιμασία βγαίνει μια χαρά και μια αγαλλίαση η οποία ξεπερνά όλες τις δοκιμασίες.
Μια στιγμή στον καθένα μας μπορεί να δημιουργηθούν διάφορες απορίες: Τι σημαίνει θάνατος, τι σημαίνει ανυπαρξία, μια στιγμή να νιώσουμε ότι όλα είναι άχρωμα και άοσμα, τότε τι να κάνουμε; Εγώ λέω ένα πράγμα: Να περιμένομε. Να περιμένομε πού; Μέσα στην Εκκλησία όπου νιώθεις ότι υπάρχει μία ζεστασιά και μία ευρυχωρία. Όπως λέμε το έμβρυο μένει μέσα στη μήτρα της μάνας του και επειδή μένει εκεί, συνέχεια αυξάνει. Έτσι και εμείς πρέπει να μένομε μέσα στη μήτρα της μητέρας μας Εκκλησίας, αυτό που λέμε μετά από την πορεία: “μείνον μεθ’ ημών”, μείνε μαζί μας και εμείς θα μείνουμε μαζί Σου. Άλλα σχόλια δεν θέλουμε πια. Εμείς θέλουμε να μείνουμε μαζί Σου. Αυτό μας φτάνει. Έχει μεγάλη σημασία να μείνουμε κάπου και να δούμε αυτό «το κάπου», το Ένα για το οποίο είμαστε και το οποίο μας εκκολάπτει. O πόνος έχει νόημα επειδή βρισκόμαστε στη μήτρα κάποιου που μας αγαπάει. Εκεί όποιος πολύ πονάει σημαίνει ότι είναι ηλεημένος και μπορεί να δεχτεί μεγάλα χαρίσματα.
Κλείνοντας, εγώ λέω ένα πράγμα για το οποίο είμαι σίγουρος: Προσωπικά είμαι χαμένος αλλά σας λέω αδελφικά ότι ΜΠOΡΕΙ ΝΑ ΖΗΣΕΙ O ΑΝΘΡΩΠOΣ. Και αυτή η ζωή η απεριόριστη, η αιώνια που αρχίζει από τώρα ιερουργείται και υπάρχει στην Oρθόδοξη Εκκλησία, την μικρή την ελάχιστη και περιφρονημένη η οποία είναι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, η ελπίς πάντων των περάτων της γης…
Μη μου κάνετε άλλες ερωτήσεις, δώστε άλλες απαντήσεις. Εγώ θα σας πω μόνο αυτό: Κοιτάξτε, είμαστε χαμένοι, μπορεί εν στιγμή χρόνου να σταματήσει η καρδιά μας αλλά κάτι δεν σταματά, βρε παιδάκι μου, και εγώ θέλω από εκεί και πέρα να πάμε. Και από εκεί και πέρα πάμε με το σώμα και έρχεται η αγαλλίαση και η χάρη της θεότητας μέσα στο σώμα μας και αγιάζεται η ψυχή και το σώμα και ο τρόπος με τον οποίο ζούμε».

Κυριακή 29 Ιουνίου 2014

Ακολούθει το ημερολόγιο χωρίς να το πιστεύης ως Θεό

Ακολούθει το ημερολόγιο χωρίς να το πιστεύης ως Θεό


Την επιστολήν σας έλαβον και τα εν αυτή ανέγνων. Παρετήρησα ότι εις όσα σοι έγραφον, ότι νεω­τερίζεις, δεν απήντησες… Όσα δε αντέγραψας από το Πηδάλιον της Εκκλησίας, γνώμας και αποφάσεις των αγίων Οικουμενικών Συνόδων και των θεοφόρων Πατέρων και μας απέστειλας, διά να δείξης δήθεν ότι α­κολουθείς τους Αγίους Πατέρας και τας αγίας Συνόδους διότι κρατείς το παλαιόν ημερολόγιον, είναι τελείως άσχετα με το παλαιόν ημερολόγιον, καθότι αι άγιαι Οικουμενικαί Σύνοδοι δεν συνεκροτήθησαν διά το παλαιόν ημερολόγιον, αλλά δι’ άλλα ζητήματα τα οποία ως εγγράμματος, όταν αναγνώσης μετά προσοχής, δύνασαι να τα εννοήσης. Αι άγιαι Οικουμενικαί Σύνοδοι συνεκροτήθησαν από το έτος 325 έως το έτος 783, η δε μεταβολή του εορτολογίου εγένετο το 1924.

Ουδεμία Οικουμενική Σύνοδος ησχολήθη με το παλαιόν και νέον εορτολόγιον, μόνον η Α’ Οικουμενική Σύνοδος ώρισε τα περί της εορτής του Πάσχα και ο οποίος όρος, κατά την γνώμην πολλών διδασκάλων της Εκκλησίας μας, δεν φυλάττεται, αλλά τούτο δεν βλάπτει ουδέ ποσώς την πίστιν. Ο ιερός Χρυσόστομος, ο οποίος ήκμασε εγγύς μετά την Α’ Οικουμενική Σύνοδον, λέγει. «Χρόνων ακρίβειαν και ημερών παρα­τήρησιν δεν ηξεύρει η του Χριστού Εκκλησία. επειδή οσάκις τρώγει τον ζωοποιόν Άρτον τούτον, και το ποτήριον τούτο πίνει, καταγγέλλει τον θάνατον του Κυρίου και Πάσχα επιτελεί».


Και ο ιερός Νικόδημος, ερμηνευτής των ιερών κανόνων, λέγει. «Δεν φροντίζει ο Θεός και η Εκκλησία διά τοιαύτην παρατήρησιν χρόνων και ημερών πάρεξ διά μοναχήν ομόνοιαν και ειρήνην». Τί λοιπόν αναφέρεις αγίας Συνόδους και αγίους Πατέρας οι οποίοι ήκμασαν προ χιλίων περίπου ετών, διά να στηρίξης την πλάνην σου διά το παλαιόν εορτολόγιον, του οποίου η μεταβολή έγινε προ 20 ετών και το οποίον λατρεύεις ως Θεόν διά να μη είπω και περισσότερον; Διότι, εφ’ όσον παραδέχεσαι και πιστεύεις ότι χωρίς το παλαιόν εορτολόγιον ουδέν μυστήριον τελείται, συμβουλεύεις δε τους ανθρώπους, να μη βαπτίζουν τα παιδιά των, να μη εξομολογούνται, να μη κοινωνούν των αχράντων μυστηρίων, να μη εκκλησιάζονται, διότι οι ιερείς ακολουθούν το νέον ημερολόγιον, και επομένως άνευ του παλαιού ημερολογίου ουδέν μυστήριον τελείται. Άρα πιστεύεις ότι το Πανάγιον Πνεύμα, το Οποίον επικέκληνται οι ακολουθούντες το νέον εορτολόγιον, δεν δύναται να τελειώνη μυστήριον, πρέπει να έχη συνεπίκουρον και το Άγιον Παλαιόν ημερολόγιον!!! Φευ της πλάνης και κακοδαιμονίας!! Αρμόζουν εις σε τα λόγια του θεοκήρυκος Παύλου τα διά τους ανοή­τους Γαλάτας γραφέντα. «πώς επιστρέφετε πάλιν επί τα ασθενή και πτωχά στοιχεία, οις πάλιν άνωθεν δου­λεύειν θέλετε; ημέρας παρατηρείσθε και μήνας και καιρούς και ενιαυτούς! φοβούμαι υμάς μήπως εική κεκοπίακα εις υμάς» (Γαλ. 4, 9-11).


Το μεν παλαιόν ημερολόγιον το ονομάζεις Άγιον ημερολόγιον, το δε νέον το ονομάζεις Βάαλ, διότι γράφεις να μη κλίνωμεν γόνυ προ του ειδώλου της συγχρόνου Βάαλ της λεγομένης αστρονομίας. Και το παλαιόν ημερολόγιον έχει ημέρας, επίσης και το νέ­ον. Όλας τας ημέρας τας εποίησεν ο Κύριος. Όλαι είναι καλαί και άγιαι. Διατί λοιπόν συ τας μεν ονομάζεις αγίας και καλάς, τας δε ονομάζεις Βάαλ και κακάς;


Δεν επιτρέπεται εις υμάς, άνθρωπον επιστήμονα, να λέγετε το νέον ημερολόγιον και την αστρονομίαν Βάαλ. Αλλ’ ως φαίνεται ο φανατισμός και η εμπάθεια σας έχει σκοτίσει το λογικόν και δεν γνωρίζετε ούτε αισθάνεσθε τί λέγετε. Ο μεν Βάαλ ήτο θεός των ειδωλολατρών, τον οποίον οι μεν Έλληνες ωνόμαζον Δία, οι δε Φοίνικες, Χαναναίοι και Τύριοι Βάαλ και οι Βαβυλώνιοι Βηλ.


[Με] το να γράφης ότι κλίνομεν γόνυ τω Βάαλ, είσαι ψεύτης και συκοφάντης, διότι ημείς προσκυνούμεν Πατέρα, Υιόν και Άγιον Πνεύμα, Τριάδα ομοούσιον και αχώριστον. Πιστεύομεν, προσκυνούμεν και λατρεύομεν τον αληθή Θεόν τον Ποιητήν των απάν­των, αλλά και ουδείς των χριστιανών εκείνων οι οποίοι ακολουθούν το νέον εορτολόγιον κλίνει γόνυ εις τον Βάαλ. Εάν και αμαρτωλοί είναι, οι πλείστοι κλίνουν γόνυ και προσκυνούν τον αληθή Θεόν των απάντων. Υμείς κ. Μ., δεν λέγω ότι δεν προσκυνείς και λατρεύεις τον αληθή Θεόν, αλλά προσκυνείς και λατρεύεις ως Θεόν και το παλαιόν ημερολόγιον. Η δε ομολογία σου, εφ’ όσον πιστεύεις ως Θεόν το ημερο­λόγιον (διότι λέγεις και γράφεις, ότι χωρίς το πα­λαιόν ημερολόγιον ουδέν μυστήριον τελείται), δεν είναι ομολογία γνησίου χριστιανού. Η αληθής ομολογία του χριστιανού είναι να πιστεύη εκείνα τα οποία διαλαμβάνει το Άγιον Σύμβολον της πίστεως ημών, το οποίον συνέταξαν οι θεοφόροι Πατέρες εις την Α’ Οικουμενικήν Σύνοδον και συνεπλήρωσεν η Β’ και επεκύρωσαν όλαι αι άλλαι Οικουμενικαί και τοπικαί Σύνοδοι. Το ιερόν Σύμβολον δεν διαλαμβάνει να πιστεύωμεν και εις ένα παλαιόν Ιουλιανόν ημερολό­γιον, το εφευρεθέν υπό του ειδωλολάτρου Σωσιγένους και θεσπισθέν υπό του επίσης ειδωλολάτρου αυτοκράτορος Ιουλίου Καίσαρος, και ότι άνευ του παλαιού εορτολογίου δεν υπάρχει σωτηρία. Λοιπόν πλανάσαι!


Η δε Αστρονομία δεν είναι και αυτή είδωλον του Βάαλ. είναι επιστήμη, την οποίαν εσπούδασαν πολλοί και από τους θεοφόρους Πατέρας της Εκκλησίας μας, ως ο Μ. Βασίλειος, ο άγ. Γρηγόριος και άλλοι. Είναι επιστήμη όχι μεν αναγκαία εις την σωτηρίαν, αλλ’ ε­πιστήμη χρήσιμος και ωφέλιμος. Υπό λαμπρού αστέρος οδηγηθέντες οι των Περσών βασιλείς αστρολόγοι προσεκύνησαν τον εν Σπηλαίω τεχθέντα Βασιλέα Ουράνιον.


Νομίζεις ότι, εάν φυλάξης το παλαιόν ημερολόγιον, εφύλαξας όλον τον νόμον, είσαι γνήσιος ορθόδοξος, διότι εις το παλαιόν εορτολόγιον, κατά την στρεβλήν γνώμην σου, όλος ο νόμος και οι προφήται κρέμανται! Αλλ’ εάν, ως λογικός και συνετός, στοχασθής καλώς τας καταφρονήσεις που κάμνεις εις άλλας παραδόσεις της Αγίας μας Εκκλησίας, τας παρακοάς που κάμνεις εις τον Νόμον του Θεού και τας εντολάς Του, τας παρακοάς που κάμνεις εις τας συμβουλάς και νουθεσίας του πνευματικού σου πατρός, θα ίδης ότι εκείναι μεν είναι κάμηλος, το δε ημερολόγιον κώνωψ. Αλλοίμονόν σου ότι διυλίζεις τον κώνωπα την δε κάμηλον καταπίνεις.


Άκουσον δι’ υστάτην φοράν και πρόσεξε εις τα λεγόμενα. Το τέλος πάντων ημών έφθασεν μετ’ ολί­γον θα αναχωρήσωμεν και θα παρασταθώμεν ενώπιον του απροσωπολήπτου και δικαίου Κριτού να δώσωμεν λόγον των πράξεών μας, ο Οποίος θα μας εξετά­ση εάν εφυλάξαμεν, όχι τα ημερολόγια, αλλά τας εντολάς Του, εάν εποιήσαμεν έργα καλά, πράξεις αγαθάς, εάν εφυλάξαμε την πίστιν μας καθαράν, πίστιν εννοώ όχι εις τα άψυχα ημερολόγια, αλλά πίστιν εις Αυτόν τον Χριστόν τον υπέρ ημών σαρκωθέντα, παθόντα, ταφέντα και αναστάντα τριήμερον, και ανελθόντα εις ουρανούς και εις τα δεξιά εστώτα του Ουρανίου Πατρός, τον πανταχού παρόντα, τον και πάλιν ερχόμενον μετά δόξης κρίναι ζώντας και νεκρούς. Λοιπόν άφησε τα ημερολόγια πριν σε καταλάβη η νυξ του θανάτου, οπότε δεν θα σε βοηθήση το ημερολόγιον, αλλ’ ούτε και η μετάνοια, επειδή εν τω Άδη ουκ έστι μετάνοια.


Δεν πρέπει να νομίζης ότι εξ αιτίας του εορτολογίου ο Θεός ωργίσθη τον κόσμον. Ο Θεός τιμωρεί τον κόσμον διά τας ασεβείας, βλασφημίας, απιστίας, μοιχείας, πορνείας, μέθας, ασωτίας, αδικίας, πλεονεξίας, υπερηφανίας, φθόνους, φόνους κ.λπ., και όχι δι’ ημερολόγια.


Εάν θέλης να μου ακούσης, ακολούθει το παλαιόν εορτολόγιον χωρίς να το πιστεύης ως Θεόν και να υβρίζης όσους ακολουθούν το νέον και να τους συμβουλεύης να αρνηθούν την Εκκλησίαν, τα μυστήρια κ.λπ. ..




Μετ’ αγάπης και εγκαρδίων ευχών


Αρχιμ. Φιλόθεος Ζερβάκος

Παρασκευή 16 Μαΐου 2014

Κάνε Θεέ μου

Κάνε Θεέ μου





Κάνε Θεέ μου
πριν βγάλεις για μένα την κρίση
να Σ΄ έχω στη ζωή μου συναντήσει
να Σ' έχω αγαπήσει
να έχω ελεήσει
να μην έχω μισήσει.
Για όσα μου χάρισες
να Σ' έχω ευχαριστήσει.
Όσο γίνεται πιο λίγο
να' χω αμαρτήσει.
Κι αν έχω αδικηθεί
να μην έχω αδικήσει. 
Κάνε Θεέ μου
για τα τόσα μου λάθη
να' χω μετανοήσει
κι η ατέλειωτή Σου αγάπη
να μ' έχει συγχωρήσει.



Τρίτη 6 Μαΐου 2014

Μοναχός Ιάκωβος Βατοπεδινός

Μοναχός Ιάκωβος Βατοπεδινός


Μοναχός Ιάκωβος Βατοπεδινός (1807 – 2 Φεβρουρίου 1904)

Ο κατά κόσμον Ιωάννης Βαρσαμάς γεννήθηκε στο χωριό Παναγία της νήσου Θάσου το έτος 1807. Στη μονή Βατοπεδίου ήλθε το 1829. Κατά τη μοναχική του κουρά από Ιωάννης ονομάσθηκε Ιάκωβος.

Επί εξήντα έτη διετέλεσε τυπικάρης άριστος στο Καθολικό της μεγάλης μονής. Έχαιρε άκρας εκτιμήσεως άπ όλη την πολυπληθή αδελφότητα, λόγω της οσιότητος του βίου του, του ήθους, της υπομονής και της χάριτός του.

Το 1871, υστέρα από πρόσκληση του σουλτάνου Κωνσταντινουπόλεως, λόγω της ενσκηψάσης χολέρας, συνόδευσε την Τιμία Ζώνη της Θεοτόκου, με ειδικό ατμόπλοιο πού έφθασε στον όρμο της μονής για την παραλαβή. Μαζί με τον ιερομόναχο Ιωσήφ και τον μοναχό Γεράσιμο παρέμεινε με την Αγία Ζώνη επί τρίμηνο στην Κωνσταντινούπολη, τελώντας αγιασμούς στους οίκους και βλέποντας πολλά θαύματα της Παναγίας. Επέστρεψαν στη μονή με πολλά δώρα από τους ευσεβείς κατοίκους, oι οποίοι τους απέδωσαν μεγάλες τιμές, και με πολύ χρυσό από τον ίδιο τον σουλτάνο, τον οποίο είχε παρακινήσει να προσκαλέσει τους πατέρες με τον πολύτιμο θησαυρό ο Πατριάρχης Άνθιμος ς’ (1845-1848, 1853-1855, 1871-1873).

Ο γηραιός και ακέραιος αυτός μοναχός μετά παραμονή 75 ετών στη μονή ανεπαύθη εν Κυρίω στις 2.2.1904, μετά την αγρυπνία της Υπαπαντής του Κυρίου, προς υπάντηση του Χριστού, ως ο πρεσβύτης Συμεών ο Θεοδόχος.




Πηγές-Βιβλιογραφία: Γερασίμου Σμυρνάκη αρχιμ., Το Άγιον Όρος, Άγιον Όρος 1988, σ. 429 και σ. 438. Πληροφορίες μοναχού Ιωσήφ Βατοπεδινού.

Αναδημοσίευση από: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Α΄ – 1900-1955, Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011

Πέμπτη 24 Απριλίου 2014

Ορθόδοξη θεολογία και ανωτάτη θεολογική εκπαίδευση σήμερα. Δημήτριος Τσελεγγίδης Καθηγητής Α.Π.Θ

Ορθόδοξη θεολογία και ανωτάτη θεολογική εκπαίδευση σήμερα. Δημήτριος Τσελεγγίδης Καθηγητής Α.Π.Θ

Ορθόδοξη θεολογία και ανωτάτη θεολογική εκπαίδευση σήμερα[1]

Το θέμα που πραγματευόμαστε είναι πολύ ευρύ και εξαιρετικά λεπτό, επειδή πέρα από μια ακίνδυνη εξωτερική περι­γραφή θα είμαστε υποχρεωμένοι να προβούμε σε κρίσεις και εκτιμήσεις μιας ζωντανής πραγματικότητας, η οποία αφορά όχι απλώς στο σήμερα αλλά σε κάποιο βαθμό προσωπικά σ’   όλους εμάς, που συνδεόμαστε άμεσα ή έμμεσα με κάποια Θεολογική Σχολή.

Στο άρθρο αυτό θα αναφερθούμε καταρχήν με κάθε δυνατή συντομία στην εκδοχή της Ορθόδοξης θεολογίας, νοούμε­νης ως χαρισματικής, αγιοπνευματικής εμπειρίας της Εκ­κλησίας, και στην Ορθόδοξη θεολογική μέθοδο. Στη συνέχεια θα παρουσιάσουμε συνοπτικά τον χαρακτήρα της ακα­δημαϊκής θεολογίας κατά το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα και τη σχέση της θεολογίας αυτής με την Δυτική θεολογική σκέψη.

Τον πυρήνα της εισηγήσεως θα αποτελέσει η συνθε­τική παρουσίαση κρίσεων των μελών του Διδακτικού και Ερευνητικού Προσωπικού (ΔΕΠ) του Τμήματος Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης για το περιεχόμενο των σπουδών της ακαδημαϊκής θεολογίας στις μέρες μας. Θα παρουσιαστούν ορισμέ­νες συνοπτικές αποτιμήσεις μας, και, τέλος, θα επιχειρηθούν κάποιες κριτικές τοποθετήσεις για θεολογικό προβληματι­σμό, που θα μπορούσαν να δώσουν ίσως και το στίγμα της σημερινής θεολογικής αυτοσυνειδησίας μας.


α) Η Ορθόδοξη θεολογία καθεαυτήν ως χαρισματική, αγιοπνευματική εμπειρία της Εκκλησίας

Όταν αναφερόμαστε στην Ορθόδοξη θεολογία, την εννοούμε πρωτίστως ως αγιοπνευματική εμπειρία της Εκκλησίας, όπως αυτή εκφράστηκε μέσα από την αποστολική και λό­για πατερική Παράδοση με την διττή εκδοχή της, ως αλή­θεια και ζωή. Στην Ορθόδδοξη θεολογία η αλήθεια είναι πράγμα, η πρόσβαση σ’  αυτήν προσωπικό γεγονός και η γνώ­ση της βιωματική, γιατί προκύπτει ως άμεση μετοχή του ανθρώπου σ’  αυτήν.

Είναι προφανές, ότι εδώ κάνουμε λόγο για την πηγαία, την πρωτογενή, την εμπειρική, την χαρισματική θεολογία, που είναι και η χαρακτηριστική της Ορθοδοξίας. Η χαρισμα­τική θεολογία, ως κατεξοχήν αυθεντική θεολογία, αποτελεί έκφραση και ερμηνεία της θεοφάνειας από τους επόπτες της θείας δόξας. Αποτελεί έκφραση της προσωπικής, υπαρξιακής εμπειρίας του ακτίστου.
Έτσι, η χαρισματική θεολογία προϋ­ποθέτει την θεοπτία.
 Η χαρισματική αυτή θεολογία είναι διαχρονικώς παρούσα στην ιστορική φανέρωση της Εκκλησί­ας, εκφράζεται με το λόγο και τη ζωή των ζωντανών φορέων της και αποτυπώνεται στα μνημεία του πολιτισμού της Εκ­κλησίας και κατεξοχήν στον γραπτό λόγο και στην εικαστι­κή τέχνη (την εικόνα).
Η χαρισματική εμπειρία του Θεού δημιουργεί την πρωτογενή θεολογία της Εκκλησίας, ανεξάρ­τητα από την απλοϊκή ή έντεχνη και λόγια εκφορά της.
Η θεολογία αυτή αποτελεί κτιστή έκφραση και ερμηνεία της ζωντανής και άκτιστης αποκαλύψεως του Θεού μέσα στην συγκεκριμένη ιστορική πραγματικότητα της ζωής των θεουμένων εκφραστών της. Τον εμπειρικό χαρακτήρα αυτής της θεολογίας αποτυπώνει εύγλωττα ο πρώτος θεολόγος της Εκ­κλησίας μας και ευαγγελιστής της αγάπης, άγιος Ιωάννης, ως εξής: «ο ακηκόαμεν, ο εωράκαμεν τοις οφθαλμοίς ημών, ο εθεασάμεθα και αι χείρες ημών εψηλάφησαν... μαρτυρούμεν και απαγγέλομεν υμίν»[2].

Και επειδή η εμπειρία του ακτίστου είναι δυνατή μόνον εν αγίω Πνεύματι, η έκφραση αυτής της εμπειρίας από την χαρισματική θεολογία δεν μπορεί να έχει το στοιχείο της πλάνης, είναι απλανής θεολογία, και έχει σαφώς αγιοπνευματικό χαρακτήρα. «Υπό πνεύματος αγίου φερόμενοι ελάλησαν από Θεού άνθρωποι»[3], μας διαβεβαιώνει ο κορυφαίος από τους επόπτες της θείας μεγαλειότητας.

Είναι προφανές, λοιπόν, από τα παραπάνω, ότι αυτή η θεολογία, όπως λέει ο δεύτερος κατά την τάξη θεολόγος της Εκκλησίας, άγιος Γρηγόριος, δεν είναι για τον καθένα και πολύ περισσότερο δεν είναι για όσους διακατέχονται από την ακαθαρσία των παθών.
Είναι για μερικούς μόνο, για μερικές φορές, (όταν υπάρχουν οι πνευματικές προϋποθέσεις), και μέχρι ένα σημείο[4]. Ως αυθεντικός θεολόγος της Εκκλησίας ο ά­γιος Γρηγόριος μας διαβεβαιώνει ό,τι ο ίδιος γνώρισε εμπειρικώς από την θέα του Θεού.
Η χαρισματική θεολογία μπορεί να παρέχεται αυθεντικά μόνον από όσους πέρασαν στη θεοπτία ή το λιγότερο από όσους ανήκουν στη βαθμίδα της καθάρσεως από τα πάθη[5]. Μόνον όταν ο νους του ανθρώπου ησυχάσει και καθαρθεί, μπορεί να γνωρίσει αληθινά, κατά μετοχήν, τον Θεό, και να ομιλεί με ασφάλεια για τον Θεό[6]. Η θεολογία αυτή, άλλωστε, πρέπει να διδάσκεται μόνο σε όσους παίρνουν αυτήν στα σοβαρά[7]. Τέλος, αντικείμενο της θεολο­γίας είναι μόνον τα προσβάσιμα από τον Θεό στην ανθρώπι­νη δυνατότητα και εμπειρία[8].

β) Η πατερική μέθοδος

Εμπειρική-βιωματική δεν είναι μόνον η πρωτογενής Ορθόδοξη θεολογία αλλά και η Ορθόδοξη θεολογική μέθοδος, ο τρόπος δηλαδή κτήσεως της θεολογίας αυτής. Ο ίδιος ο Χρι­στός έθεσε ως προϋπόθεση της θεοφάνειας και θεοπτίας, αλ­λά και της ενοίκησης του Τριαδικού Θεού στον άνθρωπο, την αγαπητική πράξη της τηρήσεως των εντολών του Θεού[9].
 Και η πατερική θεολογία επιβεβαιώνει εμπειρικά την παρα­πάνω αλήθεια με την επιγραμματική διατύπωση του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου: «πράξις επίβασις θεωρίας»[10]. Η πράξη, που συνδέεται άρρηκτα με την σωματική άσκηση και την κάθαρση των παθών, είναι το θεμέλιο της θεωρίας-θεοπτίας, και με τον τρόπο αυτό γίνεται ο θεοδίδακτος τρόπος του απλανώς θεολογείν.
Και αυτό είναι εύλογο, γιατί η θεολογία αυτή κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά δεν είναι α­ποτέλεσμα «ανόδου της διανοίας» και ομιλίας για τον Θεό διανοητικώς, αλλά αποτέλεσμα της «προς Θεόν ομιλίας». Η μέθοδος μιας τέτοιας θεολογίας είναι σαφώς διαφοροποιημέ­νη από την ευρύτερα γνωστή στον κόσμο θεολογία, αφού «περί Θεού τι λέγειν και Θεώ συντυγχάνειν, ουχί ταυτόν»[11].

Η θεολογική μέθοδος των Πατέρων της Εκκλησίας θεμελιώνεται πάνω στην προσωπική εμπειρία της θείας παρουσίας. Από αυτήν την χαρισματική εμπειρία αντλείται η αυθεντική θεογνωσία. Η πατερική θεογνωσία εμφανίζεται ως «υπέρ αίσθησιν και υπέρ νουν» γνώση, που προϋποθέτει την μεταμόρφωση του γνωστικού οργάνου (του νου) του αν­θρώπου με τον εμπλουτισμό του από το άκτιστο φως της θείας δόξας. Αυτή η ζωντανή εμπειρία, που προκύπτει από την θέα της θείας παρουσίας, συνιστά και τον αποδεικτικό χαρακτήρα της πατερικής μεθόδου του θεολογείν, όταν πρό­κειται για τα άκτιστα.

Άλλη είναι όμως η επιστημονική μέθοδος των Πατέρων, την οποία εφαρμόζουν, όταν αναφέρονται στα κτιστά. Αυτή η μέθοδος μπορεί να λαμβάνει υπόψη της τα επιστημονικά δεδομένα και όλων των άλλων επιστημών.
 Έτσι, ενώ η επιστημονική μέθοδος δεν υιοθετείται για την θεογνωσία, γίνεται αποδεκτή για την διατύπωση και αυτών των δογμάτων της πίστεως. Οι Πατέρες της Εκκλησίας, δηλαδή, έχουν διπλή θεολογική μέθοδο, σε αντίθεση προς τη μία και ενιαία θεολογική μέθοδο των Σχολαστικών, οι οποίοι εφαρμόζουν αυ­τήν αδιακρίτως σε κτιστά και άκτιστα.


γ) Δομή και λειτουργία της ακαδημαϊκής θεολογίας

Στα πλαίσια της ιστορίας της Εκκλησίας εμφανίστηκαν δύο είδη θεολογίας: Η χαρισματική, που προηγείται, και η επιστημονική-πανεπιστημιακή θεολογία, που ακολουθεί. Η επιστημονική θεολογία, ως γνωστόν, έχει ως επιστητό της το κτιστό και ειδικότερα τα μνημεία της εκκλησιαστικής ζωής, που δημιουργεί η χαρισματική θεολογία. Η επιστημο­νική θεολογία ερευνά, όχι μόνο τα παραπάνω ιστορικά μνη­μεία, αλλά και τη ζωή της ίδιας της Εκκλησίας, νοουμένης ως εμπειρικής πραγματικότητας.
 Συγκεκριμένα, μελετά και ερμηνεύει τον τρόπο της χαρισματικής ζωής του εκκλησιαστικού σώματος και παρουσιάζει τους φορείς της ζωντανής α­λήθειας της Εκκλησίας[12]. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία δεν συγχέεται ποτέ η επιστημονική θεολογία με την χαρισματι­κή θεολογία.

Η σύγχρονη ακαδημαϊκή θεολογία, όπως αυτή προκύ­πτει από την δομή και λειτουργία των Θεολογικών Σχολών, έχει Δυτικές -και ακόμη ειδικότερα- ευρωπαϊκές εξαρτήσεις. Πιο συγκεκριμένα, οι Ορθόδοξες Θεολογικές Σχολές κατά την δομή και διάρθρωσή τους είχαν ως πρότυπό τους τις Προτεσταντικές Θεολογικές Σχολές της Γερμανίας.

 
δ) Η ακαδημαϊκή θεολογία κατά τον 20° αιώνα
Κατά το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα η Ορθόδοξη ακαδημαϊκή θεολογία εμφανίζει μια στροφή προς τους Πατέρες, που συγκεκριμενοποιείται τόσο στη μελέτη της θεολογικής τους σκέψης όσο και στην κριτική έκδοση των έργων τους. Το ίδιο χρονικό διάστημα επιχειρείται η σύζευξη της ακαδη­μαϊκής θεολογίας με την χαρισματική εμπειρία της Εκκλη­σίας. Γίνεται αναφορά στο αυθεντικό αντίκρισμα της ακαδη­μαϊκής θεολογίας, την λόγια πατερική θεολογία.
 Σημειώνε­ται μια αξιόλογη, σταδιακή, απεξάρτηση της Ορθόδοξης θεο­λογίας από την Δυτική θεολογική σκέψη και ζωή. Στο ση­μείο αυτό σημαντικές είναι οι συμβολές μιας πλειάδας ακα­δημαϊκών δασκάλων, το έργο των οποίων θα μπορούσε να κριθεί γενικότερα ως πολύ σημαντικό.
Παρά την αναμφισβή­τητα θετική συμβολή τους όμως σε καίριες πλευρές της θεο­λογίας δεν οδήγησαν στην πλήρη απεξάρτηση της ακαδημαϊ­κής θεολογίας από την Δυτική σκέψη, ούτε κατάφεραν να πετύχουν το ζητούμενο, γιατί οι ριζώσεις και οι αντιστάσεις του παλαιοτέρου θεολογικού λόγου ήταν και παραμένουν ισχυρές. Έτσι, ο λόγος τους δεν έφτασε να αναζωογονήσει την θεολογική επικράτεια, όσο θα έπρεπε.
 Γι’   αυτό και χρειάζε­ται όχι απλώς συνέχεια, ενδυνάμωση και προώθηση της προ­σπάθειάς τους, αλλά και κάποιες συμπληρωματικές ακόμη κινήσεις στην κατεύθυνση της σύζευξης επιστημονικής και χαρισματικής θεολογίας, ώστε να πάρει κατά το δυνατόν πε­ρισσότερο η ακαδημαϊκή θεολογία τον χαρακτήρα εμπειρι­κής επιστήμης.

Στο τέλος όμως του 20ου και αρχές του 21ου αιώνα έχουμε σαφή φαινόμενα εκτροπής. Θα μπορούσαμε να υποστηρίξου­με, ότι δυστυχώς στις μέρες μας, σε πολλές περιπτώσεις, έ­χουμε επιλεκτική επαναπρόσληψη της Δυτικής θεολογικής σκέψεως και ζωής από την Ορθόδοξη ακαδημαϊκή θεολογία και υιοθέτηση της επιστημονικής θεολογικής μεθόδου της Δύσεως, η οποία εξαντλείται στο επίπεδο της κτιστής εμπει­ρίας και αγνοεί, ή δεν λαμβάνει καθόλου υπόψη της την χα­ρισματική εκκλησιαστική εμπειρία και την διπλή θεολογι­κή μεθοδολογία.
 Υπάρχει έντονη δυναμική σ’  αυτήν την κα­τεύθυνση σήμερα. Πανεπιστημιακά συγγράμματα, άρθρα και διαλέξεις σε επιστημονικά συνέδρια πιστοποιούν κατά περί­πτωση το γεγονός. Κριτήριο της σύγχρονης αυτής θεολογι­κής εκφράσεως εμφανίζεται να είναι ο ορθός λόγος και η γνώση του Δυτικώς θεολογείν, μερικές φορές μάλιστα σε τέ­τοιο σημείο, που ακαδημαϊκοί δάσκαλοι των Θεολογικών μας Σχολών να αγνοούν και αυτήν την πρωτογενώς εκφρα­σθείσα μετοχή του ακτίστου από τα θεωμένα μέλη του σώ­ματος του Χριστού, ή να αδυνατούν να την κατανοήσουν ως αυθεντική έκφραση της Ορθόδοξης θεολογίας.
Έτσι, δεν λεί­πουν θεολογικοί στοχασμοί και ερμηνευτικές ακροβασίες, που είναι τελείως ξένες προς την διαχρονικώς εκφρασθείσα εμπειρία του ακτίστου στο πλαίσιο της Εκκλησίας. Χαρα­κτηριστικό των εκφραστών αυτής της δυτικότροπης θεολο­γίας είναι η επιστημονική αλαζονεία και παράλληλα η υπο­τίμηση της χαρισματικής εμπειρίας. Αυτό μεταφράζεται στην πράξη ως διαχωρισμός της θεολογίας από την πνευμα­τική ζωή, και συνιστά την αλλοτρίωση από την Ορθόδοξη Παράδοση.
 Έχουμε την γνώμη, ότι, παρά την αναγνώριση και προβολή της στοχαστικής αυτής θεολογίας από τον κό­σμο της σύγχρονης διανόησης και κουλτούρας, σημειώσαμε σοβαρή οπισθοδρόμηση στην ορθή κατεύθυνση, που χάραξαν οι προκάτοχοί μας ακαδημαϊκοί δάσκαλοι των μέσων της δεύτερης πεντηκονταετίας του 20ου αιώνα.

Η κατάσταση ό­μως είναι αναστρέψιμη, γι’  αυτό και θέλουμε να αισιοδοξού­με, ότι θα μπορέσουμε να κερδίσουμε και να υπερκεράσουμε την απώλεια στο μέτρο, βέβαια, που θα συνειδητοποιήσουμε το διαμορφούμενο επιστημονικό κλίμα στο χώρο της Ορθόδοξης θεολογίας και τον βαθμό της εκκοσμικεύσεώς μας.


ε) Το περιεχόμενο σπουδών της ακαδημαϊκής θεολογίας. Ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα

Αξιοποιώντας κάποιο ανεπεξέργαστο ερευνητικό υλικό, που προέκυψε από μια εμπειρική έρευνα, την οποία διεξήγα­γε ο Τομέας Δογματικής Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης[13], θα ήθε­λα να παρουσιάσω θέσεις πολλών συναδέλφων της Θεσσαλο­νίκης, γιατί νομίζω, ότι θα μπορούσαν να προκαλέσουν σοβα­ρό προβληματισμό για το μέλλον της Ορθόδοξης ακαδημαϊ­κής θεολογίας μας.

Από τις απαντήσεις στο ερώτημα, αν υπάρχει σήμερα κέντρο αναφοράς των θεολογικών σπουδών, προέκυψε, ότι δυστυχώς τέτοιο κέντρο δεν υπάρχει στις σπουδές. Οι σπου­δές, υπογραμμίστηκε με έμφαση, ακολουθούν ξένα πρότυπα και έχουν Δυτικό, και ειδικότερα Προτεσταντικό, χαρακτή­ρα. Υπάρχουν απλώς διάφορα μαθήματα χωρίς κεντρικό σχεδιασμό, χωρίς οργανική ενότητα, με αποτέλεσμα να παρέχον­ται αποσπασματικές γνώσεις και οι φοιτητές να μην έχουν σωστή θεολογική κατάρτιση και παιδεία[14]. Μάλιστα οι γνώ­σεις, που δίνονται στις προπτυχιακές σπουδές, χαρακτηρίστηκαν ως εγκυκλοπαιδικού χαρακτήρα γνώσεις.

Ως προς το Πρόγραμμα Σπουδών, υποστηρίχτηκε ότι πρέπει να υπάρξει μια αρχή, που θα το καθιστά Πρόγραμμα Ορθόδοξης Θεολογικής Σχολής. Για τον σκοπό αυτό προτείνεται το Πρόγραμμα να συσταθεί με βάση την Ιστορία, την Θεολο­γία και την Πράξη. Οι άξονες εκκίνησης για την διαμόρφω­ση του Προγράμματος να είναι τρεις: Η Βιβλική, η Πατερική και η Δογματική Θεολογία.
 Παράλληλα, προβάλλεται η α­νάγκη για ένα Πρόγραμμα, που να δίνει μεγαλύτερη ώθηση στην έρευνα των λειτουργικών κειμένων.
Η ανώτατη θεολο­γική εκπαίδευση θα πρέπει να παρέχεται μέσα από λειτουρ­γική προοπτική, και ειδικότερα μέσα από την λειτουργική εμπειρία της Εκκλησίας. Η ευχαριστιακή σύναξη και εμπει­ρία να γίνει κέντρο αναφοράς των θεολογικών σπουδών.

Έχει επισημανθεί από όλους τους συναδέλφους ο μεγάλος αριθμός των φοιτητών μας, που δυσχεραίνει την συνεργασία ανάμεσα στον καθηγητή και τον φοιτητή, με αποτέλεσμα οι σχέσεις καθηγητών-φοιτητών να γίνονται απρόσωπες και η άσκηση των φοιτητών να είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Ως λύση προτείνεται η σμίκρυνση των ακροατηρίων και η αύξηση του αριθμού των μελών ΔΕΠ.

Παντός, η μείωση του αριθμού των εισακτέων φοιτητών ή τουλάχιστον η αύξηση των με­λών ΔΕΠ και των κτιριακών εγκαταστάσεων θα μπορούσε να συμβάλει αποφασιστικά τόσο στην ανάπτυξη του κριτικού πνεύματος, όσο και στην καλλιέργεια του ερευνητικού ενδια­φέροντος. Παράλληλα, θα μπορούσε να δοθεί περισσότερη έμ­φαση στις επιστημονικές εργασίες των φοιτητών απ’ ό,τι στην αποστήθιση των εγχειριδίων.

Ο θεσμός των εγχειριδίων, όταν δεν απορρίπτεται απερίφραστα εκ μέρους των μελών ΔΕΠ, γίνεται ανεκτός υπό ό­ρους. Η απάντηση συνήθως είναι όχι στα εγχειρίδια - ναι στη βιβλιογραφία ή ναι στα εγχειρίδια με τον όρο, ότι υπάρ­χει και η βιβλιογραφία. Τα εγχειρίδια πρέπει να θέτουν ερω­τήματα και να μην είναι αντικείμενα απομνημόνευσης. Θα πρέπει να δείχνουν έναν τρόπο εργασίας. Να δίνουν μια μέθο­δο και έκθεση όλων των απόψεων, με συζήτηση αυτών των απόψεων. Το εγχειρίδιο δεν πρέπει να συμπίπτει απαραιτή­τως με αυτά, που διδάσκει ο καθηγητής.

Πάντως, ο ιδανικός τρόπος εργασίας θα ήταν η προσωπική επαφή με τα πράγματα, η πρόσβαση στις πηγές και η ερ­γασία πάνω σ’  αυτές. Απαιτείται όμως προπαιδεία, που δεν υπάρχει. Άλλωστε, αναγκαία είναι η εργασία με βασικό ερ­γαλείο την ελληνόγλωσση και ξενόγλωσση βιβλιογραφία. Για τον σκοπό αυτό χρειάζεται καλύτερη οργάνωση της βι­βλιογραφίας.
Σήμερα λίγοι φοιτητές είναι σε θέση ή έχουν δι­άθεση να εργαστούν κριτικά με την βιβλιογραφία. Το Πρό­γραμμα Σπουδών αφορά άμεσα τους φοιτητές, οι οποίοι θα μπορούσαν να συμβάλουν στη διαμόρφωσή του με μη κομμα­τικοποιημένες προτάσεις, που θα υποβάλλονταν από επιτρο­πή τους.
Όσα είπαμε έως εδώ αφορούν στα εσωτερικά θέματα, που απασχολούν την Σχολή. Τι γίνεται όμως με την εμφάνιση της Σχολής προς τα έξω; Υπάρχουν σήμερα ανοίγματα για δι­άλογο και επικοινωνία με άλλες ομόδοξες ή ετερόδοξες Σχολές;

Μπορούμε να πούμε, πως υπάρχουν λίγα ανοίγματα και φυσικά είναι σκόπιμη η επικοινωνία, τα ανοίγματα όμως αυ­τά μένουν πολλές φορές αναξιοποίητα. Ο διάλογος και σκόπι­μος και αναγκαίος είναι, σε συλλογικό όμως επίπεδο. Κάτι γίνεται σε επίπεδο, κυρίως, επιμέρους προσώπων και σπάνια σε επίπεδο Σχολής. Συνήθως κυριαρχεί η έρευνα σε ατομικό επίπεδο. Γι’  αυτό είναι ανάγκη να παρουσιαστεί η Ορθόδοξη θεολογία επίσημα και με συνεργασία των ελλαδικών Σχο­λών προς το εξωτερικό.
Αλλά, ενώ η επικοινωνία είναι απα­ραίτητη, χρειάζεται και η κατάλληλη προετοιμασία, σύμφω­να με τις απαιτήσεις των καιρών. Σε επίπεδο Σχολής ο διά­λογος μπορεί να γίνεται όχι μόνο με την οργάνωση επιστη­μονικών συμποσίων, αλλά και μέσω της ανταλλαγής μαθη­μάτων με επισκέπτες καθηγητές. Είναι, τέλος, σημαντικό το γεγονός, ότι προβάλλεται σήμερα η ανάγκη για επικοινωνία και συνεργασία όχι μόνο σε διατμηματικό και διασχολικό αλλά και σε διαπανεπιστημιακό επίπεδο, και ειδικότερα με προσωπικό μη θεολογικών Σχολών.

Οι θεολογικές σπουδές ελκύουν αναμφίβολα το ενδιαφέ­ρον και του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου, όταν αυτές αναφέρονται και σε ζωτικά προβλήματα του παρόντος. Συνδέεται όμως το σημερινό περιεχόμενο του Προγράμματος Σπουδών με την σύγχρονη πραγματικότητα;

Η γενική απάντηση θα μπορούσε να συνοψισθεί στο πο­λύ λίγο ή καθόλου. Οι θεολογικές σπουδές δεν έχουν θετικό αντίκτυπο στον θρησκευόμενο λαό. Και τούτο, γιατί κάναμε τον επίκαιρο, αποκεκαλυμμένο, λόγο μουσειακό. Βέβαια, η Ορθόδοξη Θεολογία καθεαυτήν συνδέεται άρρηκτα με τη ζωή και την κοινωνική πραγματικότητα. Στην πράξη όμως της εκπαιδευτικής διαδικασίας αυτό είναι τόσο δεδομένο όσο και ζητούμενο.
Ως ζητούμενο μάλιστα μπορεί να θεωρηθεί σήμερα και ως το αίτημα των καιρών. Να συνδεθεί η πίστη με τη ζωή, και οι θεολογικές σπουδές να απαντούν στις ανάγκες της κοινωνίας. Στην Παράδοσή μας υπάρχουν διαχρονικές αλήθειες, που μιλούν και στον σύγχρονο άνθρωπο.
 Αυτές θα πρέπει να τις φέρουμε στην επιφάνεια. Εμείς, καθηγητές και φοιτητές, είμαστε εκείνοι, που θα πρέπει να συνδέσουμε τις θεολογικές σπουδές με την κοινωνική πραγματικότητα. Σήμερα, όταν υπάρχει σύνδεση των σπουδών με την κοινωνία, τούτο αποτελεί μια έκφραση μεμονωμένων προσώπων και στηρίζεται σε μια προσωπική πρωτοβουλία. Εκείνο που λεί­πει είναι το σοβαρά προγραμματισμένο.
Η θεολογική επιστή­μη, ως περιεχόμενο σπουδών, για ν’  ανταποκριθεί στις ανάγ­κες του σύγχρονου ανθρώπου χρειάζεται να έχει προγραμμα­τισμό. Γι’  αυτό χρειάζεται να γίνει αναδιάρθρωση των σπου­δών. Σήμερα ο φοιτητής δεν εξοπλίζεται κατάλληλα για να λειτουργήσει σωστά και να δώσει την μαρτυρία της θεολογί­ας στα διάφορα κοινωνικά προβλήματα.

Εκφράστηκε η γνώμη, ότι, αφού η θεολογία κατά την Ορθόδοξη αντίληψη αποτελεί έκφραση και διατύπωση της πνευματικής εμπειρίας της Εκκλησίας, και αφού η γνώση αποτελεί μετοχή σ’  αυτήν την εμπειρία, η Σχολή μας συνδέε­ται με την πραγματικότητα στο μέτρο, που επαληθεύει την παραπάνω αλήθεια, διαμορφώνοντας μια στάση ζωής σ’  ό­σους σχετίζονται μ’  αυτήν και δέχονται τα μηνύματα και τη μαρτυρία της.

στ) Συνοπτικές αποτιμήσεις

Έχουμε την γνώμη ότι είναι σημαντική η συμβολή της Σχολής μας στην αλλαγή του πρώτου κλίματός της, που χαρακτηριζόταν από τον ξενόφερτο λογοκρατικό επιστημονισμό της θεολογίας της. Σήμερα η Σχολή μας κάνει μια σοβαρή και αθόρυβη προσπάθεια για ανανέωση της ελληνικής θεο­λογίας και εκπροσωπεί μια Ορθόδοξη στάση στο μέτρο, που πραγματώνει μια στροφή προς την Θεολογία των Πατέρων.
Ακόμη στο μέτρο, που αφομοιώνει κριτήρια, με βάση τα οποία διαφοροποιείται από την Δυτική Θεολογία και ζωή, στο μέτρο, που διασώζει τον αποφατικό χαρακτήρα της θεολογι­κής έκφρασης, και στο μέτρο, που προβάλλει την προτεραιό­τητα της ευχαριστιακής δομής της Εκκλησίας έναντι της καθιδρυματικής.

Άλλωστε, τόσο η καλλιέργεια των πατερικών σπουδών την τελευταία τεσσαρακονταετία όσο και οι έρευνες των βι­βλικών θεολόγων βοήθησαν στην ανάπτυξη των βιβλικών σπουδών σε τέτοιο βαθμό, ώστε να συνειδητοποιηθεί το επι­στημολογικό κενό, που δημιούργησε επί σειρά ετών η έλλει­ψη της πατερικής ερμηνευτικής στον τόπο μας. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα να ξεκινήσει μια αξιόλογη και επαινετή προ­σπάθεια αξιοποίησης της πατερικής ερμηνευτικής.

Ακόμη, οι σπουδές στον ιστορικό χώρο της θεολογίας αναβαθμίστηκαν με την καλλιέργεια των πατερικών σπου­δών, επειδή κρίθηκαν απαραίτητες για την κατανόηση της πατερικής θεολογίας.
Επίσης, με την καλλιέργεια των ιστορικών και πατερι­κών σπουδών η Δογματική στη Σχολή μας απέβαλε τον α­κραιφνή συστηματικό και σχολαστικό χαρακτήρα της και α­πέκτησε ιστορικοδογματικό και πατερικό χαρακτήρα.
 Και παρά την μεθοδολογική διάκρισή της από την Ηθική παρα­μένει σε άρρηκτη ενότητα με αυτήν ως η άλλη όψη του ίδιου πράγματος. Έτσι, στον χώρο πλέον της Ηθικής υπάρχει ένας ορθόδοξος, πατερικός αλλά και σύγχρονος, τρόπος σκέψεως και προβληματισμού, που ενισχύεται από την αξιόλογη ανάπτυξη του γνωστικού αντικειμένου της Κοινωνιολογίας.

Αλλά και στον Πρακτικό Κλάδο της θεολογίας οι νεότε­ροι θεολόγοι δεν διστάζουν να αφομοιώνουν θύραθεν επιστημονικές περιοχές και να τις μεταβάλλουν σε υπηρέτες και όρ­γανα του θείου λόγου. Θύραθεν και θεολογικά μαθήματα εμφανίζουν τελευταίως σημαντική στροφή προς την Ορθόδοξη Παράδοση και ζωή.


ζ) Κριτικές τοποθετήσεις για θεολογικό προβληματισμό

Πέρα από όσα θετικά σημειώσαμε παραπάνω, έχουμε να παρατηρήσουμε επιπροσθέτως τα εξής: Προσεγγίζοντας κριτικά και συνοπτικά την ακαδημαϊκή Θεολογία των ημερών μας, διαπιστώνουμε ένα σημαντικό «έλλειμμά» της. Η θεο­λογία αυτή δεν είναι εξολοκλήρου Ορθόδοξη. Αναφέρεται «εξειδικευμένα» και αποσπασματικά στο επιστητό της Θεολογίας, όπως κάνει και η σύγχρονη Δυτική θεολογία.
Λείπει η επιστημονική εκείνη θεολογία, που εκφράζει το φρόνημα της Ορθόδοξης Εκκλησίας, που θεμελιώνεται βιβλικώς και πατερικώς, που προϋποθέτει και εκφράζει στην πράξη την θεία λατρεία, που επηρεάζει δραστικά και τροφοδοτεί την σύγχρο­νη κοινωνική ζωή, τουλάχιστον στο πλαίσιο της Εκκλησίας. Λείπει, τέλος, η βιωματική εκείνη θεολογία, που φανερώνει τον ενεργό χαρακτήρα των μυστηρίων της Εκκλησίας στους φορείς της ακαδημαϊκής θεολογίας.
 Γιατί, πώς αλλιώς να ε­ξηγήσουμε το γεγονός, ότι δεν έχουμε ούτε ένα δείγμα αναγνωρισμένης (εκκλησιαστικώς) αγιότητας διδασκάλου της ακαδημαϊκής θεολογίας;
Μήπως τελικά οι διδάσκαλοι της α­καδημαϊκής θεολογίας δεν είμαστε ολοκληρωμένοι εκκλησι­αστικώς πιστοί, όπως ήταν στο παρελθόν οι φυσικοί φορείς της Θεολογίας της Εκκλησίας; Μήπως δηλαδή ως ακαδημα­ϊκοί θεολόγοι ενεργούμε πλέον μεταπρατικώς, αναπαράγον­τας δευτερογενώς την θεολογική κληρονομιά του παρελθόν­τος, αδυνατώντας ουσιαστικά να προσφέρουμε πρωτογενή, ζωντανή εκκλησιαστική θεολογία και μαρτυρία;
Μήπως ως κληρονόμοι της θεολογίας των θεοφόρων Πατέρων της Ορθόδοξης Ανατολής οδηγηθήκαμε στην έπαρση, εξαιτίας του μεγάλου πλούτου της πνευματικής κληρονομιάς, με συνέπεια να σκοτιστεί ο νους μας;

Πάντως είναι ενθαρρυντικό το γεγονός, ότι με γνήσια αυτοκριτική διάθεση μέσα από την ίδια την ακαδημαϊκή κοινότητα -μετά από σοβαρή επιστημονική εργασία- έχει επιση­μανθεί πολύ εύστοχα ο ανθρωποκεντρισμός και η γενικότερη παθολογία της σύγχρονης θεολογικής επιστήμης, όλως ιδιαιτέρως δε η αυτονόμησή της από την πνευματική ζωή της Εκκλησίας[15].
Παράλληλα, έχουν προταθεί και γενικού χαρα­κτήρα λύσεις στην κατεύθυνση οργανώσεως των θεολογικών σπουδών βασισμένες στην «διττή παράδοση των θεολό­γων»[16], όπως αυτή διατυπώνεται στα αρεοπαγειτικά συγγράμματα και όπως η παράδοση αυτή εκφράζεται στη θεωρί­α και την πράξη από τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά.
 Έτσι, παρέχονται προοπτικές για μια εκκλησιαστική εκδοχή της ακαδημαϊκής θεολογίας, η οποία θα εχεί ως κέντρο την λατρευτική πράξη της Εκκλησίας και δεν θα φοβάται τις σύγχρονες διεπιστημονικές προσεγγίσεις ούτε τις αναμετρήσεις με όσα αλλότρια και αλλοτριωτικά (Δυτικά ή εγχώρια) της έχουν επιβληθεί[17].

Όταν κάνουμε λόγο για εκκλησιαστική εκδοχή της ακαδημαϊκής θεολογίας, εννοούμε, ότι η θεολογία αυτή δεν μπο­ρεί να είναι μια προσωποπαγής ατομική θεολογία κάποιου θεολόγου, μια προσωπική διανοητική σύλληψη και διδασκα­λία, γέννημα ενός προσωπικού στοχασμού, όπως συμβαίνει θεσμικά στη Δύση, όπου εύλογα η θεολογία εμφανίζεται «πολυφωνική».
Μια τέτοια θεολογία είναι, σύμφωνα με τα κριτήρια της Εκκλησίας μας, απόδειξη επηρμένης διανοίας. Γι’  αυτό και είναι αδύνατη η εκκλησιαστική νομιμοποίηση της. Η εκκλησιαστική θεολογία είναι ταπεινή, είναι πάντοτε «επομένη τοις αγίοις πατράσι»[18]. Αυτό δεν σημαίνει, πως η εκκλησιαστική θεολογία, εξαιτίας του ταπεινού χαρακτήρα της, στερείται πρωτοτυπίας, δυναμισμού, ανανεωτικού πνεύ­ματος και επικαιρότητας. Απεναντίας, έχει όλα τα παραπά­νω χαρακτηριστικά, γιατί αποτελεί έκφραση της ζώσας πα­ρουσίας του αγίου Πνεύματος σ’  αυτόν, που θεολογεί μ’  αυτόν τον τρόπο. Άλλωστε, και ο Μονογενής Θεολόγος, ο Θεός Λό­γος, ως ενανθρωπήσας Θεός, δεν μας είπε τίποτε δικό του πα­ρά μόνον όσα του είπε ο Θεός Πατέρας[19].

Αλλά και οι Από­στολοι είπαν όσα δυναμικώς υπέμνησε σ’  αυτούς το Πνεύμα, που έλαβαν κατά την Πεντηκοστή. Και στη συνέχεια οι Πα­τέρες της Εκκλησίας εξέφρασαν όσα βίωσαν από την ενεργο­ποίηση της προσωπικής τους Πεντηκοστής, πρακτικώς, «ε­πόμενοι» και εν συμφωνία πάντοτε με τους προγενέστερους θεοφόρους Πατέρες.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας πιστοποιούν την Παράδοση της Πεντηκοστής με την Θεολογία τους, που αποτελεί γόνι­μη συνάντηση με την έξωθεν σοφία και την φιλοσοφία τόσο στο θεωρητικό όσο και στο πρακτικό πεδίο των κοινωνικών εφαρμογών τους.
Το ζητούμενο από την ακαδημαϊκή θεολο­γία μας είναι η συνέχεια της Παραδόσεώς μας, που στην πρά­ξη σημαίνει την συνάντηση και γόνιμη κριτική πρόσληψη της θύραθεν σοφίας και του σύγχρονου πολιτισμού. Η ακαδη­μαϊκή θεολογία, ερμηνεύοντας τον ζωντανό και δυναμικό χα­ρακτήρα της εκκλησιαστικής Παραδόσεως, οφείλει να είναι ανοιχτή στην κριτική πρόσληψη στοιχείων, όχι μόνο από το Δυτικό αλλά και από το ευρύτερο κοσμικό πολιτιστικό περι­βάλλον, εντάσσοντας δημιουργικά τα στοιχεία αυτά στην διακονία της Εκκλησίας.
 Ενεργώντας με τον τρόπο αυτό η α­καδημαϊκή θεολογία λειτουργεί σύστοιχα προς τον οικουμε­νικό χαρακτήρα της Ορθόδοξης Εκκλησίας, γιατί λαμβάνει θετικά υπόψη τον κάθε επιμέρους γεωγραφικό πολιτισμό.
Πιο συγκεκριμένα, δεν εισηγείται ούτε στηρίζει τον προτει­νόμενο από τους κοσμικούς φορείς «πολιτισμό των πολιτι­σμών», με την σύντηξη των επιμέρους σύγχρονων πολιτι­σμών.
Και τούτο, γιατί δεν υπηρετεί μια ισοπεδωτική παγ­κοσμιοποίηση, που αγνοεί την ιδιαιτερότητα του ανθρώπινου προσώπου και την ιδιοπροσωπία του κάθε λαού. Αντίθετα, αναδεικνύει και προάγει τον κάθε επιμέρους πολιτισμό με κριτήριο πάντοτε την εκκλησιαστική αλήθεια.

Η θετική αυτή στάση της ακαδημαϊκής θεολογίας έναν­τι του πολιτισμού των διαφόρων λαών δεν αποκλείει τον διαπολιτισμικό διάλογο στα πλαίσια της πολυπολιτισμικής πλέον κοινωνίας, στην οποία ζούμε, όπου τα όρια των πολιτισμών καταλύθηκαν και εξαιτίας της συμβίωσης των πολιτι­σμών νέα προβλήματα εμφανίστηκαν στις σχέσεις των ανθρώπων.
Στα νέα πολιτισμικά δεδομένα η ακαδημαϊκή θεολογία καλείται να είναι έλλογα ανεκτική, χωρίς όμως να αποκλείεται σ’  αυτήν και κάποια ενδεχόμενη κριτική εναντίον του συγχρόνου πολιτισμού για την συμβολή του στην αλλοτρίωση του σύγχρονου ανθρώπου.
Με την στάση της αυτή από τη μια συμβάλλει στην απελευθέρωση του πολιτισμού από εξαρτήσεις της θεσμικής αμαρτίας και από την άλλη στην μεταμόρφωσή του νοηματοδοτώντας τον εκ νέου με βά­ση τους λόγους των όντων, οι όποιοι αποκαλύπτουν τον σκο­πό - τέλος της δημιουργίας.

Η Ορθόδοξη ακαδημαϊκή θεολογία, πάντως, δεν καλείται να υποκαταστήσει την χαρισματική θεολογία, ούτε όμως δικαιούται να παρουσιάζει άλλην, εκτός από την αυθεντική Θεολογία της Εκκλησίας. Έργο της είναι να προσεγγίζει, να διερευνά και να παρουσιάζει επιστημονικά το περιεχόμενο της πρωτογενούς Θεολογίας της Εκκλησίας, να διακρίνει και να γνωστοποιεί τα κριτήρια της αληθινής θεολογίας.

Με τον τρόπο αυτό θα πετυχαίνεται και θα ισχυροποιεί­ται όλο και περισσότερο η σύζευξη της χαρισματικής με την ακαδημαϊκή θεολογία. Και όλα αυτά θα προωθούνται, μόνον όταν ως εκφραστές της ακαδημαϊκής θεολογίας δεν θα είμα­στε ανυποψίαστοι και ως προς τα βιωματικά δεδομένα.

Η ακαδημαϊκή θεολογία, όταν δεν έχει τις παραπάνω προδιαγραφές, όταν στερείται, την βιωματικώς εκκλησιαστι­κή εκφορά της, είναι στοχαστική θεολογία και πτωχή πνευματικώς. Προσεγγίζει με κτιστό τρόπο την πραγματικότητα και εκφράζει, στην καλύτερη περίπτωση, ελλειπώς τα πράγ­ματα και σε ορισμένες περιπτώσεις, δυστυχώς, και εσφαλμέ­να.


[1]Αποτελεί Εισήγηση στο Διεθνές Θεολογικό Συνέδριο, που έγινε στο Βουκουρέστι (8-14/11/2003), προς τιμήν του Δογματολόγου π. Δημητρίου Στανιλοάε. Δημοσιεύτηκε στον Τιμητικό Τόμο για τον καθηγητή Γεώργιο Μαντζαρίδη, με τον τίτλο: Θεολογία και κόσμος σε διάλογο, Θεσσαλονίκη 2004, σ. 521-534.
[2] Α Ιω. 1,1-2.
[3] Β  Πέτρ. 1,21.
[4] Βλ. Λόγος 23, 3, PG 36, 13CD: «ου παντός, ω ούτοι, το περί Θε­ού φιλοσοφείν, ου παντός· ουχ ούτω το πράγμα εύωνον, και των χαμαί ερχομένων. Προσθήσω δε, ουδέ πάντοτε, ουδέ πάσιν, ουδέ πάντα, αλλ’  έστιν ότε, και οις και εφ  όσον».
[5] Βλ ο.π. 13D: «Ου πάντων μεν, ότι των εξητασμένων και διαβεβηκότων εν θεωρία, και προ τούτων, και ψυχήν και σώμα κεκαρθαμένων, ή καθαιρομένων, το μετριώατον».
[6]  Βλ. ο.π. 16Α: «Ότε δε; Ηνίκα αν σχολήν άγωμεν από της έξωθεν ιλύος και ταραχής, και μη το ηγεμονικόν ημών συγχέηται τοις μοχθηροίς τύποις πλανωμένοις, οίον γράμμασι πονηροίς αναμιγνύντων κάλλη γραμμάτων, ή βορβόρω μύρων ευωδίαν. Δει γαρ τω όντι σχολάσαι, και γνώναι Θεόν· και όταν λάβωμεν καιρόν, κρίνειν θεολογίας ευθύτητα».
[7] Βλ. ο.π. 16Α: «Τίσι δε; Οις το πράγμα διά σπουδής, και ουχ εν τι των άλλων».
[8] Βλ ο.π. 16 ΑΒ: «Τίνα δε φιλοσοφητέον, και επί πόσον; Όσα ημίν εφικτά, και εφ  όσον η του ακούοντος έξις εφικνείται και δύναμις».
[9]Βλ. Ιω. 14, 21-23: «Ο έχων τας εντολάς μου και τηρών αυτάς, ε­κείνος εστίν ο αγαπών με· ο δε αγαπών με αγαπηθήσεται υπό του Πα­τρός μου, καγώ αγαπήσω αυτόν και εμφανίσω αυτώ εμαυτόν· ...εάν τις αγαπά με, τον λόγον μου τηρήσει, και ο Πατήρ μου αγαπήσει αυτόν, και προς αυτόν ελευσόμεθα και μονήν παρ  αυτώ ποιησόμεθα».
[10] PG 35, 1080Β
[11]  Βλ. Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, Λόγος Α’ 3, 42, Π. Χρήστου, Γρηγορίου του Παλαμά, Συγγράμματα, τόμ. Α’, Θεσσαλονίκη 1962, σ. 453.
[12] Βλ. σχετικά Ν. Ματσούκα, Δογματική και Συμβολική Θεολογία Α’ , Εισαγωγή στη θεολογική γνωσιολογία, Θεσσαλονίκη 1985, σ. 21.
[13] Την έρευνα αυτή πραγματοποίησε το 1992 ο Τομέας Δογματι­κής Θεολογίας του ΑΠΘ με την επιστημονική ευθύνη του συναδέλφου κ. Λ. Σιάσου.
[14] Η αποσπασματική γνώση όμως οδηγεί συνήθως στην έπαρση
και δεν βοηθά καθόλου στην επιτυχία του σκοπού της σπουδής. Έτσι, ο
σημερινός φοιτητής δεν οδηγείται στην ορθή στοιχείωση του ορθοδόξου
θεολόγου, που είναι η συγκροτημένη επιστημονική θεολογική γνώση
σε συνδυασμό με τον εκκλησιαστικό, εμπειρικό και βιωματικό τρόπο
πρόσκτησης αυτής της γνώσης.
[15] Βλ. σχετικά, Μ. Μπέγζου, Το μέλλον του παρελθόντος, Κριτική εισαγωγή στη θεολογία της Ορθοδοξίας, Αθήνα 1993, σ. 56-60. Πρβλ. Γ. Γαλίτη, «Θεολογία και εμπειρία. Το μήνυμα του αγίου Γρηγορίου Παλαμά στην εποχή μας», στο Πρακτικά Διεθνών Επιστημονικών Συ­νεδρίων Αθηνών και Λεμεσού, Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς στην Ι­στορία και το παρόν, Άγιον Όρος 2000, σ. 487-488.
[16]  Βλ σχετικώς: Διονυσίου Αρεοπαγείτου. Επιστολή Θ’ , PG 3, 1105 D: «Άλλως τε και τούτο εννοήσαι χρη, το διττήν είναι την των θεολόγων παράδοσιν, την μεν απόρρητον και μυστικήν, την δε εμφανή και γνωριμωτέραν· και την μεν συμβολικήν και τελεστικήν, την δε φιλόσοφον και αποδεικτικήν, και συμπέπλεκται τω ρητώ το άρρητον. Καί το μεν πείθει και καταδείται των λεγομένων την αλήθειαν, το δε δρα και ενιδρύει τω Θεώ ταις αδιδάκτοις μυσταγωγίαις».
[17] Βλ σχετικά Λ. Σιάσου, Αίμα σταφυλής, Αθήνα 1998, 149-155.
[18] Βλ. σχετικά, Συμεών του Νέου Θεολόγου, Θεολογικός πρώτος 14 και 16, στο Φιλοκαλία των Νηπτικών και Ασκητικών 19Β, Θεσσα­λονίκη 1988, σ. 48-49 και 54.

[19] Βλ. Ιω. 8,26. «καγώ α ήκουσα παρ’  αυτού, ταύτα λαλώ εις τον κόσμον» και 8,28 «καθώς εδίδαξέ με ο Πατήρ, ταύτα λαλώ». Πρβλ. Ιω. 12,49: «εγώ εξ εμαυτού ουκ ελάλησα, αλλ’  ο πέμψας με Πατήρ αυτός μοι εντολήν δέδωκεν τι είπω και τι λαλήσω». Το ίδιο ισχύει και για το Άγιο Πνεύμα. Βλ.  Ιω. 16,13: «ου γαρ λαλήσει αφ’  εαυτού, αλλ’  όσα α­κούσει λαλήσει».


Δημητρίου Ι. Τσελεγγίδη
ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΖΩΗ

Άρθρο του Καθηγητού Κωνσταντίνου Καβαρνού* (1978;)


Άρθρο του Καθηγητού Κωνσταντίνου Καβαρνού* (1978;)
 (κλικ στις φωτογραφίες)



  
 
*Κωνσταντίνος Καβαρνός
Από καθηγητής του Χάρβαρντ, μοναχός στην Αριζόνα!
Υπήρξε καθηγητής του πανεπιστημίου του Χάρβαρντ, φιλόσοφος, ιστορικός και γνώστης της θεολογικής γραμματολογίας, γνωστός στο χώρο της διανόησης, από τα συγγράμματα, τις διαλέξεις και τις διδαχές του, στις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ελλάδα και ανά τον κόσμο. Ο λόγος για τον Κωνσταντίνο Καβαρνό, ο οποίος όπως αναφέρει ο Εθνικός Κήρυκας, απεβίωσε πρόσφατα σε ηλικία 93 ετών ως απλός καλόγερος στο Μοναστήρι του Αγίου Αντωνίου στην Αριζόνα.
Γεννήθηκε στη Βοστόνη, στις 19 Οκτωβρίου του 1918, από γονείς μετανάστες, τον Παναγιώτη και την Ειρήνη, με καταγωγή από τη Λέσβο, οι οποίοι πήραν τα τρία τους παιδιά, την Φραγκούλα, τον Ιωάννη και τον Κωνσταντίνο και επέστρεψαν στο χωριό τους, τον Τρίγωνα - Πλωμαρίου. Ο Κωνσταντίνος τελείωσε εκεί το Δημοτικό Σχολείο και στη συνέχεια η οικογένεια επέστρεψε στη Βοστόνη.
Ο φιλομαθής Κωνσταντίνος Καβαρνός, αποφοίτησε με άριστα από το Γυμνάσιο και στη συνέχεια έγινε δεκτός στο πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ. Ξεκίνησε με σπουδές στη Βιολογία, Βοτανολογία, Φυσική Ανθρωπολογία και Βιοχημεία, καθώς ήθελε να γίνει γιατρός, άλλαξε όμως γνώμη και σπούδασε φιλοσοφία.
Γνώριζε απταίστως την Ελληνική, Αγγλική, Γαλλική, Αρχαία Ελληνική και την Λατινική Γλώσσα. Εξέδωσε πάνω από εκατό βιβλία, ενώ πολλά άλλα παρέμειναν αδημοσίευτα. Με την εργασία του, «Ο Βίος του Ατόμου κατά τον Πλάτωνα εν σχέσει προς τον Χριστιανισμό και την νεωτέρα Φιλοσοφία», κέρδισε το 1941 στο Χάρβαρντ το βραβείο «Francis Bowen Prize».
Μετά τη θητεία του στον αμερικανικό στρατό, το 1945 κέρδισε και πάλι το βραβείο «Francis Bowen Prize» για τη μελέτη του «Το Πρόβλημα του Προορισμού του Ανθρώπου εντός της Φιλοσοφίας του Πλάτωνος».
Το Χάρβαρντ τον κατάταξε ανάμεσα στους διαπρεπείς φοιτητές του, τον εξέλεξε ως «Sheldon Fellow» και του έδωσε τη δυνατότητα, καλύπτοντας όλα τα έξοδα του, να ταξιδέψει σε χώρες του εξωτερικού, ώστε να μελετήσει τα διάφορα φιλοσοφικά τους συστήματα και να γνωριστεί με προσωπικότητες επιστημόνων. Ταξίδεψε στην Ελλάδα, Γαλλία, Αγγλία και αλλού.
Στην Ελλάδα γνώρισε και συζήτησε τις σύγχρονες φιλοσοφικές θεωρίες με τον τότε πρόεδρο της Ακαδημίας Αθηνών Ιωάννη Καλιτσουνάκη, με τους καθηγητές της φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, Θεόδωρο Βορέα και Ιωάννη Θεοδωρακόπουλο και με τους καθηγητές φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Κωνσταντίνο Θεοδωρίδη και Ιωάννη Ιμβριώτη.
Επιστρέφοντας στη Βοστώνη ανακηρύχθηκε διδάκτορας του Χάρβαρντ με την διατριβή, «Η Κλασσική Θεωρία της Σχέσεως», μία ιστορική και κριτική μελέτη για την μεταφυσική του Πλάτωνος, του Αριστοτέλη και του Θωμά του Ακινάτη.
Ο καθηγητής Καβαρνός συνδέθηκε με στενή γνωριμία και φιλία με τον πρωτοπρεσβύτερο Αστέριο Γεροστέργιο, προϊστάμενο της κοινότητας των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης του Κέμπριτζ της Μασαχουσέτης, ο οποίος ήταν συμφοιτητής στις μεταπτυχιακές σπουδές στη Γερμανία του σημερινού Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου. Ο ίδιος έχει συγγράψει τον βίο του καθηγητή και μοναχού Κωνσταντίνου Καβαρνού.
«Αγαπούσε κάθε τι το κλασσικό και Ελληνικό. Εύρισκε ψυχική γαλήνη και μεγάλη χαρά διαβάζοντας κλασσικούς συγγραφείς της αρχαιότητας, αλλά και των μεταγενέστερων χρόνων, όπως τον Μέγα Βασίλειο, τον Γρηγόριο Νύσσης, τον Μέγα Φώτιο, τον Ιωάννη Δαμασκηνό και άλλους. Πριν από δεκαετίες μελέτησε και μετέφρασε στην Αγγλική γλώσσα και εξέδωσε σε δύο τόμους ανθολογία της Φιλοκαλίας των Ιερών Νηπτικών Πατέρων», επισημαίνει στον «Εθνικό Κήρυκα» ο π. Αστέριος.
Ο αείμνηστος, σύμφωνα με τον π. Αστέριος, είχε προσωπική φιλία και μεγάλη εκτίμηση για τον μεγάλο λογοτέχνη και αγιογράφο Φώτη Κόντογλου, όπως μαρτυρούν οι 92 ανέκδοτες επιστολές τους προς αυτόν.
Πολλά από τα έργα του μεταφράστηκαν σε διάφορες γλώσσες (Αλβανικά, Αραβικά, Φινλανδικά, Γαλλικά, Ιαπωνικά, Ρωσικά, Σερβικά).
«Δεν ζήτησε ποτέ κάποια αμοιβή για τις μεταφράσεις, αλλά η χαρά του ήταν να βλέπει τα έργα του να κυκλοφορούν σε παγκόσμια κλίμακα», επισημαίνει ο π. Αστέριος. Και συνεχίζει: «Τον πλήγωνε, όμως, βαθιά η καταστροφή της ελληνικής γλώσσας, κι έλεγε ότι μελλοντικά οι Έλληνες θα ανανήψουν, θα εκτιμήσουν και αγαπήσουν το λαμπρό παρελθόν τους και θα εργασθούν για την πνευματική τους ανόρθωση».
Ο αείμνηστος Μοναχός Κωνσταντίνος Καβαρνός διέθετε πολύ καλή μνήμη γι’ αυτό θυμόταν λεπτομέρειες ακόμα και από τα μαθήματα που είχε ακούσει πριν πολλές δεκαετίες από τους καθηγητές του. Ο «νέος άγιος των Ελληνικών, αλλά και των Αγγλικών Γραμμάτων», όπως τον χαρακτηρίζει ο βιογράφος του, ήταν γνώστης της Βυζαντινής μουσικής και έγραψε τρεις εργασίες πάνω στο θέμα, ενώ επί δεκαετίες έψαλε «με μελωδικότατα και κατανυκτικότατα, κατά το Αγιορείτικο ύφος».
«Ο καθηγητής Κωνσταντίνος Καβαρνός ζούσε τη μοναχική ζωή μέσα στον κόσμο και πριν ακόμα γίνει μοναχός στο Μοναστήρι του Αγίου Αντωνίου στην Αριζόνα γι’ αυτό και πολλοί τον αποκαλούσαν κοσμοκαλόγερο», ανέφερε ο π. Αστέριος και πρόσθεσε πως «όταν επρόκειτο να γράψει κάτι σπουδαίο ή να δώσει κάποια διάλεξη τηρούσε αυστηρή νηστεία για να έχει διαυγή νου».
Κοιμήθηκε τον Ιούλιο του 2011 σε ηλικία 93 ετών.